Άγρια χόμπι

Υπάρχουνε κάτι χομπίστες παθιασμένοι
που τον ελεύθερό τους χρόνο
μέχρι μεταρσιώσεως αφοσιώνονται σ’ αυτά.
Είναι ο Π. που φωτογραφίζει άγρια πουλιά και έντομα,
η Μ. που παίζει κλαρινέτο , ο Σ. που ποίηση διαβάζει,
η Α. που κάνει θεατρικό παιχνίδι με ανάπηρους,
η Γ. που τοπία και προσωπογραφίες ζωγραφίζει.
Κι όταν κάποια φορά στην παρέα
τυχαία έρθει η κουβέντα στα ενδιαφέροντά τους
τότε με λόγο χειμαρρώδη κι αναλυτικά
μιλάνε γι’ αυτά τόσο παράφορα που συνειδητοποιείς τη μοναξιά τους·
και λένε ότι περιμένουν να συνταξιοδοτηθούν ή να μεγαλώσουν τα παιδιά τους
ή να κερδίσουν το λαχείο
για να δοθούν σ’ αυτά ολοκληρωτικά αλλά
μέχρι αυτό κάποτε να γίνει μ’ εμάς θα συγχρωτίζονται
και θα διεκπεραιώνουν την οικογενειακή και την εργασιακή τους καθημερινότητα
υπεύθυνα και ικανοποιητικά,
εκτός από τις φορές που γίνονται απόμακροι ή ιδιότροποι
ή που έχουν αναιτιολόγητα ξεσπάσματα θυμού
όχι γιατί χρόνο δε βρήκαν για ν’ ασχοληθούν
με το συναρπαστικό το πάρεργο τους
αλλά γιατί είναι ακριβώς την προηγούμενη τη μέρα
που καταπιάστηκαν εξαντλητικά μ’ αυτό
και σήμερα η καθημερινότητα τους φαίνεται πιο δύσβατη
κι οι άνθρωποι πιο ξένοι.
Κι έτσι φτάνουν στα εβδομήντα τους απόμαχοι πια
γκρινιάρηδες με βλέμμα απαθές που μέμφονται
είτε τις συνθήκες και την ανάγκη, που τους παγίδεψαν
είτε τον εαυτό τους, που δεν τόλμησαν,
και μια ανησυχία τους συνοδεύει,
αυτοί οι παρατημένοι οι πίνακες στην αποθήκη
τα ατελή τα ποιήματα στο συρτάρι
κλαρινέτα σκουριασμένα και μονοπάτια απεζοπόρητα·
όμως δεν είναι αυτοί που τα χόμπι τους τα απεμπόλησαν
αλλά είναι εκείνα που τους εγκατέλειψαν
γιατί αυτά τα χόμπι είναι άγρια
και απεχθάνονται τους χλιαρούς, τους μεμψίμοιρους,
τους τίμιους και τους γλυκοσαλιάρηδες,
είναι απρόβλεπτα, ατίθασα κι επικίνδυνα γι’ αυτό και πρέπει να προσέχεις
γιατί μια μέρα εκεί που αμέριμνος θα κάθεσαι στην πολυθρόνα σου
θα σου επιτεθούν και θα σε ξεσκίσουνε.

 

**

Οι νεκροί δε θέλουν να ξαναπεθάνουν

Όταν οι σκιές του Αγαμέμνονα, του Αχιλλέα, του Αίαντα
και των υπόλοιπων νεκρών Αχαιών
είδανε τον Αινεία μέσα στην αστραφτερή του πανοπλία
ζωντανό να διαβαίνει τον Άδη
πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να τσιρίζουν
και να τρέχουν μακριά του
σαν πρόβατα που πέφτει πάνω τους λιοντάρι πεινασμένο.
Τι να ‘τανε αυτό που φοβήθηκαν οι ήδη νεκροί;
Μην κι είναι η ζωή μας τόσο ανεξίτηλη,
το αποτύπωμά της τόσο απαράγραπτο
που ακόμα κι οι νεκροί
λάθρα απ’ του πορθμέα τα διαπύλια
τη γλυκιά επίγευσή της να κουβαλάνε
και τρέμουν να μην τους τη στερήσει
ένας δεύτερος θάνατος πιο οδυνηρός κι απ’ τον θάνατο;
Το όνομά μου Στέλιος Μανουσέλης και έχω εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο
“ Αδίχτης