Ι
Προς το θυσιαστήριο
Φίλησαν την τύχη τους στο μέτωπο
Και την άφησαν εκεί
Σκεπασμένη με λίγο φρέσκο χώμα
Μπροστά στα πόδια τους
Στις τσέπες με το κλαρινέτο και τα ασυντόνιστα βιολιά
καλούσαν τώρα τα μουσκεμένα γράμματα —στάρια με σταυρούς και μπαλωμένα υποσέντονα. Μια στιγμή σεσημασμένης αρετής μέσα στην κρυμμένη παλάμη με τις τέσσερις πληγές της απόφασης σαν κυπαρίσσια που χαμογελούσαν αχνά στον ήλιο.
Το ρολόι στον γίγαντα καρπό
Η αντιστροφή του τελευταίου εξόριστου πλοίου
Το ανάχωμα του νησιού στις ραφές της σόλας
που μύριζε θάλασσα την ώρα της δίψας
Η δίψα του πραγματικού ονείρου
Το πέρασμα των πελμάτων στην άλλη πλευρά του αναιμικού δρόμου
Όλα τα πρόσωπα μπρούτζινα θαλασσινά πουλιά με την κατάφωτη καταγωγή
της πρόθεσης στα μάτια
Στερεωμένα σε λαιμούς, διαδηλωτές πευκοβελόνες
ναπαίξουν τα ελεύθερα παιδιά των πικάπ
Τελευταία κατάθεση του μέτρου
Κι ακόμη
Το ευγενικό γέρασμα μέσα στη νιότη του αθέατου φεγγαριού
με απαράκλητα νταούλια και σχήματα επιθυμίας
ανάμεσα στα λιθόστρωτα ντιβάνια
Στο τέρμα αυτού του τόπου, οι γωνιές μούγκριζαν ανήσυχα
σαν φωνές μανάδων
πέρα από περίχωρα πελάγη
Και σήκωναν τα σύννεφα υποσχέσεις των βουνών και των ραπισμένων κλημάτων
Στην πλάτη οι πλατείες των γονάτων και των σκοινιών, σκοπίμως μεταμοσχευμένες στον κορμό και στο τρυγόνι
Σαν μουσική αρπαγή της καταδίκης —τα στόματα των μελλοθανάτων
Μιλούν με βεγγαλικά τραγούδια και βαμβακερά ποιήματα· συλλαβές
που κόβουν και δυναμιτίζουν
το σπαθί και το πολυβόλο.
Τ’ ακούς ακούραστα
μέσα από τα πέταλα των πρώτων κόκκινων γαρυφάλλων,
όπως εκρήγνυνται τα κατάρτια χέρια και τα αργά απορημένα δέρματα
Στον γυρισμό
Το φωτοστέφανο στόμιο
από το πλαστικό ποτήρι
να σκάβει μέσα στο χρέος
Την ώρα που συνέρχεται το αντάρτικο τραγούδι
Και οι λαμπάδες μπροστά από τις μάντρες
Περνούν, παίρνονται με τη ζωή και στέκουν
Βλεφαροβαμμένα οχυρά στον άχρονο καιρό.
**
ΙΙ
9.5.1945 (Των λαών)
Ανθίζουν κοίτες, καρυδιές μπρος στα σφαγεία
Κι ένα παιδί καραβοφάναρο ψηλό
Που στης χοάνης τη μητέρα συνοικία
Πέρασε χρόνια και κουπιά χωρίς νερό
Μόνο πηλό είχε σε χέρια εκμαγεία
Βάρδια μαχαίρι κρεμασμένη στον λαιμό
Θυμήσου μέρες σαν φαρμάκια στο λιοστάσι
Νύχτες π’ ανάψανε με φως σπαραχτικό
Τόπους γιαλούς πριν η ανάγκη τούς χορτάσει
Να σημαδεύουν απ’ τη γη λεμονανθό
Κι απ’ το τραγούδι σου ακτή έμεινες φράση
Όταν σε παίρνανε καμιόνια στον βωμό
Στολή από χώμα και πυξίδα από λάδι
Αλώβητη η απόκριση σ’ αντίποινο στοιχειό
Δοκίμασαν αδιάτρητο τον φόβο οι τυράννοι
Στη γλώσσα σπλάχνα διάφανα σαν γέννημα νερό:
Τη λευτεριά ερωμένη σου κι ας κλαίει κάθε βράδυ
Για πάντα την οφείλεις πια στον Κόκκινο Στρατό
***
ΙΙΙ
Μάνα· ποιος θα σε πει;
Μητέρα, μάνα, σε θανάτου αγορά
Βρίσκουν τα χρόνια σου οι μνήμες των απόντων
Κυνηγημένες,δευτερότοκα παιδιά
Σάλπιγγες διάπυρες αγωνιστών ερώτων
Μητέρα, μάνα και μανούλα του νοτιά
Ποιος θα σε πει με τ’ όνομα κρύου χειμώνα
Αίμα να τρέχεις, να ζεσταίνεις τα πουλιά
Μάη που ψάχνουν στη σκιά του Κιθαιρώνα
Μητέρα, κράτα τα όνειρά σου πιο γερά
Είναι θανάσιμα τα χιόνια που περνάνε
Πάνω στα στήθη και στ’ αχτένιστα μαλλιά
Άστρα τα εγγόνια σου —τον ουρανό μετράνε
Βάσια Καλογεράκου
Τρία ανέκδοτα ποιήματαυπό τον τίτλο «Μέρες μέσα στον Μάη»









