Κόσμος καινοτόμος

 

Ψάχνω κάτι που να φέρνει σε παρομοίωση,

θυμάμαι.

Σε μεταφορά.

Αλλά εδώ όλα φέρνουν την ακριβή τους μορφή.

 

Ψάχνω ένα «σαν»

να γίνει η σύμπλευση.

Ένα «όπως»

να παραλληλιστεί.

Αλλά εδώ όλα γίνονται κυριολεξία

σε αυτή την καινοτόμα εποχή.

 

Λοιπόν,

τραβάω μια ορθή γραμμή

και ξανά προσπαθώ.

Προχωράω μέχρι να βγει η σύνθεση,

να έρθει η ποίηση και σε αυτή τη νέα εποχή.

 

Σέρνω τις λέξεις,

φέρνω τις παρομοιάσεις μου μαζί.

Αλλά στο διάβα γίνονται όλα αντικείμενα,

έτοιμα να μπουν –λένε- στη γραμμή παραγωγής,

να στοιχηθούν ένα -ένα με την κυριολεξία,

να μπουν στη βιομηχανική γραμμή.

 

Πρέπει-λένε- να φορεθούν την ακριβή τους έννοια,

για να έχουν μορφή αναλώσιμη και περιστασιακή.

 

Επιβίωση-επιβίωση.

Αυτό-λένε-ονομάζεται η καινούργια εποχή.

 

Σε αυτόν τον κόσμο δεν χωράνε μεταφορές και υπαινιγμοί.

Όλα πρέπει να πάρουν ενδυμασία υλική,

αντικειμενική,

καταναλωτική.

 

Τα σχήματα λόγου-μου λένε-

δεν φέρνουν τη σιωπή,

ούτε την υπακοή.

Κοστίζουν.

 

Επιβίωση-Επιβίωση.

Αυτό φέρει ο καινούργιος κόσμος-μου έχουν πει.

 

Και εμένα πάλλεται μέσα μου μια απορία·

Κόσμος καινοτόμος ήταν τελικά η μεταφορά,

πριν φορεθεί την κυριολεξία;

 

 

 

**************

 

Κόσμος βυθισμένος

 

Πληγές αγκιστρωμένες

ψάχνουν θαλπωρή σε ξένο λιμάνι.

 

Ταυτότητες;

Σαν φύκια ξεβρασμένες,

πάνω σε κάποια αποβάθρα ξεχασμένες,

να προαναγγέλλουν την προϊούσα σήψη.

 

Διανόηση;

Χρόνια αγκυροβολημένη,

με όλες τις ενοχές φορτωμένη.

Προοιωνίζει,

και έπειτα -μέσα στον όλεθρο-

βυθίζεται.

 

Ποίηση;

Ολότελα πνιγμένη,

μέσα στον ίδιο βυθό καταδικασμένη

να περιμένει τον επόμενο απολογισμό.

 

Και εγώ,

Η Ανατολή,

αναδύομαι ματωμένη,

να ανακηρύξω τους επόμενους νεκρούς.