https://murrayparkphotography.weebly.com/painting-with-light.html
ΕΠΙΦΑΝΙΑ
Πώς καίνε τα μάτια μου απ’ κλάμα
πώς καίνε τα μάτια μου απ’ τα νιάτα
τη ζωή που θυσίασα στο φως.
Πώς καίνε τα σπλάχνα μου από σένα κι όλα μυρίζουν από σένα κι όλα σημαίνουν εσένα κ’ είναι
μεσάνυχτα.
Μετέωρη καμπάνα που την ώρα της αγάπης θυμίζεις, την ώρα του έρωτα, την αιωνιότητα.
Γαμημένο καμπανάκι που θρηνείς μετά από μένα.
Κι όλα τ’ αστέρια απόψε ξέρουν την αλήθεια, κι όλα τα δέντρα απόψε θυμούνται το σώμα σου.
Χείλη που δε γνώρισαν ονόματα.
Μαρία Μαρία, άσε τα ρούχα πάνω στην καρέκλα κι έλα στο κρεβάτι.
Έλα να σου μάθω τη φλόγα της καρδιάς και τη λάμψη της αντάρας, τον κρότο της ψυχής που σπάει.
Άκου άκου τον άνεμο της μνήμης, άκου το προαιώνιο δράμα, σάρκες από σάρκες, οστά από οστά,
δίχως απάντηση.
Ο άνεμος θυμάται το άδικο
τον πόλεμο την πείνα, τον φόνο τη σπάταλη,
τη βέβηλη σπατάλη της ανήλικης ζωής.
Όταν κοινώνησα το σώμα σου, Μαρία, έλαβα μιαν απάντηση.
Πώς τρέμω μέσα σου καθώς θυμάμαι κ’ η μνήμη γίνεται ταυτότητα.
Αγαπημένο σώμα, κολυμπήθρα της νέας ζωής, σπλάχνα που ευωδιάζετε απ’ το αρχαίο κάλλος.
Τρίχινο φως κι άγριο με καλύπτει
απόψε που ήρθες εσύ με πέλμα πολεμικό κι ερωτικό
και χείλη βέβαια για τον χρησμό τους.
***
ΜΥΣΤΙΚΟ
Μέσα στα χέρια σου γνώρισα τον Θεό μου.
Και μύριζε η νύχτα εκδίκηση κι απαλό χορτάρι και τα δέντρα αναστοχάζονταν τη θλιβερή σου
σταύρωση.
Ήμουν ένα φυλαχτό μέσα στη φούχτα σου, θυμάμαι, ήμουν ένας ουρανός μέσα στη φούχτα σου, είχα
ταυτότητα και σκοπό, γεμάτος από εσένα,
μέσα στη φούχτα σου έγινα ιστορικός χρόνος.
Κ’ ήταν το σώμα μου κοινό, ήταν οι άλλοι και το εγώ, ήταν το σώμα μου κοινό, ένας χάρτης.
Κ’ είχα συναίσθηση ολόκληρης της απελπισίας και της ελπίδας του ανθρώπου, εγώ ο παράλυτος από τη
νόσο του χρόνου πήρα το κρεβάτι μου κι έφυγα.
Γιατί η ιστορία έγινε το κέντρο κ’ ήσουν ο καθρέφτης
όλων των ζωών, όλων των μερισμένων στιγμών.
Ήσουν το σύνολο των επιφωνημάτων και των γλωσσών, ήσουν εγώ και τίποτα, ένα όνομα μισοσβησμένο
που διεκδικεί τη σωτηρία.
Έλα να περπατήσουμε εδώ, δίπλα στη λίμνη των στεναγμών και των θαυμάτων, έλα να τραγουδήσουμε
τον ρόγχο του πνιγμένου.
Είναι το κορμί σου τώρα μαγνάδι ιερό κι ένας σκοτεινός άνεμος έρχεται απ’ τα σπίτια, άνεμος φτώχειας
και αρρώστιας, άνεμος αναφιλητών και προσευχών, έλα να περπατήσουμε εδώ κάτω απ’ τα δέντρα
που τραγουδούν την προδοσία και τον άθλο, να με φιλήσεις και να κοινωνήσω την ψυχή σου.
Τι είναι άνθρωπος και τι μη άνθρωπος; Γαλήνη.
Αηδόνια θρησκευτικά μου αδέλφια, συναθλητές μου και φίλοι, σεις που τραγουδάτε την αγωνία του
πόθου και το αίμα, το αίμα που έγινε πράξη ηρωική, πάρτε τον ύπνο μου σε όνειρο αρετής κι
αγάπης, την οδύνη του φευγαλέου να μην αισθάνομαι, να μην επιθυμώ άλλο τη φυγή.
Σ’ ένα ακέραιο παρόν να τελειώσω, μες στην απάντηση να βαπτιστώ.
**
ΚΑΡΑΒΑΝΙ
Και τα λιόδεντρα σείονταν απ’ τον πάσχοντα λόγο
και τα κύματα διπλώνονταν σαν του φυματικού το μαντήλι.
Ψίθυροι και βλαστήμιες έσταζαν απ’ τα φύλλα
αναφιλητά και κόποι
ζωές που πλήγωσε η ασχήμια.
Ψυχές ηρωικές
που κοινωνήσατε απ’ το πετραχήλι της Νύχτας την υψηλή απελπισία
ψυχές απαρηγόρητες κι ανένδοτες
ακούω το μακρινό σας καραβάνι να διασχίζει τον άνθρωπο
ακούω την άρνησή σας.
Σεις οι ταγμένοι στην απάντηση
εσείς που μουρμουρίζετε στον ύπνο σας της φυγής τ’ αλφαβητάρι.
Ακρίτες του στοχασμού και του συναισθήματος
γηγενείς της λαλιάς των πραγμάτων.
**
ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Μακριά πολύ απ’ την πατρίδα άλλα θα ζητά η καρδιά μου.
Μέσα στις ένδοξες λεωφόρους της μνήμης να πορευτώ
άπραγος κι αμήχανος να εμπιστευτώ τις αισθήσεις
στα μαρμαρωμένα ορφανά των βιτρό
στις αγράμματες παρθένες και τους τεχνίτες
σε κακοφορμισμένες πληγές και βρόμικες κομπρέσες
σε λόγιους κληρικούς που αφοσιώθηκαν στην αγωνία
σε δρόμους άθλιους που παγώνουν την καρδιά
σε νήπια που τα έταξαν στον Θεό για μια δεκάρα ελπίδας
σε ιερά ψέματα, ηθικές πλάνες
σε στρατιώτες που μιλούσαν στη λαλιά του αληθινού Θεού
στα σκεύη που διαφύλαξαν τον πόλεμο και την ειρήνη
σε μονάρχες που τυφλώθηκαν για ένα γαμημένο καπρίτσιο
στο ήμερο στόμα της αρετής, στην τρομερή κλαγγή του άθλου
για μιαν απάντηση πουτάνα, για μια ραφινάτη βεβαιότητα
ξανά και ξανά να περιφέρομαι στης ιστορίας μας το άθλιο χωνευτήρι
λοξά να κοιτάζω τη μοίρα μας
και να λογαριάζω της γαλήνης το απάνθρωπο κόστος.
**
ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
Κι αν αγάπησα την αρρώστια μου, κι αν είπα την κακία ομορφιά
Κύριε, δεν απέστρεψα το βλέμμα
απ’ το αρχαίο κάλλος του πλατάνου Σου
απ’ την υγεία της αγίας άνοιξης
Κύριε, δεν απέστρεψα το βλέμμα
δεν αρνήθηκα.
Τώρα πονώ
καθώς έλκεις τη σάρκα που καθηλώθηκε απ’ τις πρόκες της κακίας.
Κι αν αγάπησα την αρρώστια μου, κι αν είπα την κακία ομορφιά
είναι γιατί Εσύ εγγυάσαι για την αλήθεια της ύλης
είναι γιατί το σώμα είναι το σκήνος της ψυχής
ο ναός Σου.
Κι αν έχασα τον δρόμο κι αν είπα λόγια πικρά
κι αν ο άνεμος της ερήμου έδωσε σχήμα στη ζωή μου
ακέραια διαφύλαξα τη μνήμη.
Η μνήμη είναι ταυτότητα.
Τ’ όνομά μου, η λέξη που περικλείει ολόκληρο τον κόσμο
η αρχαϊκή λαλιά
είναι αίμα κι εαυτός
είναι ο νόμος που με συνέχει
το κρυφό του κοχυλιού τραγούδι.
Γιατί τι άλλο είναι η ψυχή
αν όχι το όστρακο που περιβάλλει τη σάρκα μας
το μνημονικό ηχείο του παρελθόντος;
Κλείνω τα μάτια μου και Σε θυμάμαι
και το εγώ γίνεται ο άλλος
ο πρώτος κι αληθινός.
Κ’ η μνήμη του χωράει μόνο Εσένα.









