Υπήρξα χωρίς ρίζες·
επέπλεα στα λιθόστρωτα και στη χλόη
περιγελούσα τ’ αδέσποτα
κραδαίνοντας τις αλυσίδες της απόγνωσής μου
καθάριζα τα χέρια μου απ’ τα βρύα
ενώ βυθιζόμουν στα ρεύματα –
υπήρξα πικραλίδα κάτω από τις δρύες
σε λασπωμένες εκτάσεις, σε κανάλια υπόγεια
αέρινος κλέφτης και γύριζα
αδιάφορος στο κρώξιμο των πουλιών
και στα τραγούδια των φρύνων
σε ήλιο σε μπόρα και σε συννεφιά
υπήρξα εν κινήσει αόμματος,
διασχίζοντας έρημες χώρες
δίχως να σπέρνω, δίχως να
θάβω τα κέρματα στις συκομουριές
απευχόμενος τα φύτρα της γης
σα ζητιάνος την καταιγίδα
τσαλαπατώντας τριζόνια
υπήρξα γυμνός κι όλος μούσκεμα.
Τώρα ανασαίνω με το κεφάλι στο χώμα·
τεντωμένος κατακόρυφα προς το φως
ονειρεύομαι σκιές ανθρώπων να φεύγουν
και να ρχονται
-μου πιέζουν το έδαφος πέλματα
σπάζουν λαιμοί στα κλαδιά μου-
τώρα ανασαίνω ανάποδα
τόσο βαθιά ριζωμένος κι ακλόνητος
ξύλο επί ξύλου κρεμάμενο
μέτρο εποχών και εντόμων
ορόσημο· κι ωστόσο
με κατατρύχουν σαράκια· κι ωστόσο
αδυνατίζω, ωστόσο ακόμα ψελλίζω:
«δεν είμαι εδώ, δε ζω εδώ,
έρχομαι από άλλο μέρος» –
ψάχνω ακόμα το μονοπάτι
ζωγραφίζω τον ανέφικτο φεγγίτη της διαφυγής,
τώρα που ανασαίνω θαμμένος στη γη
τεντωμένος σα δείκτης του ήλιου
ονειρεύομαι να κυνηγώ περιστέρια·
τώρα που μαι μονάχα νεκρός
τώρα που μαι μονάχα ένα δέντρο.









