Το χρονικο της σκλαβιας και του πόνου

 

 

 

«Η Ελένη προχώρησε αγέρωχα προς το συρματόπλεγμα. Ακόμη διεκδικούσε να περάσει απέναντι. Την ακολούθησαν κοπάδι νεκρων, σκιες σκοτωμένων σε μια θανατερη πορεία –σαν δεν έβρισκαν ανάπαυση στους τάφους-τους- που ζητούσαν αίτιους και ευθύνες∙ ο Παπάντρεας, ο παπας-Τρουλλίδης, ο πατέρας Λύσανδρος, η μάνα Λουτσία, η ξαδέλφη Βασίλα, η θεια Ζηούρα, η θεία Γρουση, η Μαρόττα, η Φωτεινη, ο Θεόδωρος…».

 

Με αυτη τη συγκλονιστικη παράγραφο, στην οποία περιγράφεται μία πορεία των εξεγερμένων και αδικαίωτων νεκρων της Καρπασίας που διεκδικουν την επιστροφη-τους στην κατεχόμενη γη-τους, καθοδηγούμενοι απο την ηρωϊκη δασκάλα Ελένη Φωκα που προπορεύεται αυτης της νοερης πορείας, ολοκληρώνει η Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου το υπέροχο πολυσέλιδο (600 σελίδες!) μυθιστόρημά-της που τιτλοφορείται «…και πολλα επικράνθη-Η Ελένη της Καρπασίας», που κυκλοφόρησε το 2024 απο τις εκδόσεις Νεφέλη.

 

 

Μυθιστόρημα στο οποίο καταγράφεται ο ανένδοτος αλλα άνισος αγώνας που έδωσε για δεκαετίες η πολυβασανισμένη δασκάλα της Καρπασίας για να κρατηθει στη γη-της, μαζι με τους συντοπίτες-της, αλλα παράλληλα εξιστορούνται και τα φρικτα βασανιστήρια που υπέστη κατα καιρους αυτη η ακατάβλητη ψυχη, όπως βέβαια και όλοι οι άλλοι Έλληνες εγκλωβισμένοι, απο τους σιδερόφρακτους στρατιώτες του Αττίλα και τους άτεγκους αξιωματούχους του κατοχικου καθεστώτος, που κατέλαβαν και κρατάνε παράνομα απο το 1974 τα ιερα χώματα της βόρειας Κύπρου.

Η Ευρυδίκη Π. Παπαδοπούλου, με άλλα λόγια, κατόρθωσε μέσα απο τις ζωντανες, λεπτομερεις και ακριβεις περιγραφες-της ν’ αναδείξει το ψυχικο σθένος αυτης της μικρόσωμης και αδύναμης γυναίκας, που τόλμησε να τα βάλει μόνη και αβοήθητη με μία πανίσχυρη δύναμη και ένα σύγχρονο πάνοπλο στρατο, χωρις να λυγίσει, υπομένοντας με απερίγραπτη αντοχη τα φρικτα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες ταπεινώσεις που την υπέβαλλαν για δεκάδες χρόνια, όμως με ακλόνητη πάντοτε την πίστη πως αργα ή γρήγορα θα δοθει δικαιοσύνη στη Κύπρο για να μπορέσουν, τόσο αυτη όσο και οι άλλοι πρόσφυγες, να βαδίσουν ελεύθερα στη γη της Καρπασίας, στη γη που τους ανέθρεψε, για να ζήσουν ξανα εκει ειρηνικα, έστω και μέσα στα ερείπια των γκρεμισμένων τώρα σπιτιων-τους.

Διαπιστώνω όμως, πως το βιβλίο της Ε. Π. Παπαδοπούλου δεν είναι μόνο ένα συγκλονιστικο βιογραφικο ντοκούμεντο για μία πολυβασανισμένη δασκάλα που μαρτύρησε στωϊκα στα χέρια των αδίστακτων κατακτητων. Είναι ταυτόχρονα και ένα εμπεριστατωμένο χρονικο της προσφυγιας και του πόνου, όλων των εγκλωβισμένων αλλα και όλων των προσφύγων της χερσονήσου της Καρπασίας, όπως αυτα τα στοιχεία έκδηλα φανερώνονται, χάρη στις συγγραφικες ικανότητες της Παπαδοπούλου, μέσα απο τις σελίδες του βιβλίου. Θέλω να σημειώσω πως η σχοινοειδης αφήγησή-της ακολουθει και βαδίζει πιστα πάνω στ’ αχνάρια της σύγχρονης Ιστορίας και της σκληρης πραγματικότητας, όπως αυτα άρχισαν να χαράσσονται βαθια στην ψυχη των Ελληνοκυπρίων απο το μαύρο καλοκαίρι του 1974.

Η λογοτεχνικη γραφη της Ε. Π. Παπαδοπούλου, ένεκα βέβαια και της θεματογραφίας με την οποία καταπιάνεται τον τελευταίο καιρο, η οποία σχετίζεται με τις διαρκεις θηριωδίες που διαπράττουν οι Τούρκοι σε βάρος των Ελλήνων απο τα πολυ παλια χρόνια, θυμίζει, και μάλιστα έντονα, την πεζογραφία των σημαντικων Ελλήνων συγγραφέων της γενιας του 1930. Συγκεκριμένα, η ποιότητα της γραφης-της, σε σχέση πάντοτε με την θεματογραφία-της, φέρνει στη σκέψη-μας κάποια απο τα σπουδαία μυθιστορήματα του Ηλία Βενέζη, του Στρατη Μυριβήλη κ.ά. Θέλω, χωρις περιστροφες, να τονίσω πως η Ε. Π. Παπαδοπούλου, ως συγγραφέας, έχει τη στόφα αυτων των σημαντικων λογοτεχνων! Κατόρθωσε, δηλαδη, τη μεγάλη συμφορα που προκάλεσε στο λαο-της η τραγωδία του 1974 να τα κάνει ρεαλιστικη και ελκυστικη λογοτεχνία για να τα διαβάζουν άνετα και για να πληροφορούνται σωστα όσοι ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα γι’ αυτη τη μαύρη σελίδα της Ιστορίας του ελληνισμου της Κύπρου.

Η συγγραφέας όμως, αυτη τη σκληρη πραγματικότητα και τον πόνο που έφερε στον τόπο-της η τουρκικη σκλαβια, φρόντισε να τα αντιπαραθέσει, και αν είναι δυνατον να τα απαλύνει μέσα στο βιβλίο-της, όσο τις το επέτρεπαν βέβαια οι δυνάμεις-της, με υπέροχες περιγραφες και λυρικες εικόνες απο άλλες καλες εποχες στην Καρπασία και κυρίως απο την παιδικη ηλικία της Ελένης Φωκα, που είναι γεμάτες τρυφερότητα, ποίηση και κυρίως νοσταλγία, υπενθυμίζοντάς-μας με αυτο τον τρόπο πως η Ε. Π. Παπαδοπούλου όταν γράφει τα κείμενά-της λειτουργει περισσότερο με την ευαισθησία της αληθινης ποιήτριας, εφόσον αυτη είναι η κύρια συγγραφικη ιδιότητά-της. Δίνω ένα ενδεικτικο απόσπασμα:

Μα όπως περνούσαν οι εποχες μονάχες και σβήνανε η μια μέσα στην άλλη, την πελεκούσαν οι λιγοστες νύχτες με άστρα, που της θύμιζαν πως έφτανε το θέρος. Κάθε που έβγαινε καινούργιο φεγγάρι, στεκόταν στο παράθυρο, εκείνο το παράθυρο με τις σιδεριες, και το έβλεπε. «Ούτε κουβέντα», του έλεγε, «ούτε κουβέντα! Σιωπη…σιωπη. Ποτε μη μιλήσεις για προορισμους που ξεστράτισαν, για εχέμυθα φεγγαρόφωτα που εμπιστευτήκαμε. Λέω για τότε, λέω για κάποτε, λέω για κείνα τα πρώτα πρώτα καρδιοκτύπια που πέτρωσαν λησμονημένα. Σιωπη…σιωπη. Τι διψα το πέλαγος απόψε! Τι παρηγορια η νοτισμένη γη!».

σ. 386

 

Βέβαια, μέσα απο τους ζωντανους διαλόγους-της, τις λεπτομερεις περιγραφες των ανθρώπων και του τόπου που μας δίνει η συγγραφέας, αλλα και την ακριβη καταγραφη μαρτυριων και δηλώσεων ή την παράθεση γραπτων ντοκουμέντων, φανερώνεται πως έκαμε πολύχρονη, σοβαρη και επίμονη έρευνα και προεργασία μέχρι να μαζέψει, να επιλέξει και να επεξεργαστει το άφθονο ακατέργαστο υλικο-της. Θαύμασα, ειλικρινα, τον κόπο που έχει κάνει και κυρίως τη δύναμη με την οποία κυριάρχησε πάνω στο πλούσιο υλικο που είχε μπροστα-της, όπου στη συνέχεια το μετάπλασε σε υπέροχη λογοτεχνικη γραφη, κατορθώνοντας να μας δώσει με ακρίβεια και στην ολότητά-του το, κατα τ’ άλλα, απερίγραπτο δράμα των κατοίκων της Καρπασίας, κυρίως τα φρικτα μαρτύρια που υπέστησαν οι εγκλωβισμένοι αλλα και όσοι ξεσπιτώθηκαν, βίαια και ετσιθελικα απο τις πατρογονικες εστίες-τους, φωτίζοντας και αποκαλύπτοντας παράλληλα και την καταστροφη και την ερήμωση που επέφεραν οι κατακτητες σε αυτο το άλλοτε ζωντανο και εύφορο μέρος της Κύπρου!

Προτου μπουν οι εχθροι στο χωριο, φύτευε κρίνα της Παναγίας και περιποιόταν τους τάφους των πεθαμένων-της. «Τώρα…ακόμα κι οι τάφοι σκλαβωμένοι» σκέφτηκε. Τα κοιμητήρια καταστραμμένα, σπασμένοι σταυροι και τάφοι. Αλλου ξέθαψαν και πεθαμένους, να βρουν δόντια κι ό,τι άλλο χρυσο είχαν πάνω-τους οι νεκροι. Μια βεβήλωση σ’ όλα τα κατεχόμενα χωρια του μοιρασμένου πια νησιου. Μα της Αγίας Τριάδας κρατούσε ακόμη το κοιμητήριο∙ όχι ότι δεν έγιναν βαρβαρότητες∙ λιγότερες όμως.

Η σκέψη ταξίδεψε και στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Δεν είχε απομείνει τίποτε∙ ούτε εικόνα ούτε ευαγγέλιο ούτε δισκοπότηρο ούτε εξαπτέρυγα ούτε θυμιατήρι. Είχαν καταληστέψει όλα τα ιερα σκεύη. Οι εικόνες εξαφανισμένες, σπασμένοι σκάμνοι, τσακισμένο το παγκάρι, γυμνη η εκκλησία, και κάτω στο πάτωμα ανθρώπινες ακαθαρσίες.

σ. 151

 

Στο βιβλίο-της η συγγραφέας, πέρα απο τα βάσανα των εγκλωβισμένων και των προσφύγων κατοίκων της Καρπασίας, επεδίωξε να περάσει τα ήθη και έθιμα, κοινωνικα και θρησκευτικα, των κατοίκων-της, τις αγροτικες ασχολίες-τους, τους θρύλους και τις παραδόσεις-τους, τις συνήθειες-τους, τους τρόπους διασκέδασής-τους και τις ιδιομορφίες-τους αλλα κατέγραψε με θαυμαστο, θα έλεγα ,τρόπο και την πλούσια χλωρίδα και τις φυσικες ομορφιες της άλλοτε πανέμορφης χερσονήσου.

Μύρισε με τη σκέψη μονάχα, ένα ένα φυτα, δέντρα και θάμνους της ¨πατρίδας¨∙ σαψισια, μυρσινια, αόρατους, αντρουκλια, τριμιθκια, σσινια, ξισταρκα, στερατζια, μυριτζια, θρουμπι, χαχομηλια, αναθρήκα, σκλινίτζιν, τρισατσία, γαϊδουράγκαθθα, μουσκουνια, αθάνατα, μιλιγκόνια, μιτσιγκόρτες, κυκλάμινα, αγριονάρκισσους, λαλέδες, φτεροκαϊνες, δάκρυα της Παναγίας…και δεν είχε τελειωμο η αναφορα της μνήμης.

σ. 151

 

Απο τα πιο πάνω χαρακτηριστικα του τόπου και των ανθρώπων-του, αξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως η χερσόνησος της Καρπασίας ήταν μία άλλη Κύπρος μέσα στην Κύπρο! Ένας ιερος πανάρχαιος τόπος με δικη-του οντότητα και φυσιογνωμία. Εννοω με δικη-του ιστορικη, κοινωνικη και θρησκευτικη παράδοση που ανακόπηκε βίαια το δίσεκτο καλοκαίρι του 1974. Ήταν, για να το πω με άλλα λόγια, μία άλλη Κύπρος ομηρικη και συνάμα βυζαντινη, που δεν την αλλοίωσε ο χρόνος αλλα η βάρβαροι κατακτητες με την ιμπεριαλιστικη μανία-τους! Αυτο εξάλλου αποδεικνύεται απο τη γλώσσα και κυρίως απο το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν οι Καρπασίτες αλλα και απο τα ονόματα, τόσο των ανθρώπων όσο και των τοπωνυμιων της περιοχης! Ας μην ξεχνάμε όμως, πως μία ολόκληρη περιοχη της χερσονήσου αποκαλείται «Αχαιων ακτη», όπου φημολογείται πως εκει πάτησαν το πόδι-τους οι πρώτοι Αχαιοι όταν έφθασαν στην Κύπρο. Δίνω κάποια ενδεικτικα ονόματα ανθρώπων που καταγράφονται στο βιβλίο: Λυσιμάχη, Ανδρομάχη, Λαμπρινη, Λαζάρα, Φωτείνα, Βάγια, Λουτσία, Ζηούρα, Χουμιανη, Σταυρου, Μαρτου, Σαβου, Μελαξουδια, Μαρόττα, Φλουρέντζα, Φιλήμονας, Συνέσιος, Επιφάνιος, Θύρσος, Τεύκρος, Ιωαννίκιος, Νεκτάριος, Σωζόμενος, Αυξέντιος, Στυλικάνθης, Μιστοκλης, Μαροκκας, Γιακος κ.α.

Υπο αυτη την έννοια, λοιπον, βρίσκω πως το βιβλίο της Ε. Π. Παπαδοπούλου, πέρα απο ένα σπουδαίο λοτέχνημα, είναι και ένα χρηστικο εργαλείο το οποίο άνετα μπορει να βοηθήσει στην έρευνα, τόσο απο την πλευρα της Ιστορίας όσο και απο την πλευρα της Κοινωνιολογίας και της Γλωσσολογίας.

 

 

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσε