Fernando Pessoa, Ανθολογία ποιημάτων (Εισαγωγή- Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς) -Α΄ ΜΕΡΟΣ
Fernando Pessoa, Ανθολογία ποιημάτων (Εισαγωγή- Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς) -Β΄ ΜΕΡΟΣ
Η παράλογη ώρα
Η σιωπή σου ένα καράβι με άσπρα πανιά
Το χαμόγελο σου, απαλό σαν χάδι στου αγέρα τις σημαιούλες
Και το χαμόγελο στη σιωπή σου η σκάλα και τα βήματα
Που μαυλίζομαι για πιο ψηλά στην άκρια κάποιου παράδεισου
Η καρδιά μου ένας αμφορέας που πέφτει και σπάει …
Η σιωπή σου μαζεύει και κρατάει ίσα μια γωνιά του
Η σκέψη μου για σένα πτώμα που τραβάει το κύμα στο ακρογιάλι .., και μολαταύτα
Είσαι ένα υφάδι ξωτικό που στέρεψε τη τέχνη μου από χρώμα
Ανοίξτε τις πόρτες όλες να διώξει ό άνεμος τις σκέψεις
Σαν καπνό της αραθυμιάς των σαλονιών ..
Η ψυχή μου μια σπηλιά βυθισμένη στην παλίρροια,
Και η αναπόληση σου ένα μπουλούκι θεατρίνων …
Βρέχει ξεθωριασμένο χρυσό, αλλά όχι έξω …Σε μένα … Είμαι η ώρα
Κι η ώρα είναι για τ’ απίστευτα κι όλη θραύσματα δικά σου …
Στο νου μου μια χήρα πονεμένη που ποτέ της δε κλαίει …
Στο μέσα μου στερέωμα ποτέ δεν είχα ούτε ένα άστρο …
Τώρα είναι βαρύς ο ουρανός σα σκέψη που ποτέ δεν έφτασε λιμάνι …
Ένα ψιλόβροχο λιχνίζει …Και η ώρα ξέρει ότι έχει υπάρξει
Τίποτα καλύτερο από ένα κρεβάτι για τα καράβια! …Αφηρημένο
Στην ίδια του την αποξένωση, το βλέμμα σου σα χτικιό χωρίς αίσθημα …
Όλες μου οι ώρες από μαύρο ίασπι
Οι έξεις μου λαξευμένες σε μάρμαρο που δεν υπάρχει,
Δεν υπάρχει χαρά ούτε λύπη, εκείνη η λύπη που με κάνει χαρούμενο,
Και η ευτυχία μου απ’ την ανάστροφη ούτε καλή ούτε κακή …
Τα στυλιάρια των ραβδούχων τινάχτηκαν στις άκρες των δρόμων
Οι παντιέρες των μεσαιωνικών νικών δεν έφτασαν μέχρι τους σταυροφόρους …
Ἐχωσαν χρήσιμα αποκόμματα στις πέτρες των οδοφραγμάτων …
Και η χλόη μεγάλωσε στις σιδεροτροχιές με δύναμη ολέθρια …
Α! πόσο γέρικη τούτη η ώρα! ..Και όλα τα βαπόρια φύγαν!
Στην ακτή ένας κάβος νεκρός και τα κομμάτια των πανιών μιλάνε
Για τ’ αλλαργινά, για τις ώρες του νότου, από κει που τ’ όνειρα μας
Πορίζουν τον πλανταγμό του ονείρου πιότερο από το ίσαμε τη σιγή τους.
Το παλάτι έγινε ερειπιώνας …Πονάει το θέαμα του πάρκου στην εγκατάλειψη
Της φοντάνας χωρίς τον πίδακα … Να κοιτάξεις δε μπορείς πιο πέρα
Και να μη συνθλιβείς μπροστά στο τοπίο του χηνόπωρου …
Αυτό το τοπίο ένα χειρόγραφο με την καλύτερη φράση του κομμένη.
Η τρελή έσπασε όλα τα στιλπνά κηροπήγια
Λέρωσε τη λίμνη με σκισμένα γράμματα, πάμπολλα ..
Και η ψυχή μου είναι το φως που δεν θα κάψει πια στα κηροπήγια …
Και τι θέλουν στη λίμνη τη δυσοίωνη οι πόθοι μου, ανάλαφροι μπάτηδες;
Γιατί να σεκλετίζομαι και να πονάω; … Ξαπλωμένες στο φεγγαρόφωτο
όλες οι νύμφες …ήρθε ο ήλιος κιόλας έφυγαν …
Η σιωπή σου τη σκέψη μου τριβελίζει να ναυαγήσω
Είναι η σκέψη της φωνής σου που ακούω στη λύρα ενός επίπλαστου Απόλλωνα …
Δεν υπάρχουν πια ουρές παγονιών όλα τα μάτια στους κήπους τους αλλοτινούς..
Οι ίδιες οι σκιές ακόμα πιο θλιμμένες … Ακόμα
Υπάρχουν ποδιές υπηρετριών (φαίνεται) στο πάτωμα, κι ακόμα κλαίει
Μια σαν ηχώ από βήματα της αλέας που εδώ τελειώνει.
Όλα τα δειλινά ρίζωσαν στη ψυχή μου
Το γρασίδι σε όλους τους λειμώνες ήτανε ανακούφιση
κάτω από τα πόδια μου τα παγωμένα
Στέγνωσε στο βλέμμα σου η σκέψη νηφάλια να σε συλλογιστώ
Κι αυτό που βλέπω σε σένα είναι λιμάνι χωρίς καράβια …
Σηκώθηκαν κάποτε όλα τα κουπιά …Για το χρυσάφι των αγρών
Αποθύμησαν θάλασσα να μην υπάρχει …Μπροστά
Στο θρόνο μου της αποξένωσης χειρονομίες σε σπάνιους λίθους …
Η ψυχή μου είναι μια λάμπα που έσβησε και ακόμα πυρακτωμένη.
Α!, η σιωπή σου ένα απείκασμα κολοφώνα μπροστά στον ήλιο
Όλες οι πριγκηπέσσες ένοιωσαν πλάκωμα στα σωθικά …
Από το αψηλότερο παράθυρο του πύργου ένα ηλιοτρόπιο μόνο
Φαίνεται, κι η σκέψη ότι υπάρχουν κι άλλα ακόμα κάνει αχλιὀ το θυμικό μας …
Να ζεί κανείς η να μη ζεί! …Ω λιοντάρια γεννημένα στο κλουβί! …
Χτυπάνε καμπάνες μακριά, στον άλλο το λόφο …κοντά; …
Καίγεται το σχολείο κι ένα κορίτσι εγκλωβίστηκε στην αίθουσα …
Γιατί να μη μπορεί ο βοράς να γίνει νότος ….Γιατί ανακαλύφτηκε;
Και είμαι σε ντελίριο ..Άξαφνα σταματώ σ’ εκείνο που σκέφτομαι .. Σε κοιτώ
Και η σιωπή σου είναι η τύφλωση μου ..Σε βλέπω και ονειρεύομαι …
Κόκκινοι θρόμβοι και φίδια στον τρόπο που σε σκέφτομαι,
Και η εικόνα σου έχει στη μνήμη τη γεύση του αποτρόπαιου …
Γιατί να μην έχω για σένα καταφρόνια; Γιατί να μη το χάσω; …
Αχ, ας σε ξεχάσω .. Η σιωπή σου μια βεντάλια –
Μια βεντάλια κλειστή, μια βεντάλια που ανοιχτή θα ήταν τόσο ωραία, τόσο ωραία
Αλλά ακόμα καλύτερα να μην την ανοίξεις, για να μη ξωκείλει η ώρα …
Πάγωσαν όλα τα χέρια σταυρωμένα πάνω σε στήθη
Μαράθηκαν περισσότερα λουλούδια απ’ όσα είχε ο κήπος
Ο έρωτας μου για σένα ένας καθεδρικός επιλεγμένων σιωπών
Και τα όνειρα μου μια σκάλα χωρίς την αρχή αλλά με τέλος …
Κάποιος θα μπει από την πόρτα .. Νοιώθεις ένα γέλιο του αέρα …
Χήρες υφάντρες χαίρονται για τα σάβανα παρθένων που κεντούν …
Α, η πλήξη σου το άγαλμα μιας γυναίκας που είναι να ’ρθει,
Το άρωμα που θα είχαν τα χρυσάνθεμα, αν είχαν …
Πρέπει την απαντοχή να συντρίψουμε των γεφυριών
Τα τοπία όλου του κόσμου στην αποξένωση να παραδώσουμε,
Να ισιώσουμε θεληματικά την καμπύλη των οριζόντων
Και το βαρυγκώμιο για το πρέπει να ζεις, θόρυβος οξύς πριονιών …
Πόσο λίγοι όσοι τους αρέσουν τοπία που δεν υπάρχουν! …
Ξέροντας ότι ο ίδιος κόσμος θα είναι και αύριο
– πόσο μας πλακώνει! …
Να μην ήτανε το άκουσμα της σιωπής σου σύννεφα της θλίψης
Το γέλιο σου, άγγελος εξόριστος, και η πλήξη σου, μαύρο φωτοστέφανο …
Τρυφερό σα να ‘χει μάνα κι αδελφές, γέρνει όλβιο το απόγεμα …
Δεν βρἐχει πια, και το απέραντο του ουρανού ένα χαμόγελο μισοτελειωμένο ..
Η σκέψη μου να έχω την έγνοια σου μια προσευχή,
Και η επίγνωση του γέλιου σου ένα λουλούδι μαραμένο στο στέρνο μου …
Αχ, και να ‘μαστε δυο φιγούρες σ ένα λησμονημένο βιτρό! …
Αχ, και να ‘μαστε δυο χρώματα σε ένα λάβαρο της δόξας! …
Ακέφαλο άγαλμα γωνίας, μια σκονισμένη κολυμπήθρα,
Λάβαρο των ηττημένων που γράφει στο κέντρο το σύνθημα – Νίκη!
Τι είναι αυτό που με τυραννάει; … Όταν ακόμα και το ήρεμο σου πρόσωπο
Μόνο πλήξη με γεμίζει και όπιο χαύνωσης αποκρουστικής …
Δεν ξέρω …Είμαι ένας τρελός που έχει αποταχθεί την ίδια του τη ψυχή …
Ήμουνα εραστής σε ένα ομοίωμα σε μια χώρα εκείθεν των ονείρων …









