Στο έαρ πλάνη, ζάλη κάμπων άνισων στοιχειώνει
ετούτα τα χλωρά που γκρίζα υγρασία σκαλίζει
μ’ αλέτρι και με κοπριά ο εργάτης τα ξηλώνει
πριν φως αυγής πηχτό να βγει κι αρχίσει να θερίζει.
Και γω που τρύπες άνοιγα με στομωμένη αξίνα,
όλη τη μέρα γύρναγα χωρίς δουλειά να έχω
και πήρα στο κατόπι της μικρούλα καρδερίνα
αθέλητα ξεμάκρυνα και παραπέρα στέκω.
Απ’ του αγρού την άνανδρη γαλήνη τώρα βγήκα
σε μια βραχώδη έκταση με χώμα σαν αλάτι
εκεί δε βόσκουν ζωντανά, δε ζουν ούτε σκουλήκια,
και τσούζει τις παλιές πληγές, αγκαθωτό δεμάτι.
Στις πέτρες πάνω ξέρασα εφτά πικρές ακίδες
που σφήνωναν τον τράχηλο με αίμα αντί για ανάσα,
απ’ το ακρογκρέμι αντίκρισα σαν πάχνης φυσαλίδες
μορφές απόκοσμες, φρικτές, φορούσαν μαύρα ράσα.
Σερνόντουσαν στο έδαφος με πρόσωπα σχισμένα
κρατούσαν τρόμου την αιχμή και τούρκικη χατζάρα
σα μπούγιο ξένο, εχθρικό, από σκιές πλασμένα
και δαίμονες που σκόρπιζαν σε σπόρο την αντάρα.
Δε διέκρινα στο σχήμα τους τα όσα των ανθρώπων,
για δόντια μαύρη είχαν φωτιά και λέοντα το μάτι
βαδίζαν χύμα, σπειρωτά, με μεθυσμένον τρόπον
σαν ξύπνησαν χρόνια μετά, πολλών γενιών ραχάτι.
Στο ποδοβόλι έτριζαν της γης νωπά χαλίκια
ασκόπως όλο γύρναγαν, χαμένοι, αρχαίοι πλανήτες
χωρίς κυρίους πολεμιστές με ξίφη και καμτσίκια
εκεί τους αναγνώρισα: ήταν οι Δροσουλίτες.
Και κάνω τότε να κρυφτώ σε μιας σπηλιάς το στόμα
να μη με δουν, να μην ερθούν, να μη μπορούν καθόλου
στα ίχνη της ανατολής να βρουν τ’ άσπρο μου χρώμα
μα κείνοι είχανε φάει και πιει το μάννα του διαβόλου.
Και να σου απομακρύνεται ο ένας απ’ το πλήθος
τυφλός μα μυριζότανε του τρόμου μου ιδρώτα
στα βράχια πάνω έρπεται του θάνατου ο ήχος
αν είμαι αύριο νεκρός, νεκρός θα μουν και πρώτα.
Επάνω στέκει στη σπηλιά μια σκιά από πέτσα
με νύχια κάπνας μα αιχμηρά, μ’ ένα σπαθί χολέρας
που μούγκριζε σαν παγανιά από εφιάλτη μέσα
μπροστά μου κοντοζύγωσε, μου κόπηκε ο αέρας.
Τα βλέφαρα μου όρμηξαν στου σκότους την ειρήνη
μια προσευχή μουρμούρισα πριν βγει η στριγγή φωνή της
βακτήρια και ράβδε μου διωξ’ από δω τα κτήνη
μ’ αγγίζει τώρα η σκιά και λέει ο Δροσουλίτης:
Αν έχεις βέλος τράβα το, αν έχεις ξίφος δείχτο
κι αν τη ζωή σου ζύγισες και βρήκες να χει βάρος
εδώ εξανεμίστηκε, ποτέ δε δείχνω οίκτο,
ρίχνω του φόβου τη σπορά, στο πλάι μου ειν ο Χάρος.
Η γη ετούτη που πατάς και θα ποτίσεις μ’ αίμα
τα χνάρια πάνω σκάρωσε το είδος το δικό μου
κι αν από πάχνη φτιάχτηκα αυτό δεν κάνει ψέμα
πως η χατζάρα η αιχμηρή θα κόψει το λαιμό σου.
Σα φτάνει χρόνος θερισμού και χρόνος πένθους είναι
σαν η καμπάνα σήμανε, εμπρός λοιπόν μετρήσου
του κόσμου όλα τα δεινά αδάκρυτα υπομείνε
καθώς θα πέφτει η αραχλιά στο θάνατο αφήσου.
Τριάδας όψη ο ουρανός, τα νέφη αργά σκορπίζουν
απλώνει λάδι ο γεωργός και στους τροχούς του μύλου
τη μπρούτζινη τη φλέβα μου πριν οι αιχμές διαλύσουν
ακούγεται απ’ τα μακρινά το σάλπισμα του ήλιου.
Και στρέφει μάτια η σκιά στην πύλη του σπηλαίου
την άβυσσο σιγά διασπά η αχτίδα η πυρωμένη
απλώνει στα τοιχώματα φωτιά φωτός δικαίου
ο Δροσουλίτης χάνεται, η πέτρα μόνο μένει.
Κι αφού η μέρα έδωσε στα πράματα άξιο σχήμα
κι οι οπτασίες έσβησαν στους κάμπους των αγρίων
εγώ σκυφτός συνέλαβα σταλιά σταλιά τη ρίμα
για να ξορκίσω το κακό των σκιωδών θηρίων.










Εξαιρετικό.