μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Κρυσταλλο και εκδ. Ύψιλον

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τούτη τη στιγμή, όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα είς την οποίαν μάς έριξε η μαύρη μας μοίρα! Τι λες και συ; (Ο Εστραγκόν δε λέει τίποτα.) Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξ ίσου το είδος μας. Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί, ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της, ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είν’ αυτό. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού ή απορία. Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, μέσα σ’ αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό….
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά, ναι.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή το σκοτάδι. Το βέβαιο είναι πως οι ώρες είναι ατελείωτες, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, και είμαστε αναγκασμένοι να τις σκοτώνουμε με διάφορα καμώματα που, πώς να το πω, που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν λογικά, μέχρι που μάς γίνονται συνήθεια. Θα μου πεις, βέβαια, πως το κάνουμε για να μη χάσουμε τα λογικά μας. Αναμφισβήτητα. Μήπως όμως δεν έχουμε κιόλας χαθεί στα αέναα κι ανήλιαγα αβυσσαλέα βάθη; Αυτό λέω καμιά φορά με το νου μου . Παρακολουθείς το συλλογισμό μου ;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι μας γεννιόμαστε τρελοί. Και μερικοί παραμένουν διά βίου.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ανέβασε τα βρακιά σου.
EΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ά ναι.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Λοιπόν, φεύγουμε;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είπε κατά τις τρεις. (κοιτάζουνε στο δέντρο). Βλέπεις κανένα άλλο;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι είναι;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω. Ιτιά.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Που ΄ναι τα φύλλα;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα μαραθήκανε.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν κλαίει πια.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ή ίσως δεν είναι η εποχή.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μου φαίνεται περισσότερο σα θάμνος.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Χαμόδεντρο.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σα θάμνος.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Α! Τι υπαινίσσεσαι; Πως ήρθαμε σε λάθος μέρος;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα ‘πρεπε να βρίσκεται εδώ.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν είπε στα σίγουρα πως θα ‘ρχότανε.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κι αν δεν έρθει;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα ξανάρθουμε αύριο.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και ύστερα μεθαύριο.

[…]

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Είσαι δύσκολος άνθρωπος, Γκογκό.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Καλύτερα να χωρίσουμε
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Όλο έτσι λες, κι ύστερα μου ξανάρχεσαι.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Το καλύτερα θα’ ταν να με σκότωνες, όπως και τον άλλον.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ Εκατομμύρια άλλους.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ (Αποφθεγματικά.) Στον καθένα ο μικρός του σταυρός. (Αναστενάζει.)
Μέχρι να πεθάνει. (Συμπληρώνει.) Και να ξεχαστεί.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Στο μεταξύ ας προσπαθήσουμε να κουβεντιάσουμε ήσυχα, μιας και
μιας είναι αδύνατο να το βουλώσουμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Έχεις δίκιο, είμαστε ανεξάντλητοι.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Είναι για να μη σκεφτόμαστε
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Έχουμε κάποια δικαιολογία
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Είναι για να μην ακούμε.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Έχουμε τους λόγους μας.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Τις πεθαμένες φωνές.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Κάνουν ένα σούσουρο σαν φτερά.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Σαν φύλλα.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Σαν άμμος.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Σαν φύλλα.
(Σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Μιλάνε όλες μαζί.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Καθεμιά για πάρτη της.
(Σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Μάλλον ψιθυρίζουν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Θροΐζουν.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Μουρμουρίζουν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Θροΐζουν.
(Σιωπή)
9 / 9
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Τι λένε;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Λένε για τη ζωή τους.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Δεν τους φτάνει που έζησαν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Πρέπει και να μιλάνε γι’ αυτό.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Δεν τους φτάνει που πέθαναν.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Δεν είναι αρκετό.
(Σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Κάνουν ένα σούσουρο σαν πούπουλα.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Σαν φύλλα.
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Σαν στάχτες.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Σαν φύλλα.
(Μεγάλη σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Πες κάτι!
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Ψάχνω να βρω τι.
(Μεγάλη σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Πες κάτι!
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Ψάχνω να βρω τι.
(Μεγάλη σιωπή)
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ (Απεγνωσμένα) Πες ό,τι να’ ναι!
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Και τώρα τι κάνουμε;
ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ Περιμένουμε τον Γκοντό.
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ Α, ναι.
(Σιωπή)