Στο έργο το “Το σκυλί του περιβολάρη”* ο Λόπε ντε Βέγκα ακολουθεί συχνά τη σκηνική σύμβαση του έμμετρου μονολόγου σε μορφή σονέτου, συνήθως πριν την έξοδο, στο τέλος μιάς σκηνής, όταν κορυφώνεται η αγωνία ή εκφράζεται ένα δίλημμα. Η συσσώρευση των μεταφορών στην ποιητικη γλώσσα του μπαρόκ γίνεται εργαλείο ανάδειξης χαρακτήρα. Λίγα λόγια για την υπόθεση:
Η Ντιάνα είναι μία ευγενής, ερωτευμένη με τον γραμματέα της, Τεόντορο. Δεν τολμάει ούτε στον εαυτό της να το παραδεχτεί, καθώς θα ηταν αδύνατο, για τον κώδικα τιμής της εποχής, μια αριστοκράτισσα να πάρει κάποιον κοινωνικά κατώτερο. Ώσπου μαθαίνει την ύπαρξη μιάς αντιζήλου, της Μαρσέλα, ανάμεσα στις γυναίκες της συνοδείας της, και η ζήλεια την κάνει να συνειδητοποιήσει τον έρωτά της, Έτσι, αρχίζει έμμεσα να τον διεκδικεί , βάζοντας εμπόδια στο γάμο τους, που υποτίθεται υποστηρίζει.
Όπως στο μύθο, που ο σκύλος του περιβολάρη φυλάει τον σταύλο και δεν μπορεί μεν να φάει το σανό, αλλά δεν αφήνει και τα άλλα ζώα να φάνε, που μπορούν, έτσι και η κόμισσα δεν τολμά να διεκδικήσει ανοιχτά τον Τεόντορο, αλλά ούτε και αφήνει άλλην να τον έχει.
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
- Σ’ αυτό τον μονόλογο, για πρώτη φορά, η Ντιάνα βρίσκει τα λόγια να εκφράσει το δίλημμά της. Εδώ η σκέψη ξετυλίγεται με έντονη ρητορικότητα και η συμβατικότητα των μεταφορών ταιριάζει στο χαρακτήρα που τον εκφέρει:
ΝΤΙΑΝΑ:
Συχνά κι εγώ κοιτώντας τον ξεχάστηκα
την μέρα στη δουλειά, το βράδυ όταν τελειώνει,
μ’απ’ τον λαμπρό της ομορφιάς του ήλιο κι αν ζεστάθηκα,
η σκέψη και μόνο της ντροπής- κρύα σα χιόνι.
Ο έρωτας, λένε, είναι κοινό για όλους αγαθό,
στη φύση, τάχα· την καρδιά ν’ακολουθήσεις πρέπει,
μα εγώ, καρδιά περήφανη, να τον ξεχάσω προσπαθώ,
ο τίτλος και η γενιά μου η τρανή, δεν μου το επιτρέπει.
Ζήλεια, θα είσαι η μοίρα μου , καλά το ξέρω,
να βλέπω τη χαρά των άλλων από μακριά,
να τρέμω ντροπή στο σπίτι μου μη φέρω
κι ας κομματιάζονται τα σπλάχνα μου κρυφά-
Τόσο που μόνο μια ευχή μ’ απόμεινε, κι αυτή ανέλπιδη, πικρή
αχ, να τον ανύψωνε η αγάπη μου η να ‘κανε εμένα πιο μικρή.
- Η Ντιάνα καλεί τον γραμματέα της να ζητήσει τη γνώμη του για ένα γράμμα που συνέταξε – υποτίθεται- για λογαριασμό μιας φίλης, στο οποίο βέβαια η ίδια έκφράζει καλυμμένα τους δικούς της πόθους και φόβους. Τον βάζει να το διαβάσει και του αναθέτει να το διορθώσει, καθώς πιο έμπειρος.
ΤΕΟΝΤΟΡΟ: (διαβάζει)
Στου πόθου τη θέα να ποθείς,
ν’ αγαπάς, γιατί κάποιοι άλλοι αγαπούν,
δείχνει πως στη φωτιά της ζήλειας θα καείς,
μ΄αγάπη είναι κι αυτό, αδύνατο ας το θεωρούν.
Από ζήλεια είναι η αγάπη μου φτιαγμένη,
γιατί – αν και πιο όμορφη- κοιτώ
με φθόνο άλλη να’ναι πιο ευλογημένη,
παίρνοντας την αγάπη, που έχασα εγώ.
Καχυποψία νιώθω, χωρίς όμως την αφορμή,
ζήλεια, πριν καν την αγάπη του κερδίσω,
ξέροντας, πως ν’ αγαπήσει πρέπει κάποιος, για ν’ αγαπηθεί
μα δεν έχω το κουράγιο να τον αρνηθώ, ούτε να υποχωρήσω.
Θέλω να καταλάβουν, χωρίς τίποτε να πω:
όποιος μπορεί, ας με νιώσει. Την καρδιά μου ξέρω εγώ.
- Ο Τεόντορο γυρνάει με το ‘’διορθωμένο γράμμα’’ και το παραδίδει στη Ντιάνα που το διαβάζει, συνειδητοποιώντας ότι περιέχει μια έμμεση απάντηση στο δικό της, που εκφράζει τη δική του διστακτικότητα στο να ανταποκριθεί.
ΝΤΙΑΝΑ: (διαβάζει)
Να ποθείς κάποιον που άλλη τον ποθεί,
ζήλεια είναι κι όχι αγάπη, που μόνη της φυτρώνει,
μεσ’ στο μυαλό κι όχι σε ξένα μάτια ζει
και ο καρπός της απ’ την ίδια μεγαλώνει.
Μα όταν η αγάπη βλέπει εκείνο που ποθεί
τρόπαιο άλλης να’ναι, τον πόθο της δηλώνει
κι αυτό που την καρδιά την πλήγωσε, στη γλώσσα θ’ ανεβεί,
όπως το μάγουλο το κόκκινο χρώμα το φουντώνει.
Τίποτε άλλο δε θα πω, γιατί φοβάμαι
κάποιον ανώτερό μου μην προσβάλλω –
αν κι από τέτοια ευτυχία να παραιτηθώ, λυπάμαι –
μπορεί να κατάλαβα, μα ακόμα αφιβάλλω:
Εάν υπαινιχτώ, πως την ευτυχία αυτή αξίζω,
θα διεκδικούσα πιο πολλά, απ’ ό,τι μπορώ να ελπίζω.
- Φινάλε πρώτης πράξης: Η Ντιάνα χάνει την ισορροπία της και πέφτει. Όταν ζητάει απ’ τον Τεόντορο να τη βοηθήσει να σηκωθεί, εκείνος καλύπτει με τον μανδύα το χέρι του, πριν το προσφέρει, όπως ορίζει η εθιμοτυπία. Η Ντιάνα τον μαλώνει, εκφράζοντας με υπονοούμενα το ενδιαφέρον της για εκείνον.
ΤΕΟΝΤΟΡΟ:
Να πιστέψω ότι είναι αλήθεια; Μπορώ,
ναι, το βλέπω, η Ντιάνα είναι γυναίκα παινεμένη.
Ζήτησε το χέρι μου και στο πρόσωπό της χρώμα πορφυρό,
μόλις το άγγιξε, έδιωξε την έκφραση που’ταν φοβισμένη.
Έτρεμε, το ένιωσα. Μα σε αμφιβολία παραμένω.
Τί να κάνω; Ν’ αρπάξω την τύχη αυτή;
Τόσο είναι αβέβαιο τ’ αποτέλεσμα που περιμένω,
που το φόβο πρέπει να νικήσω, πριν η ελπίδα με δείξει νικητή.
Την Μαρσέλα όμως θα πληγώσω, εάν την αρνηθώ,
πολύ συχνά οι γυναίκες αναίτια μένουνε πιστές
σ’ άπιστους άντρες, κι αυτό δεν είναι δίκαιο, ούτε σωστό.
Μα πάλι, πόσες φορές δε τους αφήσανε κι αυτές,
για κάποιον άλλο, πριν οι άντρες καλά-καλά το καταλάβουν;
Μάχαιραν έδωσαν λοιπόν και μάχαιραν θα λάβουν.
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
- Ο Τεόντορο έχει αρχίσει να αποφεύγει πια την Μαρσέλα κι εκείνη υποψιάζεται ότι η Ντιάνα είναι η κρυφή της αντίζηλος. Έτσι αποφασίζει να παντρευτεί κάποιον άλλον –τον Φάμπιο, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη η υπηρέτρια, που την πρόδωσε στη Ντιάνα, αποκαλύπτοντας το δεσμό της με τον Τεόντορο. Έτσι θεωρεί ότι εκδικείται και τους δυο. Η ειρωνία είναι ότι ο Τεόντορο μπαίνει αμέσως μετά και επιβεβαιώνει ξανά την αγάπη του γι’ αυτήν, απογοητευμένος από την ασυνέπεια της Ντιάνα. Ισχυρίζεται μάλιστα, ότι απλώς δοκίμαζε την αγάπη της.
ΜΑΡΣΕΛΑ:
Δύσκολο να προσποιηθείς αγάπη όχι αληθινή,
κι αυτή που’χες ως τώρα, να ξεχάσεις μ’ άλλη!
Μα όσο κι αν η καρδιά να την κρύψει προπαθεί,
η μνήμη στο μυαλό τη φέρνει πάλι.
Αν όμως η τιμή το απαιτεί
και για τη χαμένη ευκαιρία δε βλέπουμε γιατριά,
ν’ αλλάξει μια παλιά αγάπη για μια τωρινή,
θα΄ναι σα θεραπεία και γλυκιά παρηγοριά.
Μα όχι, πως αγαπάς κάποιον αν φανταστείς,
προτού της προηγούμενης αγάπης γυρίσεις τη σελίδα,
τον εαυτό σου έτσι, μάλλον, θα εκδικηθείς,
με δυστυχία διπλή. Γι αυτό καλύτερα η ελπίδα,
καθώς συχνά τον πόθο, που εύχεσαι να μερώσει,
τέτοιες θεραπείες τον κάνουνε πιότερο να φουντώσει.
- Η Ντιάνα, για να δει την αντίδραση του Τεόντορο, του ανακοινώνει ότι θα δεχτεί την πρόταση γάμου ενός από τους δύο αριστοκράτες – αντιζήλους του, αλλά σύντομα αλλάζει γνώμη και ακυρώνει τον γάμο.
ΝΤΙΑΝΑ:
Αγάπη, τι ζητάς; Πριν απο λίγο την καρδιά
μου την είχα λευτερώσει. Τώρα, πες μου, τι ζητάς;
Μα μ’ απαντάς: Δεν είμαι εγώ, αλλά η σκιά
μου, που ξοπίσω της ακόμα ακολουθάς.
Αχ, ζήλεια, πόσο με πείσμα με προστάζεις!
Για τις γυναίκες είσαι σύμβουλος κακός
και την τιμή τους εύκολα λεκιάζεις,
σαν η απερισκεψία τους γίνει οδηγός.
Έναν άντρα αγαπώ, που’ναι καλός. Κι όμως καλά το ξέρει,
ότι είμαι η θάλασσα, κι αυτός ένα καράβι ταπεινό
κι όχι εγώ, μα αυτό κινδυνεύει από τ’ αγέρι.
Με κίνδυνο μεγάλο η ψυχή μπαρκάρει, π’ αγαπώ,
μ’ αν η τιμή με δύναμη τραβήξει το σχοινί,
φοβάμαι μην η πλώρη σπάσει, το πλοίο βυθιστεί.
- Σ’αυτή τη σκηνή η Ντιάνα έχει μόλις χαστουκίσει τον Τεόντορο: αφού τον αποθάρρυνε σαν εραστή, παρ’ όλα αυτά, του απαγορεύει να βρεθεί με την Μαρσέλα. Ο Τεόντορο, μόνος, καταλαβαίνει ότι κατά βάθος τον αγαπάει.
ΤΕΟΝΤΟΡΟ:
Αν οχι αγάπη, αυτό, πώς να το πει κανείς;
Ποιά λέξη να ονομάσει αυτό το πάθος;
Την τρέλα αυτή, το χάδι της οργής
μίσος να πεις θα ήταν λάθος.
Αν μια κυρία , όνομα που’χει και τιμή,
απλές χαρές δεν επιτρέπεται να νιώσει,
μήπως στο χτύπημα αυτό, την μύχια της πληγή
και τον κρυφό της πόθο, ελπίζει να τελειώσει;
Το χέρι της τη δύναμη έχει να χτυπά,
μα του έρωτα η δύναμη ακόμα πιο μεγάλη,
κι αν τιμωρεί δεν παύει να αγαπά,
το μίσος που ‘δειξε, κρύβει μια αλήθεια άλλη
το άγγιγμα της πόνεσε, μα στη φωτιά της βρήκα,
πως και η τιμωρία της έχει κρυμμένη γλύκα.
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
- Η Ντιάνα αποφασίζει να στείλει τον Τεόντορο μακριά. Η Μαρσέλα την ικετεύει να της επιτρέψει να τον ακολουθήσει. Αντ’ αυτού, η Ντιάνα της ανακοινώνει ότι θα την παντρέψει με τον Φάμπιο, οπότε κι εκείνη αποφασίζει να παραιτηθεί απ’ την προσπάθεια και να ακολουθήσει τη μοίρα της.
ΜΑΡΣΕΛΑ:
Γιατί το αδύνατο η καρδιά μου προσπαθεί
ενάντια σε μια τόσο αποφασισμένη εξουσία;
Η ζήλεια, που δύναμη κρατά, θ’ αντισταθεί
και να τη σταματήσεις, θα’ταν ματαιοδοξία.
Πίσω γυρίστε, πίσω, βήματα που πήγανε χαμένα
και στο χαμό μου δίχως άλλο με οδηγούν.
Οι άτυχοι έρωτες σα δέντρα είναι παγωμένα,
που τα λουλούδια τους η πάχνη φρόντισε να μαραθούν.
Τα χρώματά τους είχαν ευφράνει την ψυχή,
μ’ απρόσμενα τα μάρανε ο ψυχρός καιρός,
έτσι μι’ αγάπη κάποιαν άλλη μπορεί να εκδικηθεί,
μαραίνοντας όλες τις ελπίδες, πριν να δουν το φως.
Τι ωφελεί, που τα κλαδιά όμορφα είχαν λουλουδιάσει,
όταν του δέντρου ο καρπός δεν προλάβει να ωριμάσει;
- Ο Τεόντορο ανακαλύπτει, ότι οι αντίζηλοι του σχεδιάζουν να τον δολοφονήσουν. Αποφασίζει να φύγει, παρά τη διαβεβαίωση του υπηρέτη του, ότι έχει ένα σχέδιο για να αποκτήσει σύντομα έναν αριστοκρατικό «γονιό», λύνοντας το πρόβλημα της κοινωνικής του θέσης. Παρά τις αντιρρήσεις που εκφράζει εδώ ο Τεόντορο, το πονηρό σχέδιο λειτουργεί και το έργο έχει αίσιο τέλος, όπως αρμόζει στο φαρσικό στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτή την comedia palatina. Στον »Συνοδό της Δούκισσας του Αμάλφι», ο Λόπε ντε Βέγκα έχει δώσει τη σοβαρή εκδοχή μια τέτοιας υπόθεσης, πιο κοντά στη γνωστη «Δούκισσα του Μάλφι» του Άγγλου Τζον Ουέμπστερ.
ΤΕΟΝΤΟΡΟ:
Αντίθετα, μια διαφορετική θα ψάξω λύση
και γιατριά στον πόνο αυτόν, που έχω περάσει,
γιατί η αγάπη ξέρει, πως κάθε εραστής θα παρατήσει
την προσπάθεια, η τύχη σαν τον προσπεράσει.
Έτσι κι εγώ θα προσπεράσω, σε άλλη γη
θα πάω και ας μερέψει η απόσταση τον πόθο,
όπως κι οι κεραυνοί δεν διαπερνούν τη γη,
μα τους απορροφά, έτσι την αγάπη σου λιγότερο θα νιώθω.
Πολλοί διαπίστωσαν – που τη αγάπη τους έπρεπε ν’ αρνηθούν,
όπως τώρα εγώ, κι ανάμεσά τους απόσταση έχουνε αφήσει,
τη γη βάζοντας εμπόδιο – τις αναμνήσεις πως ξεχνούν
και πως η φλόγα του έρωτά τους έχει σβήσει.
Χώμα και στάχτη έμεινε στο πέρασμά τους
κι οι αναμνήσεις θάφτηκαν ανάμεσά τους.
* Το έργο έχει παρασταθεί το 1963 στο Εθνικό Θέατρο με πρωταγωνιστές την Μαίρη Αρώνη και το Νίκο Τζόγια – αργότερα το ηχογράφησαν για το ραδιόφωνο, όπου όμως οι μονόλογοι είχαν μειωθεί σε έκταση ή και κοπεί. Η μετάφραση του Τάκη Δραγώνα ήταν από ελεύθερη διασκευή του Γάλλου συγγραφέα Georges Neveux, πιο γνωστού για το θεατρικό «Ιουλιέτα ή το κλειδί των ονείρων» που ενέπνευσε την ομώνυμη ταινία του Marcel Carné, αλλά και την όπερα του Bohuslav Martinů.









