ΡΕΚΒΙΕΜ
1935-1940
Όχι , και ούτε κάτω από ξενικό στερέωμα,
Ούτε κάτω από τη προστασία ξένων φτερούγων,-
Ήμουνα τότε με το λαό μου,
Εκεί, όπου ο λαός μου, δυστυχώς, βρισκότανε
ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Μπροστά σε τούτη τη λύπη λυγίζουν τα βουνά,
Σταματάει να κυλά ο μεγάλος ποταμός,
Μα γερές της φυλακής οι σιδεριές,
Και πίσω τους « του κάτεργου τα λαγούμια»
Και η λιγοθυμιά του θανάτου.
Για κάποιον φυσάει αγέρας φρέσκος,
Για κάποιον έρχεται το λιόγερμα –
Δεν ξέρουμε, παντού είμαστε έτσι,
Το μόνο πού ακούμε των κλειδαριών το απαίσιο τρίξιμο
Και του φαντάρου τα βαριά βήματα.
Σηκωθήκαμε σαν σε λειτουργία πρωϊνιάτικη,
Στη πρωτεύουσα κινήσαμε αλαφιασμένοι,
Εκεί συναντηθήκαμε, χωρίς ανάσα των πεθαμένων,
Ο ήλιος πιο κάτω, κι ο Νέβας πιο θαμπός
Και η ελπίδα έφτανε μακριά το τραγούδι.
Καταδίκη … Κι’ αμέσως τα δάκρυα κυλούν,
Ξεκομμένη από όλα,
Σα να παίρνουν με άλγος τη ζωή από τα στήθια,
Σα να τη πετάνε με βία κατάχαμα,
Αλλά προχωράει .. τρεκλίζοντας … Μόνη.
Πού είναι τώρα οι φίλες οι αφελείς
Των δυο μου σκυλίσιων χρόνων;
Τι τις ξενίζει στον χιονιά της Σιβηρίας,
Τι τις βαυκαλίζει στον κύκλο της σελήνης;
Τις στέλνω τα χαιρετίσματα μου.
Μάρτης 1940
****
I
Σε πήραν την αυγή,
Πίσω σου σαν σε κατευόδιο ήρθα,
Στο δώμα το σκοτεινό έκλαιγαν τα παιδιά,
Στην Παναγιά ένα κερί σπινθήριζε.
Στα χείλη σου η παγωμάρα των εικόνων,
Ένας ιδρώτας θανάτου στο μέτωπο … Πώς να ξεχάσεις!
Σαν τις γυναίκες των στρελίτσων,[1] θα γίνω,
Κάτω από τους πύργους του Κρεμλίνου να ολολύζω.
Νοέμβρης 1935, Μόσχα
**
II
Ήσυχα κυλάει ο Ντον,
Κίτρινο το φεγγάρι μπαίνει στο σπιτικό.
Μπαίνει με τη τραγιάσκα πλαγιαστά.
Του κίτρινου φεγγαριού βλέπει μια σκιά.
Είναι τούτη μια γυναίκα που πάσχει
Μια γυναίκα μονάχη.
Ο άντρας στο μνήμα, ο γιός στη φυλακή,
Για μένα να προσευχηθείτε.
1938
***
VIΙΙ
ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ
Αφού έτσι κι’ αλλιώς θα έρθεις – γιατί όχι τώρα;
Σε περιμένω – μού είναι πολύ βαρύ.
Έσβησα το φως και άνοιξα τη πόρτα
Για σένα, τόσο απλός κι’ εκθαμβωτικός.
Πάρε γι’ αυτό όποια θωριά σού πάει,
Όρμησε σαν χειροβομβίδα φαρμακερή
Η τρύπωσε μ’ ένα μέταλλο, με τη μαστοριά μπουκαδόρου,
Η σκόρπα δηλητήριο με τύφου χτικιό.
Η μ’ ένα παραμύθι πού επινόησες
Πού το ξέρουμε όλοι μέχρι κορεσμό, –
Ότι θα έβλεπα του νόμου το μπλε πηλίκιο
Και τη οικοκυρά από το φόβο πελιδνή.
Για μένα τώρα τίποτα δεν αλλάζει. Κυλά ο Γιενισέϊ,
Φωτοβολεί το πολικό αστέρι.
Και το θάμβος το γαλάζιο ματιών αγαπημένων
Ο τρόμος ο έσχατος το αμαυρώνει.
19 Αυγούστου 1939
Παλάτι Συντριβανιών
***
ΑΝΤΡΕΙΩΣΥΝΗ
Ξέρουμε το που τώρα είναι στο ζύγι
Κι ό,τι τώρα απογίνεται.
Τώρα που η αντρειοσύνη έλαχε στην ώρα μας
Κι η παλληκαριά δε μας απέλειπε.
Ούτε φοβηθήκαμε νεκροί από κανόνια που ξαπλώσαμε
Ούτε μένοντας δίχως στέγη βαρυγκωμήσαμε, –
Και εσένα, ρούσικη γλώσσα, θα σε φυλάξουμε,
Εξαίσια ρούσικη λέξη.
Λεύτερη και καθάρια θα σε παραδώσουμε,
Στα εγγόνια μας θε να προσφέρουμε, κι απ’ την αιχμαλωσιά θα λυτρώσουμε
Για πάντα!
23 Φλεβάρη 1942
Τασκέντ[2]
*****
ΖΗΤΩ Η ΕΙΡΗΝΗ
21 Δεκέμβρη 1949[3]
Ας θυμάται ο κόσμος τούτη τη μέρα για πάντα
Στην αιωνιότητα ας μείνει αυτή η ώρα.
Ο θρύλος θα λέει για τον άντρα το συνετό
Πού τον καθένα από μας από τον θάνατο έσωσε τον ζοφερό.
Αγαλλιάζει όλη η χώρα σε ακτίνες αυγής κεχριμπαρένιας
Και της χαράς της πιο ατόφιας φραγμούς δεν έχει, –
Και η Σαμαρκάνδη η αρχαία, και το πολικό Μουρμάνσκ,
Και το διπλά σωσμένο από τον Στάλιν Λένινγκραντ.
Τη γενέθλια μέρα του δάσκαλου και φίλου,
Τραγούδια ευγνωμοσύνης φωτεινής τραγουδούν –
Ας είναι χιονιάδες τριγύρω να λυσσομανούν
Η οι βιολέτες του βουνού να ανθούν.
Κι αντηχούν στης Σοβιετικής Ένωσης τις πόλεις
Σ’ όλων των αδελφικών δημοκρατιών τις πόλεις
Και σε δουλευτάδες, πού στα δεσμά κρατιούνται
Αλλά ο λόγος τους λεύτερος και περήφανη η ψυχή τους.
Και λεύτερα οι σκέψεις τους πετούν στης δόξας τη πρωτεύουσα
Στο Κρεμλίνο το αψηλό – στο μαχητή για το φως το παντοτινό,
Από κει πού μεσάνυχτα ύμνος υψώνεται μεγαλόπρεπος
Και σ’ όλο τον κόσμο αντηχεί χαιρετισμός κι απαντοχή.
∗ ∗ ∗ ∗
Κι ο ηγέτης με τα μάτια τα αετίσια
Από τα ύψη του Κρεμλίνου θώρησε ,
Πόσο υπέροχα λουζόταν στις ακτίνες
Η γη η αναγεννημένη.
Και από το ίδιο το μισό του αιώνα
Που τ’ όνομα του τού ’δωσε,
Βλέπει την ανθρώπινη καρδιά,
Πού σαν το κρύσταλλο, έγινε καθάρια.
Των έργων, και των μόχθων του
Βλέπει τους ώριμους καρπούς,
Σειρές θεόρατα κτίρια,
Γέφυρες, φάμπρικες και πάρκα.
Το νου του σε τούτη τη πόλη εμφύσησε
Τις συμφορές μας απόδιωξε,
Γι αυτό της Μόσχας το πνεύμα το ακατάβλητο
Τόσο ρωμαλέο και νεανικό.
Και του λαού πού ευγνωμονεί
Ο ηγέτης ακούει τη φωνή:
« Ήρθαμε
Να πούμε, –
Όπου Στάλιν, εκεί λευτεριά,
Ειρήνη και της γης μεγαλοσύνη!».
1949
**
ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ
Τα τριαντάφυλλα ποθώ , σ’ εκείνο τον κήπο το μοναδικό,
Πού πίσω από τους φράχτες τα καλύτερα στο κόσμο,
Όπου τα’ αγάλματα νιά με θυμούνται,
Κι εγώ στου Νέβα τα νερά αποκάτω τα θυμάμαι.
Στη ευωδιασμένη γαλήνη μέσα στις βασιλικές φιλύρες
Των καταρτιών των πλοίων ο τριγμός με συνεπαίρνει.
Κι ο κύκνος, όπως παλιά, πλέει ανά τους αιώνες
Την χάρη θαυμάζοντας του δίδυμου του.
Και θανάτου χαυνωμένα χιλιάδες και χιλιάδες βήματα
Εχθρών και φίλων, φίλων και εχθρών.
Και των σκιών η πομπή τέλος δεν έχει
Από βάζο γρανιτένιο μέχρι πύλη παλατιού.
Εκεί οι λευκές μου οι νύχτες υποτονθορίζουν
Για κάποια αγάπη μεγάλη και κρυφή.
Κι όλα μαργαρόρριζας και ίασπι λάμπουν,
Αλλά της λάμψης η πηγή στο μυστήριο κρυμμένη.
9 Ιούλη 1959
Λένινγκραντ
***
ΣΟΝΕΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ
Εδώ όλα πίσω θα μ’ αφήσουν,
Όλα, ακόμα και τα γέρικα ψαρόνια,
και τούτος ο αγέρας, ο ανοιξιάτικος,
θαλασσινός ταξιδευτής.
Και η φωνή της αιωνιότητας καλεί
με το αναπόφευκτο του απόκοσμου,
Και στην ανθισμένη κερασιά
Ρίχνει το φέγγος του το καινούργιο φεγγάρι.
Και τόσο απλός φαντάζει
άπεφθος σαν το σμαράγδι
ο δρόμος για το δεν ξέρω πού.
Εκεί πού ανάμεσα στα κουφάρια
των κορμών
είναι πιο φωτεινά
κι’ όλα μοιάζουν
με την αλέα προς τη λιμνούλα
τού Τσάρσκογε Σέλο.
16-17 Ιούνη 1958
Κομάροβο
***************************************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Άννα Αχμάτοβα, γεννημένη σαν Άννα Γκορένκο, είναι για όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία, είτε σαν δημιουργοί είτε σαν αναγνώστες, μια εμβληματική μορφή των Ρωσικών γραμμάτων του 20ου αιώνα, για την ακρίβεια, πιθανότατα η μεγαλύτερη Ρωσίδα ποιήτρια, πολύ γνωστή και μεταφρασμένη και στη Δύση εδώ και χρόνια.
Η ποίηση της, αν μπορεί κάποιος να τη χαρακτηρίσει επιγραμματικά, είναι μια πανσπερμία, μέσω της ιδιοσυγκρασιακής δωρικότητας της γραφής της, λεκτικών εικόνων συχνά με πρωτοποριακή φόρμα που αναφέρονται με τον ένα η τον άλλο τρόπο στους διαχρονικούς άξονες της Αχμάτοβα: το ερωτικό πάθος, την προσωπική και συλλογική ιστορική μνήμη, την οδύνη, την κάθαρση.
Είναι ταυτόχρονα μια ποίηση τέτοια πού να καθιστά αδύνατη την άρτια μετάφραση της αν δεν ληφθούν υπόψη, από τη μια, η ιστορικότητα με την οποία είναι συνυφασμένη η ποίηση της Αχμάτοβα και η οποία ακολουθεί την πορεία της Ρωσίας στον 20ο αιώνα από τον τσαρισμό στην επανάσταση των μπολσεβίκων και την στερέωση της Σοβιετικής Ένωσης, και από την άλλη, οι τραγικές καμπές στην προσωπική της ζωή οι οποίες ωστόσο βρίσκονται σε μια οσμωτική σχέση με το ιστορικό πλαίσιο πού προαναφέρθηκε.
Η γραφή και ο εσωτερικός λυρισμός της Σαπφούς της νεώτερης λογοτεχνίας ήταν για μένα μια πρόκληση στο κατά πόσο θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά διατηρώντας τη λεπτή ισορροπία πού πρέπει να καθορίζει τέτοιου είδους μεταφράσεις. Δηλαδή τη σωστή απόδοση στα ελληνικά της ποιητικής γραφής ως γλωσσικής δομής έχοντας ωστόσο πάντα κατά νου την απόδοση του μέτρου, της εσωτερικής μουσικότητας αλλά και της φιλοσοφικότητας που περικλείει η ποίηση της.
Στην επιλογή ανθολόγησης που έκανα, περιλαμβάνονται ποιήματα του ευρύτερα γνωστού της έργου Ρέκβιεμ αλλά ταυτόχρονα και λιγότερα γνωστά ή ανέκδοτα στην Ελλάδα ποιήματα, ανάμεσα τους και ποίημα υμνητικό για τον Στάλιν της αντιφασιστικής νίκης, μεταγενέστερο φυσικά του Ρέκβιεμ, με το τελευταίο να θεωρείται κραυγή της Αχμάτοβα κατά της δυστοπίας των εκκαθαρίσεων και των καταδικών την τριετία 1936-1939.
Η ανθολόγηση (μικρὀ μέρος της οποίας είναι αυτή η επιλογή) αντλήθηκε κύρια από την δίτομη συλλογή Анна Ахматова, сочинения в двух томах. Москва, Издательство правда, 1990.
Οι σημειώσεις στο κάτω μέρος της σελίδας, πλην εκείνων πού αναφέρονται σαφώς ότι είναι της ίδιας της Αχμάτοβα, ανήκουν στον επιμελητή αυτής της ανθολόγησης.
Πάτρα, 12-07-2023
Στάθης Λειβαδάς
*******************************************************************************************
[1] Οι στρελίτσοι (Стрелцы, τοξότες η ακριβής ελληνική μετάφραση) ήταν επίλεκτο πολεμικό σώμα κατά τον 16ο-17ο αιώνα στην τσαρική Ρωσία το οποίο εξόντωσε για συνωμοσία ο τσάρος Πέτρος Ι το 1698. Η Αχμάτοβα παραβάλλει τη μοίρα της με αυτή των γυναικών των εκτελεσμένων στρελίτσων.
[2] Το ποίημα αυτό, δωρικό και επικό στο ύφος του, γράφτηκε στην πόλη Τασκέντ του Ουζμπεκιστάν, στα πυρακτωμένα χρόνια του πολέμου, στην αρχή της τιτάνιας μάχης και τελικής νίκης στο Στάλινγκραντ.
[3] Η ημερομηνία αυτή είναι η ημερομηνία των γιορτασμών των εβδομηντάχρονων του Στάλιν με μεγάλες εκδηλώσεις σε όλη την Σοβιετική Ένωση. Είναι προφανές ότι σε αυτόν αναφέρεται το ποίημα αυτό της Αχμάτοβα όσο κι αν ξενίζει το γεγονός ότι ήταν θύμα δίωξης το άμεσο περιβάλλον της ίδιας (ο γιός της) την τριετία των εκκαθαρίσεων 1936-1939.
[3] Οι στρελίτσοι (Стрелцы, τοξότες η ακριβής ελληνική μετάφραση) ήταν επίλεκτο πολεμικό σώμα κατά τον 16ο-17ο αιώνα στην τσαρική Ρωσία το οποίο εξόντωσε για συνωμοσία ο τσάρος Πέτρος Ι το 1698. Η Αχμάτοβα παραβάλλει τη μοίρα της με αυτή των γυναικών των εκτελεσμένων στρελίτσων.
[4] Το ποίημα αυτό, δωρικό και επικό στο ύφος του, γράφτηκε στην πόλη Τασκέντ του Ουζμπεκιστάν, στα πυρακτωμένα χρόνια του πολέμου, στην αρχή της τιτάνιας μάχης και τελικής νίκης στο Στάλινγκραντ.
[5] Η ημερομηνία αυτή είναι η ημερομηνία των γιορτασμών των εβδομηντάχρονων του Στάλιν με μεγάλες εκδηλώσεις σε όλη την Σοβιετική Ένωση. Είναι προφανές ότι σε αυτόν αναφέρεται το ποίημα αυτό της Αχμάτοβα όσο κι αν ξενίζει το γεγονός ότι ήταν θύμα δίωξης το άμεσο περιβάλλον της ίδιας (ο γιός της) την τριετία των εκκαθαρίσεων 1936-1939.









