Το μοναδικό κρίνο που άνθισε στην κόλαση
Θα ήξερες καλύτερα
πως καλλιγραφώ ψεύδη
όταν οι νύχτες γίνονται ανυπόφορα προστάγματα∙ τα
πνεύματα σαλεύουν στις γωνίες
και μέσα στους καθρέπτες
θυμίζουν την αλλοτινή τους όψη
όταν γράφουν Θάνατος! Θάνατος στο ανείπωτο
πνεύμα σου /καταδυόμενη στον Άδη
η ψυχή σου λίγη απ’ του Ηρός
το βάδισμα δικό σου
και στα ίχνη του ίσα-ίσα χωρούν τα
βήματά σου∙ καθώς θα περνάς από τη
Γέφυρα των Μυστικών, θα δεις το
σώμα σου μια λύπη βουτηγμένη στο
κλεμμένο ύδωρ
Ύστερα θα αλλάξεις τον κόσμο
κι ο κόσμος θα γίνει όπως είναι κι άλλο τίποτε
παρά μόνο ένας ακατανίκητος πόθος, να ελιχθεί σαν χέλι της λίμνης
το χέρι σου κάτω απ’ το φουστάνι μου
κι όπως θα χάνεται από τα μάτια του βαρκάρη
να χαθεί η ζέστη του στα πιο βαθιά ποτάμια που πηγάζουν από όρη
δύσβατα, καρδιά συκώτι μάτια
κι έτσι τραντάζοντας μια δίνη
μέσα στο γλυκό νερό να γίνει ο δρόμος
προς την αιωνιότητα μία υπόθεση γραφής∙
αιωνιότητας αιώνιε εραστή
τον Σείριο τον κάναμε κρεβάτι
κι αφήσαμε τον πόθο μας
πάνω στον λιγνίτη και τον χρόνο
/Να ξαποστάσεις σκέψη μου
στα χείλη του επάνω/
Μήνυμα στους ταξιδιώτες αφήνουν
τα ακαταμάχητα θαύματα
που ορκιστήκαμε να μην κοιτάξουμε πίσω μας
σαν πέσει η ησυχία
Ω μην κλαις στη θύμηση του Ορφέα που έσφαλε
γιατί ημέρεψε τον λέοντα
και βρήκε τ’ αυτοσχέδια περάσματα των μεθυσμένων κάντος!
Ζούμε τώρα πνιγμένοι στα δάση
δοκιμάζοντας τον έρωτα πάνω σε αγουροξυπνημένους φαύνους
στα χέρια μας χαράσσεται η πίστη ενός μοναχογιού
που του ‘μεινε η μάνα του στα χέρια
τα φτερά μας πεσμένα στη γη, μουσκεύουν από το νερό των πηγών
και με το σάλιο μας σφραγίζουμε τις επιστολές των ετοιμοθάνατων∙
εκεί που ξαπλώσαμε
λουλούδιασαν σαν κήποι της Εδέμ οι πύρινες κοιλάδες
που ο διάβολος οσφραίνεται και
αποζητά την πρότερη ζωή του
στην έρημο επιστρέφω
συναντώ έναν τρελό που λέει πως προφητεύει
ζητώ νερό
μου δίνει στις χούφτες του
εσένα∙
Κβάντα
Τα πράγματα βγαλμένα
από τον δρόμο για την ξένη πόλη∙ τα κάγκελα
του μηχανουργείου
κι η αντανάκλασή μου διακριτή
κινείται
αν και τυχαία
/τη μια ξορκίζουν ένα νεαρό κορίτσι
που ουρλιάζει και σκίζει τα στήθη της
την άλλη ο νυχτερινός φαρσέρ
λέει προστυχιές στην Ειρήνη
που κάθεται στο ισόγειο∙ βαίνω
μέσα στις τσιμεντένιες αράδες
γύρω από ένα στεγνό σιντριβάνι
κι η ξένη πόλη
ακόμη μακριά
μόνο στα χέρια τους την παίζουν
σαν κομπολόι
ο κλέφτης και ο ποιητής
Πονοκέφαλος
Μια λυσσασμένη χούφτα
βούτηξε μέσα στο κεφάλι μου
κι έβγαλε έναν επίμονο όρκο
που έγραψαν οι λεύκες μου
γυμνές από κλαδιά
τρυπώντας τον ουρανό αυτού
του Φεβρουάριου∙ να μαραίνονται
μόνο για ποιήματα και τραγούδια
ν’ αναθαρρεύουν
για να σκεπάσουν
με τον ίσκιο τους
το μεγάλωμα ενός θεού∙
έτσι είδαν οι περίεργοι
το μυστικό μου∙ πως με
τα λόγια μου μετρώ
τον μαρασμό, μα και τους
ίσκιους που έρχονται
όταν ανοίγω τα πόδια μου
να σε γεννήσω









