ΟΝΕΙΡΙΚΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΕΣ
στην Ηλέκτρα

Κόρες μου αιώνια θλιμμένες
που παντρευτήκατε τον οργασμό εσείς
ανάμεσά σας λίγο να ξαπλώσω
πάνω στο στρώμα που του γέλιου σας
το χρώμα έχει.
Μακριά από την κατάκριση
ν’ ακούσω ιστορίες
της εποχής που κρύβετε πίσ’ από φυλλώματα
εν ώρα υπηρεσίας.
Στις όχθες των μαλλιών σας που μυρίζουνε
όπως το όνομα της πρώτης σας αγάπης
να σβήσω το δικό μου κ’ ύστερα
με μια λέξη αστεία και τυχαία,
σαν το θρόισμα
των φουστανιών σας όταν στριφογυρνάτε
με μια τέτοια λέξη να με βαφτίσετε
και μοναδική θρησκεία
το κοκκινάδι που στα μάγουλα
ευλαβικά φοράτε.
Και το χάραμα ανάλαφρος
να βγω απ’ τον θλιβερό σας οίκο
αδερφές μου που δεν υπάρχετε
που σας συναντώ μόνο στον ύπνο.

ΒΡΕΦΙΚΟ ΚΛΑΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ένα βρέφος το τύλιγαν τα σπάργανα της φλόγας
και το κλάμα του καιγόταν σα χαρτί
που πάνω του γράφτηκε μια προσευχή
την οποία κανείς Θεός δε θ’ ακούσει.
Κ’ οι στρατιώτες που το πέταξαν γελούσαν
με τη μάνα του, όπως φερόταν
μια μαριονέτα πια
στα δάχτυλα του σπαραγμού.
Κι ο ορυμαγδός από το μέταλλο και τις κραυγές
κάλυπτε τη βρεφική φωνή
σαν ένας τάφος πρόχειρα φτιαγμένος
από εκείνους που υπάρχουν στη φυγή.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Ο γαλαξίας
στεφάνωνε τα ξανθά μαλλιά της
που κεντημένα με τη γλώσσα των πουλιών
εγκατέλειπαν κι από έν’ αντίο σε κάθε σπήλαιο.

Τα πόδια της αναδύονταν
από τον φλοίσβο των υποσχέσεων
όταν θρυμματίζονται στα βράχια.

Το φουστάνι της ήτανε ραμμένο
από τα χέρια της φτωχής και μοναχικής μοδίστρας
που κάθε βράδυ αγναντεύει στον ουρανό
τη συντριβή του αλφαβήτου.

Τα χέρια της
εύθραυστα σαν την πίστη
σερβίριζαν ευλαβικά την μπύρα
στο καπηλειό των ύβρεων.

Το σώμα της κουνιόταν ανεπαίσθητα
όπως οι καλαμιές απ’ τον μελαγχολικό αυλό του αέρα.

Και το πρόσωπό της
ήταν όσα δεν πρόφτασες να πεις
σε μια αποβάθρα.

ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ

στη Χρυσάνθη, στο Μαράκι, στον Σάββα
και σ’ όλους τους υπόλοιπους

Πώς στοιβάζεται η τρέλα
σ’ ένα κονσερβοκούτι
που επιπλέει σαν καραβάκι
στο ρείθρο της επικαιρότητας…

Στοιχισμένα τα ονόματά μας
βημάτιζαν αφήνοντας πίσω τους εμάς
που κοντά στο ακουστικό
περιμέναμε τη φωνή που θα ενσαρκωνόταν
σε κάτι που μπορούσε να φιληθεί.

Και τα βράδια ξάγρυπνοι
μέσ’ από ένα κοχύλι
καμωμένο από παρακάλια κι ουρλιαχτά
να προσπαθούμε να ξεχωρίσουμε
τον φλοίσβο της πόλης
απλώνοντας το χέρι μας
στις αναμνήσεις που δραπετεύαν.

Κάθε μέρα και μι’ ανάμνηση το έσκαγε
σαν πουλί που αποδημεί.

Δεμένοι σε κρεβάτια ψαλμωδώντας
θαμμένοι κάτω απ’ το χώμα τού Αυτό
σαν κάκτοι αναμέναμε του Ήλιου τη φλογέρα
να παίξει τον τελευταίο της σκοπό.

Σε κάθε παρτίδα σκάκι
δεν υπήρχε άλλος νικητής
πάρα ο χρόνος
που απλωνότανε σ’ ολόκληρη την αίθουσα
σαν το σώμα ενός κουφού πατέρα.

Σα λουλούδια μαραμένα σ’ ένα βάζο
με νερό κολλώδες και πρασινωπό
λυγισμένοι οι βλαστοί μας μι’ αγκαλιά
σχημάτιζαν απ’ το υπόλειμμά μας.

Μια αγκαλιά τόσο λαμπρή
που ούτε κι εμείς δεν την κοιτούσαμε στα μάτια.

Ο ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΣ
στον Θεοδόση Βολκώφ,
που το βέλος θα το φάει κατάστηθα
κι όχι τρέχοντας στην πλάτη.
Και που έχει το μπόι
να κοιτάξει ύστερα κατάματα
τον αντίπαλό του
με την περηφάνια που ο πατέρας
αγκαλιάζει το παιδί του.

Μες σε μια βάρκα
να κοιμάμαι
και τα κύματα να φιλάνε
του σκαριού τον αόριστο προορισμό.

Σα μισθός το τελευταίο αυτό ταξίδι
να μου δοθεί για κάθε μου πληγή
κ’ η μνήμη μου αποκαμωμένη
απ’ το κουπί στον ήλιο να παραδοθεί.

Κ’ η στομωμένη μου φωνή
από τα βράχια που πάνω τους τροχίσαν
ώστε σε κάθε μάχη έτοιμη να είναι για σφαγή
στης αφής μου πλέον την ανάγκη
έντρομη να κλάψει
σαν παιδί.

Για όσα είδε κι άκουσε
μα περισσότερο γι’ αυτά που έχει κάνει
από τη βία μονάχη και τυφλή,
γιατί πόσο μοιάζει το σπαθί με τ’ ορφανό
που του ’ταξαν τη μητρική ειρήνη
και τυλίχτηκε μονάχα
απ’ την αιμάτινη σιγή

των κεφαλιών που έχει κόψει
δίχως στα μάτια τους ποτέ
να ξεχωρίσει το βλέμμα εκείνο
της Αγάπης που αφοπλίζει
ώς και το χέρι που λικνίζει
του μίσους
η μελωδία η βρεφική.