Περίοδος Ξηρασίας

«Κάτσε δίπλα µου, θα υποφέρουµε µαζί απόψε… Τι σου είναι µία ακόµη, πεταµένη νύχτα;
Πέταξες πολλές άλλες µε κάθε τρόπο… για κάποιες κλαις ακόµα… Πεταµένες στα σκουπίδια,
επιστρέφουν σε εφιάλτες και οράµατα, ανθρώπινοι σωροί που κάποτε έκαναν τους τοίχους και τα
παράθυρα να τρέµουν απ’ τις φωνές και τα γέλια και τα κακά αστεία… Αµέτρητες προφητικές
γόπες, σηµαδεµένα αποτσίγαρα… συντρίµµια της πολιορκίας του Τίποτα. Κάνεις δεν γλίτωσε απ’
τον πυρετό της Νύχτας…»
Χτες το βράδυ ξύπνησα από τον ήχο των βεγγαλικών, τα σκυλιά ορµήσαν στα παράθυρα
γαβγίζοντας µε λύσσα. «Ναι, τα θυµάµαι και τα δικά µας βεγγαλικά, το φεγγάρι και τους στίχους
που έγραφες στο µυαλό µου µε µια µατιά. Αυτά τα Χριστούγεννα, εκείνα και τα άλλα.»
Όλοι ζητούν τα φώτα, µια καρέκλα που περιµένει τον δικό σου κώλο να την ζεστάνει.
«Όµορφα κι απόψε!». Δεν είναι τυχαίο, κάθε χρόνο ο ίδιος πονοκέφαλος την ίδια µέρα.
Σήµερα το πρωί µας επισκέφτηκε, λίγο µετά τον πρωινό περίπατο που θα θέλαµε να είχαµε
κάνει… Δεν έχεις πια όρεξη, ούτε εγώ έχω. Πήρα ένα παυσίπονο. Δεν µιλούσαµε την ίδια γλώσσα
αλλά δεν είχε καµία σηµασία. Μιλούσε ευγενικά… «Σας περισσεύει ένα µπουκάλι µπίρα;» Τον
προσκάλεσα να πιει ένα φλιτζάνι καφέ µαζί µας.
«Καλύτερα όχι.» Τα παπούτσια του ήταν γεµάτα λάσπη. Του έδωσες το µπουκάλι…. Το
ήξερε καλά αυτό το χώµα, καλύτερα απ’ τον καθένα. Χάθηκε στην οµίχλη αποφεύγοντας τις
περιττές κουβέντες… Κάθε δεύτερη µέρα, ερχόταν ξανά! Ευγενέστατος, άφηνε πάντα µερικά
τσιγάρα ως αντάλλαγµα. Καλή ψυχή µε µακριά φρύδια… Κράτησα µερικές σηµειώσεις εκείνο το
πρωί, δεν ήξερα ακόµα γιατί, ούτε επιζητούσα απαραίτητα να µάθω. Οτιδήποτε συνεσταλµένο,
ώριµο, κοµµατιασµένο, µου φέρνει ναυτία αυτές τις µέρες. Υποφέρω από δυσκοιλιότητα αρκετό
καιρό τώρα. Που και που καλό είναι να αδειάζει κανείς… για να γεµίσει πάλι… Σκατά! Ναι…
«Ναι, Κύριε έκδοτα. Φυσικά Κύριε έκδοτα!» Σκατά στα µούτρα σου και σένα, χασάπη,
µπαµπουίνε!
…κανείς δεν παρατήρησε τα λουλούδια µπροστά απ’ το παράθυρο, εδώ και µία βδοµάδα
παραπονιέµαι ότι πεθαίνουν. Κανείς δεν είπε τίποτα, λέξη εις µνήµην τους… τώρα θέλουν
ξερίζωµα για τα καλά.
Κάθε φορά που κάνω µια προσπάθεια να ξεπεράσω την εξώπορτα, κάτι µε σπρώχνει ξανά
µέσα. Η εξάντληση είναι εξωπραγµατική, απερίγραπτη. «Αύριο ίσως να είµαι καλύτερα.»
Δοκιµάσαµε να µετακοµίσουµε. Ήταν ένα µικρό σπίτι πίσω απ’ τον ψηλότερο λόφο του βουνού. Η
διαδικασία ήταν εφιαλτική. Τίποτα δεν είναι πιο βασανιστικό από την ελπίδα… παράλογες εικόνες
της φαντασίας, το άγνωστο «εκεί» που σε δελεάζει… «Κι όµως µυρίζει ψοφίµι!»
«Πάλι τα ίδια και τα ίδια!», µέσα σε αυτούς τους τοίχους και σε εκείνους τους τοίχους…
τίποτα δεν αλλάζει! «Θα ξυρίσω τα µαλλιά µου θα γίνω µοναχός!» Τότε όλα θα έχουν κάποιο
νόηµα. «Όλη αυτή η πάλη θα έχει ένα σκοπό τουλάχιστον!». Αδυναµία της στιγµής…
Έβαλα µία καρέκλα µπροστά στο παράθυρο και µία στο άλλο… έβαλα µία ακόµα µπροστά
στη πόρτα. Ίσως δεν είµαστε οι µόνοι. Έκατσα µπροστά από την κλειδαρότρυπα και εσύ µπροστά
από το µεγάλο παράθυρο. Κανείς δεν προσπάθησε να βγει έξω… «Κανείς!»
Παρακολουθούσα το γείτονα να τρέχει πάνω κάτω, να διασχίζει το σαλόνι και ύστερα να
στέκεται στο παράθυρο γυµνός… η γυναίκα του ανοίγει το ψυγείο, ετοιµάζει ανέµελη το
µεσηµεριανό τραπέζι…
«Μάλλον θα είναι ο καιρός. Θα κάνουµε υποµονή!»
«Ναι.»
Ο γείτονας κρέµασε το σχοινί από τον πολυέλαιο, έδεσε τη χαρακτηριστική θηλιά στην
άκρη. Έγραψε µερικές λέξεις σε ένα µεγάλο χαρτί και το κόλλησε στο παράθυρο. Δεν τον βλέπω
πια… Η γυναίκα του κοιµάται στο διπλανό δωµάτιο µπροστά απ’ τις ειδήσεις των οχτώ. Το κλειδί
του δωµατίου πεταµένο στο πάτωµα… η πόρτα κλειδωµένη από µέσα.
«Καληνύχτα…»
Καληνύχτα.
Το πρωί ξύπνησα από τον ήχο τον βεγγαλικών. Φτιάξαµε καφέ και είπαµε τα νέα,
περιορισµένοι στα χτεσινοβραδινά µας όνειρα. «Θα κάνουµε υποµονή…», µέχρι να µας τελειώσει
και αυτή… Έβγαλα τις καρέκλες, και έκλεισα τα παράθυρα. Δεν θέλω να βλέπω άλλο…

 

******************************

Το Φλιτζάνι

Για πρώτη φορά ήπια ένα φλιτζάνι καφέ χωρίς να χρειαστεί να πω πολλά. Χωρίς να
χρειαστεί να γνέψω στο πρόσωπο κάποιου άλλου. Προσπάθησα να διαβάσω το µέλλον µου µαζί
της… περίµενε, γραµµένο πάνω στο λεκιασµένο πάτο ενός φλιτζανιού -αν ένα φλιτζάνι δεν ξέρει,
τότε πώς θα µπορούσα να ξέρω εγώ; πώς; Αναρωτηθήκαµε χωρίς να σηκώσουµε τα µάτια από
πάνω του.
Πού θα µπορούσαµε να πάµε µε ένα πακέτο τσιγάρα και ένα µικρό βιβλίο ποιήµατα στην
τσέπη; Η αµαρτία γράφτηκε σε µία γλώσσα που δεν ανήκει σε εµάς τους δυο. Σίγουρα δεν ανήκει
σε εµάς…
Που να πάµε λοιπόν; Σε ένα κρεβάτι, µε αυτή ή αυτή ή την άλλη γυναίκα; Ίσως όλες µαζί
να ήταν καλύτερα. Δύο άντρες έκατσαν δίπλα µας. Γέµισε τα ποτήρια τους κρασί και άφησε την
µπλούζα της να γλιστρήσει προς τα κάτω, µέχρι που το στήθος της ήταν αρκετά εκτεθειµένο στα
µάτια των νεαρών καζανόβα. Μία γάτα πήδηξε στο τραπέζι καταλήγοντας να προσγειωθεί ανάµεσα
στα πόδια της. Η γυναίκα γλίστρησε από την άκρη του σκαµνιού… η γάτα περιεργάζεται την
πατούσα της επιτηρώντας προσεχτικά τα νεαρά τους πρόσωπα.
Ο άνδρας σηκώνεται απ’ την καρέκλα του. Πεσµένη στο πάτωµα ανεµίζει τα πόδια της στον
αέρα προσκαλώντάς τον να γίνει το παιχνίδι της, του γνέφει πονηρά µε τα βρόµικα δάχτυλά της.
Άναψα ένα τσιγάρο και ξάπλωσα στο κρεβάτι που βρισκόταν ακριβώς απέναντί τους. H γάτα
γύρισε προς το µέρος µου, το απάνθρωπο µούτρό της παρακολουθεί τα πάντα. Με σηκωµένη ουρά
περνάει ανάµεσα από το γιγάντιο ανασηκωµένο πέος, έτοιµο να βυθιστεί σε ένα ωκεανό
εκκολαπτόµενης ηδονής. Ρεύµατα αστείρευτης ενέργειας, αρχέγονης, κάτω από τα πόδιά του
χαϊδεύουν τώρα την καλοδοµηµένη, µισοφαγωµένη του σάρκα.
Η γάτα έκατσε δίπλα µου. Το παράθυρο στο δωµάτιο ήταν ανοιχτό, η βροχή δεν είχε ήχο.
Όλα ήταν αποστειρωµένα και τοποθετηµένα στα µέτρα της Νύχτας…
Πρώτα µπήκε µία νυχτερίδα, ένα άλογο ντυµένο στα µαύρα χλιµίντρισε από το βάθος του
δωµατίου -η τρέλα είναι καλά ντυµένη, πάντα. Μια µαύρη γυναίκα άνοιξε την πόρτα του µπάνιου
στάζοντας νερά σε κάθε της βήµα µέσα από τα σγουρά, µελαχρινά µαλλιά της. Ο µοναχός
ξεκούµπωσε τα ράσα του και µοίρασε ροζάρια στους πιστούς.
«Κάνε µε καλά, κάνε µε καλά, σε παρακαλώ…»
Έπεσε στα γόνατα, του έδωσα να διαβάσει ένα κεφάλαιο από το µικρό τετράδιο µε τα
αγαπηµένα µου ποιήµατα του Ρεµπό. Η µαύρη γυναίκα έκατσε πίσω µου, µε αγκάλιασε ενώ
ούρλιαζε και έκλαιγε µε κάθε µια από τις φωνές της. Πρώτα έκλαψε για τα παιδιά, µετά για το
αισχρό κρασί και τέλος για τις ψυχές µας.
Το άλογο πλησίασε το δωµάτιο και χλιµίντρισε ακόµα µια φορά -ίσως περισσότερες, ο
µοναχός συνέχισε να εκλιπαρεί και να διαβάζει και να εκλιπαρεί για βοήθεια. Ο δεύτερος άνδρας
έσβησε τα φώτα και όλοι µαζί σβήσαµε το φως και η βροχή απέκτησε πάλι ήχο… Η γυναίκα και οι
άνδρες µετέφεραν τα ιδρωµένα τους κορµιά στο κρεβάτι µε τους υπολοίπους παρευρισκοµένους,
τώρα και οι δυο προσπαθούσαν µε µανία να της δώσουν έναν οργασµό.
Οι καπετάνιοι της ηδονής οδηγούσαν τώρα το µικρό µας άρµπουρο µε ένα πλήρωµα
αποφασισµένο να πλεύσει σε κάθε στάδιο και κάθε ξέρα της ταλαίπωρης, σακατεµένης Νύχτας…
«Και που να πάµε, αν δεν είναι ζωή, αν δεν είναι θάνατος;!» ούρλιαξε το πλήρωµα.
Καµία πράξη δεν κορυφώνετε απόψε. Η γυναίκα έπαψε να επιζητά τον οργασµό της και
απόλαυσε την παρέα του υπολοίπου πληρώµατος ενώ ψέλλισε µια µικρή προσευχή για τον
ρασοφορεµένο άνδρα που έµοιαζε χαµένος στη σκέψη του θεού ή κάποιου θεού ή του Τίποτα…
Έπνιξα τη γάτα και την κρέµασα στο ταβάνι. Οι άνδρες έβαλαν τις δυο γυναίκες να
ουρλιάξουν µε όλη τους τη δύναµη και έπειτα τα σεντόνια άρπαξαν φωτιά και το άλογο χλιµίντρισε
και το καράβι βούλιαξε και το πλήρωµα επιβιβάστηκε σε έναν ωκεανό και τα ζώα έµοιαζαν λίγο
περισσότερο σε άνθρωπο και όλοι µαζί αποχαιρετίσαµε το ταλαιπωρηµένο άρµπουρο και τη γάτα
µε το επιτήδειο βλέµµα. Και βυθιστήκαµε, και βυθιστήκαµε ατέρµονα…
Γύρισα το φλιτζάνι και σήκωσα τα µάτια ενώ εκείνη τελείωνε τις τελευταίες λέξεις
γραµµένες στις σελίδες του βιβλίου της. Έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι µε το γατίσιο µούτρο.
Εδώ όλα έχουν τέλος…
Σηκώθηκα πρώτος, µου χαµογέλασε κλείνοντας το βιβλίο µε δύναµη. Ο µοναχός από το
διπλανό τραπέζι είχε φύγει λίγο νωρίτερα µαζί µε τους δυο νεαρούς άντρες. Την έπιασα από τη
µέση, κόλλησα ένα τσιγάρο στα χείλι και περπατήσαµε προς την έξοδο…
«Και τώρα που πάµε καπετάνιε;»
«Και που να ξέρω εγώ… για τώρα, σαλπάρουµε…» και ας είναι ζωή και ας είναι Θάνατος.

 

*****************************

Ο Εφιάλτης της Άννας

«Στην εικόνα ενός µικρού παιδιού, ο κόσµος λυγίζει… συρρικνώνεται αρκετά ώστε να χωρέσει στη
παλάµη του ή και στη δική σου παλάµη. Αν το θελήσεις φυσικά…»

Έκατσα στην καρέκλα, τώρα πια τα πόδια µου φτάναν να ακουµπήσουν το πάτωµα -κρίµα.
Ζήτησε να µάθει… Τι ήταν αυτό που κοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο; Βιάστηκες να απαντήσεις.
Έκατσε στα πόδια σου… Πλησίασε το παράθυρο, σηκώθηκε στις µύτες των ποδιών της… µε ένα
της βλέµµα αποµόνωσε τον κόσµο των ζωντανών και έπειτα τον σήκωσε από την σηµαδεµένη,
κατακρεουργηµένη γη.
Συνέχισα να πίνω τον καφέ µου… Με την άκρη των µατιών µου παρακολουθούσα τη
µαεστρία της µικρής Άννας να σηκώνεται και να αναπηδά από την µια άκρη του καναπέ στην άλλη.
…µια δύναµη που ο κόσµος είδε, µια δύναµη που ο κόσµος ξέχασε· µια βόλτα µέχρι την άκρη του
δωµατίου κάποτε ήταν αρκετή για να ξηλώσει το καλοβολεµένο µου σώµα από τα δεσµά της
απραξίας. Η ενέργεια αυτή µε εγκαταλείπει µέρα µε τη µέρα… το παρατήρησες και εσύ.
Χτες µου ζήτησες να πάµε ένα περίπατο και σου είπα όχι. Χτες, µου εξοµολογήθηκες τα
όνειρα που έκανες παιδί. Σήµερα σου είπα για τον αργό θάνατο των δικών µου. Τα είδα να περνάνε
από µια οθόνη 32 ιντσών σε υψηλή ευκρίνεια για να µου υπενθυµίσουν πως κάποτε ήξερα, πως
κάποτε ήµουν σίγουρος ότι θα έρθει η µέρα να γίνουν αληθινά. Κρίµα που δεν βγήκαν ποτέ από
την πόρτα του δωµατίου µου…
Η µικρή Άννα σου ζήτησε να τη βοηθήσεις µε τη ζωγραφική της. Σε πήρε στο δωµάτιο της.
Άναψα ένα τσιγάρο, η µητέρα της µου σέρβιρε µια κούπα καφέ. Κάθισε απέναντί µου.
«Παιδιά, τι να πεις… Άκουσες τα νέα για τον γείτονα από το απέναντι σπίτι; Όλο το χωριό
έχει τροµάξει! Η Άννα κοιµόταν στο κρεβάτι µου… άκουσα το κακόµοιρο ζώο να κλαίει και να
ουρλιάζει µε µια φωνή… θα σε έριχνε στα γόνατά -ένας κόσµος σαν το δικό µας ποτέ δεν κλαίει,
ισορροπεί και ισορροπεί ξανά και ξανά πάνω σε άσχηµα, τερατώδη λάθη που γεννιούνται πάνω στο
σώµα της.
«Άναψε το τζάκι, πύρωσε τη σιδερένια λαβίδα… Βούτηξε τη φουντωτή ουρά στο πυρωµένο
προσάναµµα… το ζώο πάλευε µε τα νύχια του, πάλευε µε τη φωνή του! Ακούς Παύλο;… η φωνή
του πάνω απ’ τη φωτιά… Ήταν ακόµα ζωντανό, τα είδα όλα απ’ το παράθυρο… το βούτηξε µε την
τσιµπίδα και το έφερε ανάµεσα στα πόδια του. Με ένα ναρκωµένο βλέµµα, άρπαξε το µαχαίρι…»
Η µικρή Άννα µπήκε στο δωµάτιο, ζήτησε ένα ποτήρι νερό διακόπτοντας τον οίστρο της.
Συνέχισε χαµηλόφωνα… έπρεπε να τα πει όλα, έπρεπε να οµολογήσει.
«…έκοψε πρώτα ένα µπροστινό πόδι, µετά ένα από τα πίσω. Δεν πέθανε ακόµα…» Στα
µάτια του µία εικόνα που σε λίγο θα ήταν παρελθόν. «Του έβγαλε τα µάτια µε έναν µικρό σουγιά,
έσπρωξε το κουφάρι του στη φωτιά. Πέθανε, αλλά δεν ήταν θάνατος… δεν ξέρω τι ήταν. Κάλεσα
την αστυνοµία… Όλο το χωριό βροµοκοπά ψοφίµι, δεν ήταν θάνατος, δεν ήταν θάνατος κανονικός
αυτός!»… Ισορροπεί ξανά, και ξανά… µικρή Άννα, µια ιστορία είναι όλα, µην κλαις…
Η Άννα την επόµενη µέρα δεν θυµόταν τίποτα. Ένα άσχηµο όνειρο, ήταν ο εφιάλτης που
την έκανε να ξυπνήσει µέσα στη νύχτα. Έσβησα το τσιγάρο µου, η µητέρα σώπασε. Είπε αρκετά. Η
µικρή µε αγκάλιασε και µας αποχαιρέτησε. Ρώτησα τη γυναίκα τι ήταν αυτό που ζωγράφισε σε
εκείνο το δωµάτιο η µικρή Άννα. «Τη θέα από το παράθυρό,» είπε, «εκείνο το όµορφο σπίτι του
απέναντι γείτονα, µε τη κυρτή κεραµοσκεπή και τα µεγάλα τετράγωνα παράθυρα…»
Την επόµενη µέρα επέστρεψα στο σπίτι της µικρής Άννας. Της ζήτησα να ζωγραφίσει εµένα.
Μου είπε: «Δεν ξέρω να ζωγραφίζω τόσο καλά.» Δεν χρειάζεται να µοιάζει αληθινό Άννα, είσαι
µικρή ακόµα… «Ζωγράφισε ότι νοµίζεις!»… Φτιάξε µε όµορφο, σαν εκείνο το σπίτι µε µεγάλα
παράθυρα. Αν ήµουν, αν είµαι, αν θα είµαι ποτέ…

 

 

 

***********************

Ο Παύλος Χάλαρης γεννήθηκε και µεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Φωτογραφία στην Αθήνα και συνέχισε στη
Γερµανία όπου ολοκλήρωσε µεταπτυχιακό πρόγραµµα στον Κινηµατογράφο. Η πρώτη του ποιητική συλλογή µε
τίτλο «Ασκήσεις» εκδόθηκε το έτος 2019 από τις εκδόσεις Όστρια. Έκτοτε ασχολείται µε τη συγγραφή διηγηµάτων
και ποιηµάτων. Πρόσφατα ολοκλήρωσε τη συγγραφή του πρώτού του µυθιστορηµατικού έργου µε τίτλο: «Το
Μανιφέστο Ενός Επίκαιρου Λιποτάκτη».