Θεός θεατός, η μητέρα μου
Κυρά όλη την ώρα των Τριών Βεβαιοτήτων:
Ηθική, Μυστικισμός, Πρακτική.
Καθαρότητα.
Στην οποία δεν υπήρξε ποτέ
ένας ενδοιασμός Πραγματικότητας
ούτε ένας Συμπεριφοράς
ούτε ένας εγωισμός
ούτε ένας φόβος
ούτε ένας δισταγμός στη Θυσία
ένα παράπονο
μια αμφιταλάντευση
ένα δάκρυ
μια προκατάληψη
μια δυσαρέσκεια πως κάτι πρόκειται να ζήσει
πως κάτι πρόκειται να πεθάνει
γιατί σ’ εκείνη δεν υπήρξε ποτέ
μια ενδόμυχη σκέψη .
Ξέροντας πως Αιώνια είναι
και δίχως μεσοβέζικα για το επίγειο Σήμερα.
Δίχως ν’ αρπάζεται από τα μέρη τού χρόνου
ούτε στο εκείθε ή στο εδώθε.
Το δικό της «Ποιος ζει;»
φιλοξενούσε χαιρετιστήριο το άλλο ζην.
Και o δικός της «εαυτός» ανάλαφρος
ατάραχος, στους άλλους ανάμεσα, σαν ένας αριθμός.
Το μόνο της αγαθό εκείνο των άλλων ευτυχιών.
(1929)
****************
Ικεσία στη ζωή
(A Elena de Obieta)
Φως της ζωής
απατηλό
ασταθή κυματισμέ της ύπαρξης
με αύρα πικρή
ή μεθυστική
φουσκώνοντας τον κόρφο της νύστας
ενός καινούργιου αιώνα
στην όχθη
την σκληρή ή χαμογελαστή. Ποιος να το ‘ξερε;
Η εύθραυστη ψυχή
μας έχει φέρει
σε μιας χίμαιρας την κόψη επάνω.
Τα άλλα ποτήρια
αν θέλεις πάρε μας.
Του ουράνιου πάθους την κούπα
ξέχειλη
μονάχα άσε μας ,
και στην εξαπάτηση των εξαπατήσεων
λικνισμένες πάντα
από ένα μοναδικό όνειρο
μαζί, οπουδήποτε
και ως την ακτή της μοναδικής ανάσας
αυτές τις δυο ψυχές φέρε μας. Ας είναι.
(1901)
************
Υπάρχει ένας θάνατος
Μη με τραβάς σε ίσκιους του θανάτου
όπου η ζωή μου ίσκιος θα γίνει,
όπου βιώνεται μόνο αυτό που ‘χει υπάρξει.
Δεν θέλω το βίωμα της ανάμνησης.
Δώσε μου άλλες μέρες όπως αυτές της ζωής.
Αχ, μην κάνεις τόσο νωρίς
από μένανε έναν απόντα
και τον απόντα από μένα.
Μην παίρνεις το Σήμερα μου!
Θα ‘θελα ακόμη να ‘μαι εντός μου..
Υπάρχει ένας θάνατος εάν από κάποια μάτια
αναποδογυρίζεται το βλέμμα της αγάπης
και μένει μόνο το κοίταγμα της ζωής.
Είναι το κοίταγμα ίσκιων του Θανάτου.
Δεν είναι Θάνατος εκείνο που απομυζεί τα μάγουλα,
αυτό είναι Θάνατος: λησμονιά σε μάτια που κοιτούν.
***********************************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
O Macedonio Fernández ήταν συγγραφέας, φιλόσοφος, ποιητής. Παράλληλα δημοσίευσε συχνά άρθρα σε εφημερίδες της χώρας του και χωρών της Λατινικής Αμερικής, γεμάτα ειρωνεία και σαρκασμό, κείμενα δηκτικά σε σουρεαλιστικό ύφος. Σπούδασε Νομική και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και υπήρξε συμφοιτητής και στενός φίλος με τον Guillermo Jorge Borges, πατέρα του διάσημου Αργεντινού συγγραφέα Jorge Luis Borges που επίσης υπήρξε φίλος του και θαυμαστής του. Το 1897, έτος που τελειώνει το διδακτορικό ως Ποινικολόγος, προσπαθεί να φτιάξει στη ζούγκλα της Παραγουάης, με συμφοιτητές και φίλους, μια ουτοπική κοινωνία δομημένη πάνω σε σοσιαλιστικά πρότυπα, σχέδιο που δεν τελεσφορεί. Για πολλά χρόνια άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, το οποίο δεν το είδε ποτέ με συμπάθεια, και το 1911 διορίστηκε ως εισαγγελέας στην περιοχή Posadas της επαρχίας Misiones, όπου συναντιέται και γνωρίζεται με τον Horacio Quiroga που ζει εκεί απομονωμένος. Μαζί με μια ομάδα ανθρώπων εκείνης της περιοχής θα πρωτοστατήσει στην ίδρυση μιας τοπικής λαϊκής βιβλιοθήκης (Biblioteca Nacional de Posadas) που έδινε τη δυνατότητα της απρόσκοπτης πρόσβασης στους κατοίκους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε έως τότε με την ήδη υπάρχουσα βιβλιοθήκη. Μάλιστα, θα του αναθέσουν τη διεύθυνση της, θέση που θα αποδεχτεί. Εικάζεται πως έχασε τη δουλειά του ως εισαγγελέας επειδή ποτέ δεν καταδίκασε κανέναν. Είναι ένας από τους μύθους που συνοδεύουν τη ζωή του που, ακόμη κι αν δεν τεκμηριώθηκε ποτέ με συγκεκριμένα στοιχεία, πλαισιώνεται από ισχυρές ενδείξεις, αν και το πιθανότερο είναι η απόλυση του να ήρθε ως απόρροια της άρνησής του να υποκύψει στις πιέσεις και στα συμφέροντα κάποιου ισχυρού παράγοντα της περιοχής.
Το 1927, στις εθνικές εκλογές όπου αναδείχτηκε νικητής για δεύτερη φορά ο Hipolito Irigoyen (1852-1933), κατεβαίνει ως υποψήφιος πρόεδρος της Αργεντινής, χωρίς ωστόσο να καταθέσει επίσημη υποψηφιότητα. Πρόκειται στην ουσία για μια φάρσα, με έντονο σατυρικό χαρακτήρα, σε μια σουρεαλιστική προεκλογική καμπάνια, με τη συμμετοχή πολλών φίλων του. Από την εμπειρία αυτή, θεωρείται, πως γεννήθηκε ο χαρακτήρας του Προέδρου που κάνει την εμφάνιση του στο πιο γνωστό του έργο με τίτλο Museo de la Novela Eterna (Μουσείο του Αιώνιου Μυθιστορήματος).
Όσο ζούσε εκδόθηκε μόνο ένα μέρος του έργου του. Εκείνος δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να να εκδώσει τα βιβλία του, κάτι που έγινε μετά τον θάνατο του , με ευθύνη των παιδιών του και των φίλων του. Ο Macedonio Fernández υποτιμούσε τη συγγραφική του δουλειά και έτσι αρκετά γραπτά του χάθηκαν, σύμφωνα με τον Jorge Luis Borges, στη διάρκεια των μετακομίσεων του από το ένα σπίτι στο άλλο. Το έργο του που χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, για τον έντονα μεταφυσικό του χαρακτήρα, για καιρό είχε αγνοηθεί καθώς θεωρούταν για πολλούς «ειδικούς» ένας «underground συγγραφέας», ήσσονος σημασίας και ανάξιος λόγου. Υπήρξε προάγγελος των πρωτοποριακών ρευμάτων, και κυρίως του Ουλτραϊσμού, αν και ο ίδιος ως συγγραφέας είναι δύσκολο να ενταχθεί σε συγκεκριμένα ρεύματα. Επηρέασε όσο λίγοι τη λογοτεχνία της χώρας του και της Λατινικής Αμερικής, δημιούργησε νέες προοπτικές όσον αφορά την αντίληψη για το μυθιστόρημα και το διήγημα (και κυρίως το διήγημα μικρής έκτασης καθώς θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος) και είναι πολλοί από τους μεταγενέστερους συγγραφείς της Αργεντινής και της Λατινικής Αμερικής που τον έχουν αποθεώσει χαρακτηρίζοντας ως μια από τις σπουδαιότερες πνευματικές μορφές της ισπανόφωνης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα.
Το Μπουένος Άιρες υπήρξε για εκείνον ανέκαθεν το μέρος που αγαπούσε να ζει και είναι ελάχιστες οι φορές που βγήκε από τα σύνορά του, όσο ζούσε• κυρίως για επαγγελματικούς λόγους. Την ημέρα του θανάτου ο Jorge Luis Borges, που έχει χαρακτηρίσει τον Macedonio Fernández τον «πιο εκπληκτικό άνθρωπο που έχει γνωρίσει ποτέ», αποχαιρετώντας τον θα πει, μεταξύ άλλων, για εκείνον : «Εγώ τον μιμήθηκα μέχρι σημείου αντιγραφής, μέχρι την παθιασμένη και ιερή λογοκλοπή»









