Bir fahişenin rüyası
Εκείνος κι οι φίλοι του ήταν,
που έτρωγαν το πρωινό του
Σόλωνα.
Η Λαΐδα κι οι φίλες της,
φλαμίνγκο στη Θερμόσφαιρα,
φορούσαν μόνο
ποδιά αγιοκεριού
και εσώρουχα ανανεωμένης μάρκας
“Henri Le Rennet”.
**************
Λευκή Γραμματεία
Χάνεσαι μες στους γδούπους των σταγόνων,
το λουρί δε φτάνει ως τη σωτηρία,
αυτοκτονείς,
υπερισχύει ο νους- δεν συνεισφέρεις σε αυτόν ακόμα συνειδητά-
νούφαρα πλάθουν τη δική σου αντανάκλαση,
προσκολλιούνται σε μία ανάπαυση, μη λιμοκτονείς, είναι αργά και γρήγορα συνάμα.
Η προσφώνηση χάνει τη δομή της,
η σύνταξη τη στιβαρή της συνοχή,
κάποιος τυχοδιώκτης σου μουρμουρίζει στις ωοθήκες «είσαι ο Θησέας, είσαι ο Θησέας».
Δεν είσαι.
Τα διόδια στενεύουν τα σύνορά σου,
απανθρακώνεται η αλμύρα σου.
Νίκησες άδικη, επιρρεπής, πρωτογενής.
Η οδύνη έφεγγε στα αλάλητα των λειασμένων βράχων,
τους ξεφύλλιζες και παλλόντουσαν
με ένα αχαμνό μαντήλι
υπέροχα
οι καταραμένοι στον αποχαιρετισμό
αφίλητοι και άσπιλοι.
*************
Εν περιόδω(μη) ειδωλολατρίας, 7530
«Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων
στον αέρα θα πάει· θα πάει στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία
των παθών μου θα πάρ’ η λύσσα των κυμάτων.»
Κ.Παλαμάς , Πατρίδες
Στον ανασασμό του φωτός,
στις αναθυμιάσεις του παιδικού θράσους,
μαρμαρώνουν τα αναστήματα του Ολύμπου.
Με ψυχορραγήματα,
του Υμηττού το μέλι, η φωτιά,
σφουγγίζει τα σκοτάδια.
Κοκαλωμένα χέρια του ασβέστη,
οι παλάμες μας, από αστροφεγγιά,
μαζεύουντην ανομβρία του έξω κόσμου.
Μες σε χαραμάδες φορεσιών, ψηλαφεί μια ιέρεια τον κατάξερο βράχο.
Δεν σκύβει όπως θα έπρεπε να τον χουφτώσει.
Κλείνω τις ευχές μου στο απρόσμενο της βίας,
με τη σοφία,
απροετοίμαστοι,
άπειροι σε σφαίρες,
να συμβιώσουμε,
να φορτωθούμε σκουπίδια,
αυλόπορτες, έρμαια,
ζιζάνια, κοπριές με λέπια,
να ολοκληρώσουμε το άρωμα της ορμής μας.
******************
Σιωπή
Είμαι η σιωπή,
που φιμώνουν,
απροσδιόριστα,
οι μαύροι πελαργοί
στις στείρες αποστολές.
Αν με ακούσεις,
ίσως ο θάνατος να είναι πιο γλυκός.
Όταν θα πεθαίνεις,
θα πιστεύεις ότι πνίγεσαι,
το αστεροσκοπείο θα υποτάσσεται στις διακοσμήσεις του ξενώνα,
θα ακούς τους παλμούς του εγκεφάλου σου
και θα εισπνέεις, εκπνέοντας,
θα εισπνέεις, εκπνέοντας,
με ορολογίες
φευγαλέες από τις έδρες των ρωμαλέων σου θρανίων.
***********
Καλοκαίρι
Βρόμισε σάρκα η σκόνη
και αίμα η γη,
έδαφος
με δώματα
απέθαντων.
Κάνεις δεν πεθαίνει.
Κάνεις δε ζει, όπως άρχισε να βιώνει.
Είχα να καπνίσω το ίνδαλμά μας στον ήλιο.
Βαφτίστηκα, μπογιατίστηκα και νέγρα
παραπονιόμουν για την ποιότητα της θέρμης.









