Αυτή η σιωπή η εκκωφαντική, που χαϊδεύει τώρα τα μύχια μου,
όλο και με στριμώχνει σε παλιά μπαούλα με ευτελή κειμήλια.
Ο κόσμος κάποτε σκότωνε για αυτά,
μα τώρα έχουμε νέο βασίλειο αβασίλευτο,
που για τους ιππότες του οι λίρες δεν έχουν πλέον χρώμα.
Κλειδωμένος στην κορυφή ενός γνώριμου τυχαίου πύργου,
είμαι πολύ απορροφημένος για τις κάλπηδες και τα χρυσά,
είμαι πολύ αφοσιωμένος σε μουσικές που δεν θα χορέψω,
είμαι πολύ απασχολημένος να αγνοώ φανταχτερούς είλωτες,
που μου πλέκανε κοσμοπολίτικα φουστάνια,
και πρίγκιπες αλλοδαπούς, που τόλμησα να θελήσω.
Παρέα με το μισοτελειωμένο κρασί από το περασμένο γλέντι,
παρακολουθώ από το ένα παράθυρο το δεσποτικό ηλιοβασίλεμα
και από το άλλο το φεγγάρι που σέρνει αργά για άλλα παλάτια.
Το ένα παράθυρο με ζεσταίνει περισσότερο.
Το άλλο παράθυρο με φωτίζει περισσότερο.
Τα αποτάσσομαι και τα δύο και τους πρίγκιπες και τους είλωτες
και τα φορέματα και τα μπαούλα με τις λίρες και τα χρώματά τους.
Τα κατηγορώ με περισσή αναίδεια που μου κρατάνε κάτι,
που με καθίζουν στο θρόνο μου και δεν είμαι βασιλιάς.
“Αν ήμουν βασιλιάς…” συλλογιέμαι και μιλάω στο κρασί
και κοιτώ απαξιωτικά το ένα παράθυρο,
λες και κάτι μου χρωστούσε.
Οι καιροί είναι δανεικοί
κι ο πύργος μου θα λιώσει από κάποια ελαφριά βροχή αυγουστιάτικη.
Κι αν το θυμηθώ ίσως να πιάσω πάλι το βαρύ σπαθί μου,
σαν τότε που έκοβα κόσμους για να μεγαλώσει ο δικός μου.
Ή μάλλον πρέπει να αφεθώ στο επόμενο γλυκό κρασί μου.
Μέχρι η βροχή να με δροσίσει,
Ή μέχρι να έρθει ο βασιλιάς που μας έταξαν,
που δεν θα πληρώνεται με λίρες,
που θα μας χαρίσει άλλα παράθυρα με γαλάζια θέα.









