ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΚΟΓΙΑ

[CARTA A MEUS FILHOS SOBRE OS FUZILAMENTOS DE GOYA]

Δε γνωρίζω, γιοι μου, ποιος θα ’ναι ο δικός σας ο κόσμος.

Είναι πιθανό -αφού τα πάντα είναι πιθανά- πως θα ’ναι

κείνος που ποθώ για σας. Ένας κόσμος απλός,

όπου η μοναδική τυχόν δυσκολία να ’ναι

πώς δε θα υπάρχει τίποτα που να μην είν’ απλό και φυσικό.

Ένας κόσμος όπου τα πάντα θα επιτρέπονται,

σύμφωνα με το γούστο σας, τις προσδοκίες, την επιθυμία σας,

το σεβασμό σας για τους άλλους και των άλλων για σας.

Κι είναι πιθανό πως δεν θα γίνει τούτο, ούτε καν

αυτό που σας δίνει έναυσμα για να ζήσετε. Όλα είναι πιθανά,

ακόμα κι όταν αγωνιζόμαστε, όπως πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε,

για κείνο που για μας σημαίνει ελευθερία και δίκιο,

ή -ακόμη περισσότερο- με μια σταθερή

αφοσίωση στην τιμή του να ’σαι ζωντανός.

Μια μέρα θα μάθετε πόσο ανυπολόγιστα πολλοί,

όσοι και η ανθρωπότητα, ήσαν αυτοί που σκέφτηκαν έτσι:

αγάπησαν τους ομοίους τους, για ό,τι καθένας είχε ξεχωριστό,

ασυνήθιστο, λεύτερο, διαφορετικό,

και θυσιάστηκαν, βασανίστηκαν, δάρθηκαν,

και υποκριτικά παραπέμφθηκαν στην ανθρώπινη δικαιοσύνη,

για να εκκαθαριστούν «με άκραν επιείκειαν και άνευ αιματοχυσίας».

Για την αφοσίωσή τους σ’ έναν θεό, μιαν ιδέα,

μια πατρίδα, μιαν ελπίδα -ή, ακόμα ακόμα,

για την αδήριτη πείνα που τους κατέτρωγε τα σωθικά-

ξεκοιλιάστηκαν, γδάρθηκαν, κάηκαν, πέθαναν από αέρια

δηλητηριώδη, και τα κορμιά τους σωριάστηκαν το ένα στ’ άλλο

τόσο ανώνυμα, όσο ήτανε κι η ζωή τους –

ή σκορπίστηκαν οι στάχτες τους και μνήμη τους δεν έμεινε καμιά.

Κάποιες φορές γιατί ανήκανε σε μια φυλή, άλλες

σε μια τάξη, πέσανε θύματα εξιλαστήρια

για κάθε λάθος που δεν έκαναν, ή δεν είχαν τη συναίσθηση

ότι το έκαναν. Μα έχει συμβεί

-και συμβαίνει- και να μην τους σκοτώσουν.

Έχουν πάντοτε υπάρξει άπειροι τρόποι να κυριαρχείς,

να εξοντώνεις μαλακά, διακριτικά,

με μεθόδους ανεξιχνίαστες, όπως λένε πως είναι αυτές του Θεού.

Τούτες οι εκτελέσεις, ο ηρωισμός κι ο τρόμος αυτός,

ήτανε μια περίσταση ανάμεσα σε χίλιες που συνέβησαν στην Ισπανία

πάνω από έναν αιώνα πριν, και που η βία τους κι η αδικία

αναστάτωσαν την καρδιά ενός ζωγράφου που τόνε λέγανε Γκόγια∙

είχε κείνος μια καρδιά πολύ μεγάλη, γεμάτη θυμό

κι αγάπη. Μα δεν είναι τούτο τίποτα, γιοι μου.

Μονάχα ένα επεισόδιο, ένα σύντομο επεισόδιο

στην αλυσίδα όπου είστε (ή δεν θα ’στε) ένας κρίκος

από σίδερο κι ιδρώτα κι αίμα – και λίγο απ’ το σπέρμα

που φτιάχνει τον δρόμο για τον κόσμο που ονειρεύομαι για σας.

Πιστέψτε με, κανένας κόσμος και τίποτα και κανείς

δεν αξίζει πιότερο από μια ζωή κι απ’ τη χαρά να τη ζεις.

Κι είν’ αυτό το πιο σπουδαίο – ετούτη η χαρά.

Πιστέψτε με, η αξιοπρέπεια, που πολύ θα σας μιλήσουνε γι’ αυτήν,

δεν είναι παρά η χαρά τούτη που έρχεται

με το να ’σαι ζωντανός και να γνωρίζεις πως ποτέ

κανείς δεν υπήρξε λιγότερο ζωντανός, δε βασανίστηκε, δεν πέθανε,

παρά για ν’ απομακρύνει από σας -έστω για λίγο ακόμα-

τον θάνατο που σ’ όλους μας ανήκει και θα ’ρθεί.

Το να τα γνωρίσετε όλα τούτα με γαλήνη,

δίχως κακία για κανέναν, δίχως τρόμο ή φιλοδοξία,

και πάνω απ’ όλα δίχως απάθεια ή αδιαφορία,

το ελπίζω με θέρμη. Τόσο αίμα,

τόσος πόνος κι αγωνία, μια μέρα

-κι αν ακόμα σας πνίγει η πλήξη ενός κόσμου ευτυχισμένου-

δε θα ’ναι επί ματαίω. Ομολογώ πως

πολλές φορές, καθώς αναλογίζομαι τη φρίκη τόσων αιώνων

καταπίεσης και σκληρότητας, διστάζω κάποιες στιγμές

και μια πικρία με βυθίζει απαρηγόρητο.

Είναι ή δεν είναι όλα μάταια; Κι ακόμα, έστω κι αν τυχόν δεν είναι,

ποιος θ’ αναστήσει τα μιλιούνια τούτα, ποιος θ’ αποκαταστήσει

όχι μόνο τη ζωή μα κι όσα τους στερήσαν;

Καμιά Τελική Κρίση δεν μπορεί, παιδιά μου, να τους δώσει

κείνη τη στιγμή που δε ζήσανε, κείνο

που δεν το απόλαυσαν, κείνη τη χειρονομία

αγάπης, που θα την κάνανε «αύριο».

Κι έτσι, ο ίδιος ο κόσμος που δημιουργούμε

μας πιέζει να του φερόμαστε με προσοχή, σαν κάτι

που μας δόθηκε για να το φυλάμε με σεβασμό,

στη μνήμη του αίματος που κυλά στις φλέβες μας,

της σαρκός που κληρονομούμε, και της αγάπης που

άλλοι δε χαρήκανε, γιατί τους την άρπαξαν.

 

Από τη συλλογή Μεταμορφώσεις (1963)

 

a

 

Ο Jorge de Sena (Λισαβώνα, 1919 – Καλιφόρνια, 1978) ήταν, μαζί με την Sophia De Mello Breyner Andresen και τον Eugénio de Andrade, ένας από τους κορυφαίους ποιητές της Πορτογαλίας μετά το 1945. Υπήρξε, επίσης, σημαντικός κριτικός και δοκιμιογράφος, με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων και με έμφαση στην ιστορία και την πολιτική. Ως ποιητής υπήρξε ρεαλιστής, στοχεύοντας στην αμεσότητα και στην ξεκάθαρη έκφραση της εκάστοτε ιδέας που κινητοποίησε την έμπνευσή του. Στη συλλογή Μεταμορφώσεις (τίτλος εμπνευσμένο από τον Οβίδιο, με τον οποίο, όπως θα δούμε, είχε κοινό το βίωμα της εξορίας) όλα τα ποιήματα αναφέρονται σε έργα τέχνης κι άλλα ιστορικά τεκμήρια και γεγονότα.

Στο ποίημα που μεταφράζεται εδώ, το προσωπικό δράμα του ποιητή συμπλέκεται με τον δύσκολο βίο και το σπουδαίο έργο του Γκόγια, βασισμένο συγκεκριμένα στον διάσημο πίνακα του τελευταίου Οι εκτελέσεις της 3ης του Μάη (1814). Ο πίνακας αποτυπώνει, με τρόπο μοναδικά δραματικό, ένα ιστορικό γεγονός: στις 2 Μάη 1808, ο λαός της Μαδρίτης ξεσηκώθηκε ενάντια στους Γάλλους εισβολείς, κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων. Την επομένη, πριν ξημερώσει, εκατοντάδες αγωνιστές της μαδριλένικης αντίστασης εκτελέστηκαν.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, στη γειτονική Πορτογαλία, το «Νέο Κράτος» του δικτάτορα Σαλαζάρ είχε πείσει χιλιάδες Πορτογάλους να νιώθουν ασφαλείς μέσα στην επιβληθείσα -και βασισμένη σε ασφυκτικούς περιορισμούς- «κανονικότητα». Όχι όμως και τον ποιητή, ο οποίος, μαζί με μια ομάδα δημοκρατικών πολιτών, μετέσχε σε σχέδιο ανατροπής της δικτατορίας. Το σχέδιο προδόθηκε και, αντιμετωπίζοντας άμεσα το ενδεχόμενο της σύλληψής του, κατέφυγε το καλοκαίρι του ίδιου έτους στην ομόγλωσσή του Βραζιλία.

Όμως, σύντομα μια νέα δοκιμασία περίμενε τον ποιητή μας: το 1964 έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα και στη δεύτερη πατρίδα του (είχε αποκτήσει τη βραζιλιάνικη υπηκοότητα μόλις τον προηγούμενο χρόνο). Κατέφυγε τότε στις ΗΠΑ, όπου δίδαξε σε πανεπιστήμια. Το 1974, με την επιστροφή της δημοκρατίας, γύρισε στην Πορτογαλία, με την ενθουσιώδη προθυμία να συμβάλει στην πνευματική ανόρθωση της χώρας του. Μα πάλι, η αδιάφορη ή και αρνητική στάση των πνευματικών ιδρυμάτων απέναντί του τον ώθησε να ξαναγυρίσει απογοητευμένος στις ΗΠΑ και να ζήσει και το -λίγο, δυστυχώς- υπόλοιπο της ζωής του ως εξόριστος.

Το ποίημα που παρουσιάζουμε γράφτηκε λίγες εβδομάδες προτού ο ποιητής εγκαταλείψει, για πρώτη φορά, την πολυαγαπημένη του Πορτογαλία. Είναι καρπός του πικρού διλήμματος ενός ακέραιου ανθρώπου, ο οποίος -40 ετών ακριβώς- βρίσκεται στο απόγειο της πνευματικής του σταδιοδρομίας στη χώρα του, ενώ παράλληλα απολαμβάνει την οικογενειακή ευτυχία. Κι όμως, αντιμετωπίζει την ανάγκη ν’ αφήσει τα πάντα πίσω του για χάρη της ακριβής ελευθερίας…