4/9/2021

Ο Θεός έστειλε έναν γλάρο στο λιμάνι που με κρατούσαν δεμένο πλοίο και με επιμονή ράμφιζε τα φινιστρίνια των ματιών μου.
Κάθε μέρα έκλεβε το μαντήλι που ζέσταινε το κεφάλι μου κατά τους ατέλειωτους χειμώνες και εκείνο το μουσαμαδένιο κάλυμμα που με προστάτευε απ’ του ήλιου τις ακτίνες. Γι’ αυτό πανιά για να ανεβάζω ή να κατεβάζω στο σκαρί μου δε διέθετα. Ο γλάρος τα είχε κόψει κομμάτι-κομμάτι και τα είχε στείλει μακριά από την ακτή, στην παραγκούπολη των φτωχών έξω από την ξακουστή και πλούσια συνοικία Και της Σμύρνης. Ανέβαλλα λοιπόν το σαλπάρισμα και το μεγάλο ταξίδι προσώρας, λόγω της ακαταλληλότητας από άποψη βασικού εξοπλισμού. Προσπαθούσα επίμονα έναν τρόπο να βρω και να προσαρτήσω τις κουβέρτες και τα σεντόνια πάνω στο ιστιοπλοϊκό μου σώμα, ώστε να αντικαθιστούν τα αυθεντικά ιστία και κάπως να είμαι ικανός να αποπλεύσω από την προβλήτα βγαίνοντας στα ανοιχτά χωρίς προβλήματα ναυσιπλοΐας.
Ο γλάρος όμως εκεί. Όπου και να πήγαινα, πέταγε με μηχανική υποστήριξη από πετονιές, όπως μια ξύλινη μαριονέτα δίπλα στο κεφάλι μου. Πολλές φορές, ήμουν πεπεισμένος ότι ετούτο το παράξενο πουλί δεν ήταν ταριχευμένο, αλλά ζωντανή ύπαρξη που είχε δεθεί με τη δικιά μου. Άλλες φορές θεωρούσα τον γλάρο σκιά μου και σκίαστρο, έτσι όπως με επιμονή πετούσε παραδίπλα με ανοιχτά φτερά κι όμως, στο ίδιο σημείο παρέμενε στον αέρα του Γκιαούρ Ιζμίρ, όπως αποκαλούσαν οι Τούρκοι τη Σμύρνη άπιστη πόλη ή οι Ευρωπαίοι χαριτολογώντας την καλούσαν γλυκά σαν το Παρίσι του Λεβάντε.
Κι σας τα λέω όλα αυτά όντας τυφλός, αφού τα μάτια μου τα μαγάρισε αυτό το τρελό πλάσμα. Διαρκώς με ικετεύει όμως για συγχώρεση γι’ αυτήν του την πράξη και εγώ σα να ήταν βέρες ξεκουμπώνω στρίβοντας με κόπο τα δάκτυλα και τα προσφέρω στον γλάρο για να τον απασχολώ κρατώντας τον σε εγρήγορση. Ήταν δάκτυλα από ένα κουπί προώθησης που βαστά το χέρι λάμνοντας χειρωνακτικά -απουσία μηχανής και μποφόρ εν μέσω πελάγους δίχως άνεμο στα πανιά.
Αν και ο γλάρος έκανε χάζι τα μικροσκοπικά μου δάχτυλα, αυτή τη φορά δεν τα κατάπινε, αλλά έκανε κάτι άλλο εξίσου ανεξήγητο. Τα έπαιρνε με το ράμφος του όλο περισυλλογή και τα κάρφωνε στο άκρο των φτερών του. Το ίδιο έκανε με τα πόδια μου, αντικαθιστώντας τα δικά του πορτοκαλί κοκαλιάρικα. Έτσι έγινε και με τα υπόλοιπα κομμάτια σώματος που του πρόσφερα.
Συνέχισα δίχως σοβαρούς ενδοιασμούς να του δίνω μέλη και εσωτερικά μου όργανα. Για παράδειγμα, ενώ είχαμε συμφωνήσει να παραλάβει τα πάντα, ο γλάρος ζήτησε να κρατήσει μόνο την καρδιά και μου επέστρεψε με καχυποψία το μυαλό. Συμβιβάστηκε, ωστόσο, να υιοθετήσει κάποιες από τις στάσεις και αντιλήψεις του νου μου. Του άρεσε λόγου χάριν ο τρόπος που ελλιμενιζόμουν στις προβλήτες ή την άρνησή μου να ταξιδεύω χωρίς μια σίγουρη και αξιόπιστη άγκυρα, που δεν κινδύνευε να κοπεί το σάπιο και τριμμένο σκοινί της. Φυσικά, σχεδόν σφετερίστηκε το τηλεσκόπιο της ευφυίας μου, όση μου είχε απομείνει στο γερασμένο σκαρί του σώματός μου και μετά από τόσες ανεμοθύελλες και προσκρούσεις σε σκοπέλους και αιχμηρά βράχια. Έτσι, λοιπόν όχι μόνο πήρε το τηλεσκόπιο, με πέταξε κιόλας στην άκρη για να δει ιδίοις όμμασι όλου του κόσμου τα πλουμιστά και περίτεχνα στολίδια, τις πόλεις τις παραθαλάσσιες και τα διάφορα αστέρια στο πλανητάριο του ουρανού.
Όσο συνεχίστηκε η θεία κοινωνία του σώματός μου με μοναδικό ιερέα και πιστό παραλήπτη της μετάληψης, αυτόν το καιροσκόπο γλάρο, ήρθε κάποτε το πλήρωμα του χρόνου που σήμαινε ότι όλα έπρεπε να αλλάξουν και κάτι ρηξικέλευθο στ’ αλήθεια να συμβεί. Μαζεύτηκαν Μικρασιάτες εν δυνάμει πρόσφυγες στο Λιμάνι του Αϊδινίου το φρικτό έτος του εικοσιδύο. Μεταχειριζόντουσαν οτιδήποτε ήταν πλωτό για να διασώσουν την εθνοτική τους ταυτότητα από την εθνοκάθαρση που είχαν κηρύξει οι Τούρκοι. Από κορμό δέντρου μέχρι και τις πόρτες των σπιτιών τους ξεμαντάλωναν κάποιοι με το κλειδί κλειδωμένο τρεις φορές και το έπαιρναν στην πλάτη σα γηραιά κατάκοιτη μάνα.
-Έτσι, θα μπορέσουμε μια μέρα να επιστρέψουμε και να ξεκλειδώσουμε ό,τι αφήσαμε κλειδωμένο πίσω στη μνήμη μας αμόλευτο και απαραβίαστο συμβάν,
Έλεγαν σαν να απευθύνονταν σε κάποιον αόρατο ομιλητή δίπλα στους λούστρους που καθάριζαν τα κράσπεδα από τα αίματα της ειμαρμένης.
Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας εξαφανίστηκαν όλες οι βάρκες, πολλές από τις οποίες βυθιστήκαν στο ήμισυ από τα βουνά που σχημάτιζαν οι επιβάτες πασχίζοντας να πιαστούν από μια σανίδα σωτηρίας. Ουρλιαχτά και σπασίματα κοκάλων ακούγονταν και η φωτιά τριζοβολούσε στις ξύλινες διώροφες κατοικίες τις παραθαλάσσιες. Όλοι οι σημαίνοντες πρόσφυγες είχαν επιβιβαστεί. Ξοπίσω απομείναν οι φτωχοί που δε μπορούσαν να αντέξουν το λάδωμα του βαρκάρη και φυσικά τα αποβράσματα της κοινωνίας που για να βγουν να σωθούν αναγκάστηκαν να σηκώσουν τις φυλακές στα χέρια και να βγουν με τα κάγκελα περασμένα στα χέρια τους με χειροπέδες και αλυσίδες. Τα αποβράσματα βρώμαγαν και έζεχναν, όπως η πολυκαιρισμένη λίγδα και το ταγγισμένο λάδι στη λαβή του λιμανιού. Αυτοί και να παρακαλάγανε τους Τούρκους να τους σκοτώσουν, αποτυγχάνανε. Ήταν τόσο μαύροι στη λέρα που οι στρατιώτες έφευγαν μακριά να μην κολλήσουν λέπρα και πανώλη. Τα δέρματά τους ξεφλούδιζαν και σπυριά με πύον μυρίζανε σαν σάπιο κρέας. Ο θάνατος θα έμοιαζε με χάρη και οι Τούρκοι δεν απέδιδαν καμία χάρη, γι’ αυτόν τον λόγο τους αφήσαν να λιώσουν στη ζωή. Μια κακή ζωή γεμάτο πόνο, σιχασιά και περιφρόνηση.
Από όλα τα πλεούμενα, μόνο κάποια βυθισμένα παρέμεναν στην προβλήτα. Ανάμεσα σ’ αυτά και εγώ το καταραμένο σκαρί με τον άγιο γλάρο. Κοίταγα τους φτωχούς, τα αποβράσματα, τους στρατιώτες και τους νεκρούς με άπειρη αθωότητα σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα η καταστροφή των παραλίων. Τα ματωμένα μου φινιστρίνια βλεφάριζαν για να καθαρίσουν το τζάμι και οι εικόνες επαναλαμβανόντουσαν σαν ταινία ασπρόμαυρου άγριου κάλλους. Ο ιπτάμενος γλάρος δίπλα στο άλμπουρό μου είμαι σίγουρη προσέδιδε τον απαραίτητο συνειρμό, ότι δηλαδή μπορούσαμε να είμαστε η τελευταία σανίδα σωτηρίας για τους φτωχούς και τους φυλακισμένους. Αυτή η σκέψη και μόνο αρκούσε και κάποιοι πέταξαν μαδέρια ξύλου σαν γέφυρα ανάμεσα στο λιμάνι και την κουπαστή μου. Ένοιωσα μια κάποια ανακούφιση στα πρώτα βήματα ανθρώπων πάνω στο κατάστρωμά μου. Είχα καιρό να δεχθώ ανθρώπου πάτημα. Σύντομα, πλήθηναν τόσο τα βήματα και οι ανθρώπινες παρουσίες που ένοιωσα το σκαρί μου να βυθίζεται σημαντικά. Τα φινιστρίνια ξεπλύθηκαν από το κύμα και γω κατάφερα να διακρίνω από μακριά τον ερχομό των έφιππων Τούρκων στρατιωτών. Κρατάγανε χατζάρες στο ένα χέρι και κόβαν στο ψαχνό τα ελληνικά κεφάλια τα έντρομα με τους κοκαλωμένους βολβούς στα μάτια.
-Αδέρφια, χαλασμένοι, ξοδευτείτε γρήγορα να λάβετε σωσίβιο λέμβο ετούτο το άχαρο σκαρί. Οι Τούρκοι κατεβαίνουν, βιαστείτε να σκαρφαλώσετε σ’ αυτό το ξύλινο καρυδότσουφλο. Δεν το λες βάρκα, δεν το λες πτηνό, δεν το λες άνθρωπο παρόλο που μιλάει σαν δαύτον, αλλά για τη δουλειά μας κάνει. Μπαρκάρετε να ξεφύγουμε από τους μακελάρηδες. Σώστε εαυτούς!
Αυτά είπε ένας τελάλης μαθημένος και συνηθισμένος στην εκφώνηση μακρόπνοων αφηγήσεων από τα πριν της μικρασιατικής καταστροφής. Πως του ήρθε τώρα η διάθεση να εξηγήσει και να περιγράψει καταστάσεις που ένας θεός ξέρει το βαθύτερο νόημά τους. Με την ίδια απουσία λογικής που μερικοί πετάγανε τα παιδιά τους στο νερό για να αλαφρύνουν παίρνοντας αγκαλιά για να διασώσουν τα τσουβάλια με το αλεύρι και άλλοι τα λίγα υπάρχοντά τους σε βαλίτσες δερμάτινες γεμάτες πέτρες από τον τόπο τους.
Κι όντως στη γέφυρα που σχημάτιζε μια σανίδα σωτηρίας μεταξύ κουπαστής και αποβατήρα, οι εν δυνάμει πρόσφυγες: κλέφτες, ληστές, τζογαδόροι, μαστροποί, δολοφόνοι και πολιτικοί αντιφρονούντες καβάλησαν άρον-άρον το πλωτό νέο σπίτι τους και γαντζώθηκαν από το σάπιο πλοίο, τόσο όσο να μην τους πετάξουν έξω οι υπόλοιποι επιβάτες. Μετά από αιώνες ελληνισμού στην Ανατολία, αυτό που μάγεψε τους πρόσφυγες που κουβαλούσα πάνω στο σκαρί μου κατά την θαλάσσια πορεία προς τη Μητρόπολη Ελλάδα, δεν ήταν η σωτηρία τους καθ’ αυτήν, αλλά η σκαλιστή πλώρη που απεικόνιζε έναν γλάρο με ανοιχτά φτερά. Μάτια είχε ανθρώπινα τα δικά μου. Τις πρώτες βραδιές πολλοί ταραγμένοι μέθυσοι ισχυρίζονταν ότι όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο γλάρος ξεκόλλαγε από την πλώρη και τα ξύλα του καραβιού. Έπαιρνε ολωσδιόλου ανθρώπινη μορφή διατηρώντας, όμως, τη μάσκα του πτηνού με τη γιγάντια καμπυλωτή μύτη τόσο μακριά, όσο να ακουμπά πάνω στις ξύλινες σανίδες του καταστρώματος. Γυρόφερνε ανάμεσα στους κοιμισμένους, όπως στα χρόνια του μαύρου θανάτου που οι ιατροί έβαζαν μάσκες στο πρόσωπο με μεγάλο ράμφος για να μην εισπνέουν τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της αρρώστιας, ωστόσο έβρισκαν τους ζωντανούς και τους παρείχαν θεραπεία.. Εδώ, όμως ο άνθρωπος με τη μάσκα γλάρου πλησίαζε τους υγιείς κοιμισμένους και τους φιλούσε στο στόμα με ένα μολυσμένο ποντικίσιο φιλί γεμάτο ασθένειες και θανάτους. Όποιος έπαιρνε αυτό το φιλί στα χείλη σφράγιζαν αυτά από το θανατικό της πανώλης και της λέπρας τη βαριά αρρώστια.
Την επόμενη μέρα, που γινόταν τακτικός έλεγχος από αυτούς που είχαν πάρει την εξουσία του καραβιού πάνω στους υπόλοιπους ναύτες, γινόταν το μεγάλο ξεσκαρτάρισμα. Όποιος νοσούσε, τον μάζευαν οι αδίστακτοι του σκαριού και τον κλειδαμπάρωναν στο υπόγειο μέσα στις βρώμες και την αποφορά της αρρώστιας του. Σύντομα, το αμπάρι ήταν ικανοποιητικά πλήρες. Άλλοι υποστήριζαν ότι ασθένεια δεν υπήρχε, αλλά απεναντίας ήταν ένα οργανωμένο τέχνασμα για να εξαφανιστεί το περιττό πλήρωμα, σώνοντας τα αποθέματα νερού και φαγητού και ξαλαφρώνοντας το σαπιοκάραβο από το παραπανήσιο βάρος και όλα αυτά μέχρι να πιάσουν το επόμενο λιμάνι.
Όταν πια φτάσαμε στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δε μας άφησαν να ξεμπαρκάρουμε. Μας οδήγησαν στο Νησί των Τρελών στον Άγιο Γεώργιο απέναντι από τη Σαλαμίνα, το νησί αποπαίδι κι εκεί θα στοιβάζονταν οι όποιοι επιβάτες μου μαζί με τρεις χιλιάδες άλλους αρρώστους που κοίταζαν το καθρέφτισμα του εαυτού τους στις αμμουδιές της ακρογιαλιάς όχι χωρίς μία κακία στο βλέμμα τους.
Εγώ σκαρί ήμουν με είχαν δέσει σε έναν μεταλλικό πάσσαλο. Έβλεπα τους αρρώστους με κάποια σιχασιά. Ξύνανε κάθε μέρα τις πληγές μέχρι να ματώσουν και να εκκρίνουν βρωμερό πύον το οποίο έγλυφαν λόγω πείνας περιμένοντας να έρθουν οι σπάνιες ανθρωπιστικές αποστολές με τα συσσίτια σε ντενεκέδια. Άλλοι πιο θαρραλέοι από τη ζωή παίρναν κουβάδες νερό από τη θάλασσα και πότιζαν τη γη. Λέγαν κιόλας με στόμφο μία επιστημοσύνη την οποία είχαν πιστέψει ακράδαντα σαν αλήθεια:
-Αν ο καθένας μας κάνει το ίδιο, τότε θα σωθεί η θάλασσα και ο Άγιος Γιώργης θα ενωθεί με τα δεσμά γάμου με την πελώρια Σαλαμίνα. Αν ο γάμος ευδοκιμήσει ο Άγιος Γιώργης θα φαίνεται από μακριά σαν ένα ακόμα ύψωμα κοντά στα βουνά της Μάγισσας, του Αράπη και του βραχάτου όρους Πατρίς της Σαλαμίνας.
Όπως σας είπα, όμως, σχετικά με το πλοίο, όσο ταξίδευε πολλούς τους έριξαν στο νερό, άλλοι λιώσανε στον πυρετό κάτω στα μπουντρούμια του θέρους και ο θεός άνθρωπος με τη μάσκα γλάρου φρόντισε να ξεπαστρέψει πολλούς από τους αποδέλοιπους -ή και όλους- που κοιμόντουσαν σε σωρούς πάνω σε υφασμάτινα σακιά πατάτας στο ξύλινο κατάστρωμα του γραιγολεβάντες.
Έτσι, όταν προσάραξε στον Άγιο Γιώργη, ήταν αργά πολύ για τους περισσότερους και καμία εντύπωση δεν προκάλεσε το γεγονός ότι μόνο ο άνεμος πάνω στον μόλο ευθυνόταν για το ρίξιμο της σανίδας της γέφυρας. Επιβάτης ζωντανός δεν υπήρξε. Ο μόνος που ξεπρόβαλλε ήταν ο γνωστός γλάρος, που σας μίλησα εξαρχής που με παρακολουθούσε από το λιμάνι στο βιλαέτι του Αϊδινίου. Βάδιζε μισοπετώντας με ένα στραβό στόμα που έσερνε ένα χιτώνιο προϊστορικό ένας θεός ξέρει από πιο σεντούκι ιωνικό το είχε κλέψει, ήταν άλλωστε αυτός που μου είχε ξεσκίσει τα πανιά πέριξ του κεντρικού άλμπουρου, οπότε η τέχνη της κλοπής υφασμάτων ήταν για εκείνο τουλάχιστον συνήθεια αν όχι γινάτι και τέχνη εκνευριστική.
Οι άρρωστοι του νησιού που ανέμεναν τους υγειονομικούς και τα συσσίτια αποδέχτηκαν την άφιξη του ανθρώπινου σκαριού με κάποια απογοήτευση. Αναστέναξαν μη βλέποντας κάποιον να προβάλλει και συνέχισαν επί του τρελού τους έργου. Έπιναν το νερό, το μετέφεραν με τις χούφτες στα χωράφια και άλλοι με σκάφες, λεκάνες και κουβάδες μετέφεραν πιότερο θαλασσινό νερό με την απαντοχή να στερέψουν την πλούσια θάλασσα και να την κάμουν φτωχή, καχεκτική και αφυδατωμένη γη. Κάθε βράδυ κατέβαινε η στάθμη των νερών κατά ένα δάχτυλο. Το έβλεπαν από την άμπωτη στην προκυμαία και τα σημάδια της χαμηλωμένης στάθμης που φανέρωνε τις ζωντανές πεταλίδες στα βράχια.
Από μακριά θα μπορούσε να γελάσει κανείς. Οι τρελοί του νησιού δίναν καθημερινά θεατρικές παραστάσεις απαράμιλλου κάλλους. Άδειαζαν το νερό της θάλασσας. Κάποιοι ακόμα και με καφασωτά τελάρα επιχειρούσαν, μιλώντας για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Βλέπαν τα φαντάσματα των ασθενών με πανώλη να περιφέρονται ανάμεσα στους τρόφιμους του τρελοκομείου κάτωχροι σα λευκές σκιές στις γκρίζες προβολές του εαυτού τους.
Και οι περαστικοί βαρκάρηδες όντως γελούσαν πάνω στις ψαρότρατες φανερώνοντας τα βότσαλα των δοντιών τους. Οι τρελοί του Άη Γιώργη ισχυρίζονται ότι ζουν στα 1922. Σχεδιάζουν μάλιστα να ενώσουν το νησί με τη Σαλαμίνα και να εξιχνιάσουν αυτή τη μεγάλη συνομωσία που ξέκανε ολόκληρη την κοινότητα Μικρασιατών. Με τον καιρό ο αριθμός των τροφίμων του Άη Γιώργη σώνεται. Υπάρχουν λένε περισσότεροι τρελοί τώρα απέναντι στη γη της επαγγελίας στην ευλογημένη Σαλαμίνα. Κι εκείνοι οι τελευταίοι τρελοί στο νησί του Διαβόλου για όσο τους περισσεύει ζωή στο σαρκίο τους ένα σκοπεύουν να κάνουν: Να κόψουν για μια στιγμή την κίνηση των νερών και να ανοίξουν θείο μονοπάτι που θα φανερώνει τις πετριές και τα χρυσά βότσαλα του βυθού. Κάποτε με χρόνια και καιρούς θα βαδίσουν σαν άλλοι του Μωυσή οπαδοί και θα περάσουν από την άγονη Αίγυπτο δηλαδή το νησί του Διαβόλου κατευθείαν στο Ισραήλ της ευλογημένης Σαλαμίνας. Στη μέγα γη της Επαγγελίας και της καθ’ αυτής Λογικής. Το βράδυ οι τρελοί ψήνουν σουβλάκια από φύκια με ακρίδες τυλιγμένα σε φύλλα μουριάς. Ψευτοτρώνε το γεύμα τους κοντά στα κάρβουνα που πυρώνουν σε μικρασιατικές πυρκαγιές και αναπλάθουν στο μυαλό τους την Ιστορία της Λύτρωσης στη Νέα Γη. Εκεί, δηλαδή που πάνε να πεθάνουν οι οικονομικοί, πολιτικοί και ιστορικοί πρόσφυγες της παγκόσμιας αταξίας σε πάμπτωχους προσφυγικούς καταυλισμούς… Υπόσχονται αναμεταξύ τους όποιος καταφέρει να δραπετεύσει από το νησί να στείλει γράμματα και ένα καλάθι γεμάτα αυγά, κουλούρια και μωβ λουκάνικα.
Όσο για το σκαρί εμένα, κάθε μέρα οι τρελοί κόβαν και μία σανίδα για τις φωτιές τους. Αφού καταναλώθηκα τα βάλαν με τον γλάρο που τον πέτυχαν στο σημάδι με σπασμένα κεραμίδια. Για να θυμούνται τον γλάρο, σκαλίσανε το ράμφος του σ’ ένα βράχο και πυκνά-συχνά προσπέφτουν γονατιστοί για τάμα κα προσκύνημα. Λένε, είναι η πρώτη χώρα ενός νησιού, όπου έχει αγιοποιηθεί η ύπαρξη γλάρων. Γι’ αυτό και οι τρελοί αποζητούν τον ύπνο, το αποκάρωμα και το γλάρωμα που φέρνει μια γλυκιά ηρεμία, όπως η Σοφία της Λογικής ή η Λογική η ίδια…