Ι. Πριν το τέλος

το τυφλό μου χέρι ψάχνει
ανάμεσα στις άρρωστες μέρες,
λουσμένες ανούσιο πυρετό
ζαλισμένες μέλισσες, κλέβουν τα υγρά λεπτά,
πριν ξεγελάσουν το όνειρο στο όνειρο,
ανάλαφρο, λευκό, ήλιος
που έμαθε να λάμπει το φως, ο αόρατος
άνεμος γλίστρησε πάνω σε αδύναμο παλμό,
φλέβα που ξεμακραίνει αργά,
μικραίνει όσο απλώνει το μπλε της
σημάδι στη φθορά, ο τελευταίος
χτύπος χίλιες σκιές σταγόνα,
ξεφεύγει απο το χέρι μου, στο δροσερό σεντόνι.

ΙΙ. Λάσπη

γεμίζω ένα ποτήρι νερό, κλαίω
σου προσφέρω τον αέρα και το βουνό του, άλλοθι
να κρυφτείς πίσω από τον ήλιο, έβαλε τα καλά του
κι αμολάει ζέστη στους ίσκιους, κρέμονται
γκρίζες κουρτίνες, έκλεψαν ό,τι βρήκαν απο το σώμα
κλείδωσαν όσα δεν θες να ομολογήσεις

ανέμελη τρέχεις, ξέρεις
κάποιος θα βρεθεί να σε σπρώξει
για να πέσεις, να δεις το χώμα από κοντά, ένα
με τη λάσπη σου να ξαναγίνεις, δροσιά στα μάγουλα
φανερώνεις όλα τα χρώματα σου στον τοίχο
παγωμένες λέξεις, διαβάζεις αργά,
να καταλάβεις πριν αρχίσεις να γκρεμίζεις

χτίζεις ανεμόμυλο, αρπάζεις τον άνεμο,
να τα βλέπεις όλα, ό,τι γλύφει ο χρόνος,
πετάει εκείνα που δεν τον ταΐζουν, νομίζεις σταμάτησε
κι εκείνος συνεχίζει,
σαπίζει με τακτ κι όραμα ανώτερο,
αποφασίζει με σιγουριά

πότε θα σε δω; γυρίζεις σαν εμμονή,
σε γεύομαι και σε ακούω, μιλάς για λίγο, ξαπλώνεις
στο απέραντο σεντόνι που περιμένει ακόμα,
προστάζει η ήττα κι η παρακμή τρώει
το τελευταίο λεπτό, σηκώνεσαι και φωνάζεις
τι είδες, τι πέταξες, τι κράτησες
λίγο από τη λάσπη σου

ΙΙΙ. Φως

ρώτησα τον ήλιο τι να κρατήσω από εδώ και πέρα
και μου απάντησε πως πρέπει να αγαπήσω τη μέλισσα
τη δουλειά και το πείσμα της
την ουσία που απο ουσία γίνεται νερό και λάμψη

ρώτησα τον ήλιο που θα σε βρω
και μου απάντησε
ακολούθησε τις σκιές