Στα χωράφια του Διαβόλου δεν πατάει κανείς αφότου σκοτεινιάσει. Η μαρτυρία ενός αγρότη για «τερατόμορφα πλάσματα» θα έμοιαζε γραφική, εάν ο καφετζής του χωριού δεν έβλεπε με τα μάτια του την παπαδιά να συνουσιάζεται με τον τράγο του κυρ-Παντελή στην προηγούμενη Πανσέληνο. «Χριστοί υπάρχουν πολλοί», του είπε την επόμενη μέρα, κι εκείνος αναγούλιασε βλέποντας τις μύγες να δραπετεύουν από το στόμα της καθώς μιλούσε.
Όταν το έμαθε αυτό ο μπαρμπα-Θόδωρος, αναρωτήθηκε αν ο Άρχοντας των Μυγών εισάκουσε την προσευχή του για να σώσει το κοπάδι του από τα ενοχλητικά έντομα του καλοκαιριού. Η κατάσταση ήταν θλιβερή. Όχι μόνο υπέφεραν από τις μύγες, αλλά τα καημένα τα ζωντανά ήταν επιπλέον και θύματα κτηνοβασίας από τα ξαναμμένα ζόμπι του νεκροταφείου, κάτι που, φυσικά, ο ίδιος αγνούσε.
Τη λύση την έδωσε η παπαδιά, λέγοντάς του να απαγγείλει Όμηρο ανάποδα την τρίτη μέρα από την επίσκεψή του στον κυρ-Θανάση τον μπαρμπέρη. «Θα πάρεις τις τρίχες», είπε, «και θα τις βάνεις μέσα στο βάζο με το γάλα. Έπειτα θα ρίξεις λίγη κοπριά και το θάψεις στην είσοδο του νεκροταφείου». Έτσι λοιπόν και έκανε. Μόνος μάρτυρας της πράξης του ήταν η απειροσύνη του ουρανού και τα δέντρα.
Πόσο θα ήθελε να πιει ένα κουβανέζικο κοκτέιλ ακούγοντας Ντουράν Ντουράν! Φαντάστηκε τα βαμπιρίσια χείλη της Νίνα Χάγκεν και ερεθίστηκε. Ο καύσωνας τον έκανε να παραληρεί και μέσα στην παραζάλη του μπήκε μέσα στο νεκροταφείο, ξεχνώντας το βάζο που είχε θάψει τόσο ευλαβικά στην πύλη. Με την ρετσίνα στο ένα χέρι και την ψωλή του στο άλλο, δεν παρατήρησε τις ανοιχτές ταφόπλακες. Στο κεφάλι του βούιζαν οι συμφωνικές ορχήστρες των λαχανικών, ψάλλοντας το Isis Naturae Regina Ineffabilis, όταν ξαφνικά ο ήχος από αρβύλες να παρελαύνουν σε βήμα χήνας έπνιξαν τελείως την μουσική.
Σε καμία περίπτωση δεν είχε περάσει από το μυαλό του η παραμικρή υπόνοια ότι το χλοερό νεκροταφείο του οικισμού αποτελούσε το σημείο συνάντησης απέθαντων ταγματασφαλίτων της Μαύρης Αδελφότητας. «Ω να σου…», ψέλλισε θυμωμένα σηκώνοντας το φερμουάρ του παντελονιού του. Δύο σάπιοι χωροφύλακες τον πλησίασαν νευρικοί σαν καρχαρίες με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να συμμετάσχει σε εκείνο το ανείπωτο έγκλημα που ο Λεοπόλδος Ζουμ Μπαζούμ προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να εξιχνιάσει. Του ήταν σχεδόν αδύνατον να τιθασεύσει το πάθος του για τα τερατώδη και ακατανόμαστα όντα της πράσινης σκιάς, όσο ντροπαλός κι αν ήταν κατά γενική ομολογία.
«Το μυστικό του Μεγάλου Έργου αποκαλύπτεται σε όλους στους γνήσιους λάτρες του Πράσινου Διαβόλου», είπε ο ένας από αυτούς, φτύνοντας. «Οι Πεφωτισμένοι του Βάισχαουπτ δεν θα πεθάνουν ποτέ, όσο η πίστη στο μαρούλι κρατιέται ζωντανή», συνέχισε καθώς το σάλιο του εξακολουθούσε να στάζει από το σκελετωμένο στόμα του. Ο μπαρμπα-Θόδωρος αισθάνθηκε το ελιξήριο της ντροπής να ανεβαίνει στις φλέβες του. Κοίταξε τον Αδόλφο Πάνκη με ρομαντική συμπάθεια, σαν να είχε μαγευτεί από τα λόγια του. Η μιαρή ύλη τον είχε καταλάβει και χωρίς δισταγμό έκαψε το θυμίαμα στο κοντινότερο μνήμα. «Igne Natura Renovatur Integra», αναφώνησε και στο κεφάλι του η μουσική του συνθεσάιζερ δυνάμωσε.
Μέσα από τους θάμνους έκανε την εμφάνισή της η Ρένα Παγκράτη με διχτυωτές κάλτσες και σκισμένο, στενό φόρεμα με βούλες. Δεν αισθάνθηκε ούτε φόβο, ούτε έλξη, μα ως κάτι απόλυτα φυσικό και μέσα στην μέθη του Ιερού Ελαίου, την αγκάλιασε με θέρμη. Το ινστραμέντο της ηδονής κορυφώθηκε στα χείλη της απέθαντης τηλεοπτικής περσόνας που ψιθύριζαν λάγνα στο αυτί του απόψε φίλα με να με χορτάσεις / αύριο φεύγω και θα με χάσεις, κάνοντας το φάντασμα του Μανώλη Χιώτη διπλά περήφανο.