Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των πραγμάτων από την παθητή τους πλευρά. Από τον τρόπο που αυτά παθαίνονται. Το παθητό γίνεται μεθεκτό αφού πρωτύτερα έχει καταστεί ποθητό. Το παθητό γίνεται μαθητό ως προϊόν του ποθητού. Το μαθητό δίχως το παθητό αποτελεί γνώση στείρα. Το παθητό δίχως το μαθητό είναι ανωριμότητα. Το παθητό δίχως το ποθητό είναι ματαιοπονία. Το μαθητό δίχως το ποθητό αγγαρεία. Η διαδικασία όπου το παθητό απαυγάζεται από το ποθητό, με το μαθητό να αναδύεται ως καταστάλαγμα, δύναται να ονομαστεί και τρόπος του βίου, τρόπος υπάρξεως.

Η κτίση, λοιπόν, του ποθητού επιτυγχάνεται μαθητεύοντας στο παθητό. Η ικανοποίηση, ήτοι η εγκόλπωση του ποθητού, είναι εκείνη που εγκαθιδρύει την όντως ειρήνη στη ζωή, υπό την έννοια του αισθήματος πληρότητας. Όμως, αυτό που καταξιώνει το ποθητό ως αληθώς ειρηνοποιό, αντιδιαστέλλοντάς το συνάμα από το εμπαθές είναι η αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι από τη φύση της μία, άτμητη, αδιαίρετη. Η επικράτηση της ειρήνης επαληθεύει την αλήθεια, ενώ η αλήθεια αναδεικνύεται στη διαχρονικότητά της ως τέτοια, δηλαδή ως οδηγήτρια στην ειρήνη του βίου∙ προσωπικού και ευρύτερου. Η επιστήμη της εμπειρίας καταμαρτυρεί, ότι η αλήθεια στον τόπο ετούτο συναπαρτίζεται από την ιστορία του, τη γλώσσα του, την πίστη του καθώς και από αρετές όπως της αγάπης, του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της θυσίας, της φιλοθεΐας κ.α.

Η διαιώνιση του ελληνικού τρόπου, ως επί το πλείστον, οφείλεται στη διαχρονική ανάδειξη προσωπικοτήτων που αυτοβούλως πόθησαν να τον μαθητεύσουν παθαίνοντάς τον. Που ειρήνευσαν βιώνοντας ή υπερασπίζοντας τις αλήθειές του. Οι ποιητές συγκαταλέγονται στην υπόψη χορεία «παθηματιών». Οι καλοί ποιητές μας με αυτά τα μεγέθη αναμετρήθηκαν, αποκτώντας εμπειρική γνώση των αληθειών μας και όπως λέγεται «οι αλήθειες μας είναι πολλές και στην αλήθεια μας υπάρχουν ως μία». Ως ενεργοί συμμέτοχοι του τρίπτυχου ποθητό – παθητό – μαθητό, οι ποιητές μας αφενός πόνεσαν, κατανόησαν κι έτσι προσέλαβαν τον οικείο τρόπο του βίου, με τις συμπεριλήψεις και τα συμπαρομαρτούντα του∙ ως γεγονός και ως σχέση αδιάστατη, ως συγκεφαλαίωση, ίνα πάντες εν ώσιν (Ιωάν. 17:21), ως εχέγγυο του να «κάνουμε χωριό». Αφετέρου, όμως, ανέπτυξαν απτά αισθητήρια αντίληψης του τι αποτελεί διαστατή ζωή και ποιες οι επιπτώσεις αυτής. Το διαστατό αντικειμενοποιεί τα επιμέρους. Δημιουργεί απόσταση. Υποβαθμίζει τη σχέση σε χρηστικότητα. Γεννάει το ακόρεστο, αδηφάγο τέρας της εγωτικής θεώρησης των πραγμάτων. Διαφθείρει το άτομο, διαβρώνει το συλλογικό.

Οι ποιητές μας μίλησαν. Για όσα προαναφέρθηκαν και γι’ άλλα τόσα. Διακόσια χρόνια τώρα μιλάνε. Με τρόπο τολμηρό, αθώο, απόλυτα σεβαστικό στην ελευθερία του αποδέκτη των λόγων τους. Όμως μίλησαν∙ με έργο και με στάση ζωής. Και δε μίλησαν, φουτουριστικά, για ένα αόριστο μέλλον ως κατάληξη υπερπήδησης. Μίλησαν για το τώρα εντός του οποίου σχηματίζεται το αρχικό περίγραμμα του μέλλοντος. Για το «εδώ και τώρα» όπως προδιαγράφει αποκαλυπτικά τα επ-ερχόμενα. Αυτό ακριβώς είναι ο -ποιητικός κι όχι μόνο- προφητικός λόγος: η αποκαλυπτική περιγραφή της επίδρασης του τώρα στο αύριο.

Εν κατακλείδι. Μήτηρ μαθήσεως, ωσάν επανάληψη, η ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη καθόσον συνάζει με συνέπεια διαπιστώσεις –για πάθη και παθήματα που δεν έγιναν μάθημα, για πληγές χαίνουσες κι αφρόντιστες, για την εθνική μας κατάθλιψη κ.ο.κ.- με λογοτεχνική δεινότητα επισημασμένες και ταυτόχρονα παρακλητικά παρακινητικές σε αναστοχασμό, σ’ επαναπροσδιορισμό, σ’ ελπιδογέννα μετάνοια. Το τότε “μέλλον” βιώνεται -ή αναβιώνεται- πλέον ως παρόν. Κι η δήλωση άγνοιας παύει να αποτελεί δικαιολογία με τα ιστορικά διδάγματα, συμπεράσματα και εκτιμήσεις ανά χείρας, που τα οποία μάλιστα σκούζουν εν σιωπή τη διαθεσιμότητά τους ως θεμελιώδη ελατήρια ρευστοποίησής τους. Καιρός του ποιήσαι, λοιπόν!…

Γεώργιος Κ. Τασούδης
Θούριο Ορεστιάδας
24 Ιουνίου 2021/Άη Γιάννη του Κλήδονα

* * *

Τρία ποιήματα από την ανθολογία «1821-2021 – Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο αιώνες εθνικά δεινά στον καθρέφτη της ποίησης»

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Ἐκεῖ ποὺ φύτρωνε φλισκούνι κι ἄγρια μέντα
κι ἔβγαζε ἡ γῆ τὸ πρῶτο της κυκλάμινο,
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τὰ τσιμέντα
καὶ τὰ πουλιὰ πέφτουν νεκρὰ στὴν ὑψικάμινο.

Ἐκεῖ ποὺ σμίγανε τὰ χέρια τους οἱ μύστες
εὐλαβικὰ πρὶν μποῦν στὸ τελεστήριο,
τώρα πετᾶνε τ᾿ ἀποτσίγαρα οἱ τουρίστες
καὶ τὸ καινούριο πᾶν νὰ δοῦν διϋλιστήριο.

Ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα γινόταν εὐλογία
κι ἦταν εὐχὴ τοῦ κάμπου τὰ βελάσματα,
τώρα καμιόνια κουβαλᾶν στὰ ναυπηγεῖα
ἄδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιὰ κι ἐλάσματα.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στὴν ἀγκαλιὰ τῆς γῆς
στοῦ κόσμου τὸ μπαλκόνι
ποτὲ μὴν ξαναβγεῖς.

* * *

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

ἐκεῖ ποὺ μαραίνονταν κῆποι
τώρα ἀνθίζουνε σπίτια

* * *

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μὲ ἰαχὲς θριάμβου πηγαινοέρχεται
στὸν ἰσοπεδωμένο χῶρο ὁ ἐκσκαφέας.

Γκρέμισε τὸ ἀέτωμα, τὶς δυὸ
ἰωνικὲς κολόνες, τὸν ἁρμολογημένο
πέτρα τὴν πέτρα τοῖχο
κι ἔδιωξε ἀπὸ τὴν κόγχη της
τὴν παιδούλα Ἀφροδίτη
μὲ τὴ σεμνή της γυμνότητα.

Τώρα σκάβει τὸ χῶμα. Βιάζουνται
νὰ θάψουνε βαθιὰ τὶς μνῆμες.