Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε στο Μυθιστόρημα τα στοιχεία της αρχαιολογίας του, δηλαδή τα αρχαιοελληνικά ίχνη στο corpus του ποιήματος (Μαρωνίτης, 1992: 66). Σημεία όπου εμπλέκεται το σύγχρονο με το αρχαιοελληνικό θέμα ή τον αρχαιοελληνικό μύθο, δημιουργώντας ένα αδιάσπαστο σύνολο στο παρόν της ποιητικής σύνθεσης. Αναφορές οι οποίες προδίδουν τη χρήση «μιας ορισμένης μυθολογίας» και οδηγούν τους μελετητές να ανιχνεύουν στην ποίηση του Σεφέρη, στοιχεία της μυθικής εκείνης μεθόδου που μεταχειρίστηκαν μοντέρνοι συγγραφείς με πρωτοπόρους τον Τζόυς και τον Έλιοτ. Ο ίδιος ο Σεφέρης στα δοκίμιά του ανιχνεύει τη μέθοδο αυτή στους δύο τελευταίους και επεκτείνει τη σκέψη του στο θέμα υποστηρίζοντας πως και ο δικός μας Καβάφης χρησιμοποιεί τη μέθοδο με το δικό του τρόπο, πολύ πριν το κάνει ο Τζόυς στον Οδυσσέα:

«Θαρρώ πώς νόμιμα μπορώ να υποστηρίξω πως αυτή τη μέθοδο δεν τη σκιαγραφεί μόνο, την εφαρμόζει συστηματικά ο Καβάφης πολύ πριν φανεί ο Οδυσσέας του Τζόυς, και παράλληλα, και πρωτύτερα, από τον Yeats» (Σεφέρης,2013: 341).

Ο Σεφέρης, ως ακούραστος μελετητής της ποίησης, έχει γνωρίσει ήδη από τα προσωπικά του αναγνώσματα τις τάσεις της εποχής του και την πρωτοπορία του μοντερνισμού, η οποία σιγά σιγά θα αποτυπωθεί και στα δικά του έργα. Ο Τίμος Μαλάνος στο βιβλίο του Η ποίηση του Σεφέρη (1951), είναι ο πρώτος που θα καθιερώσει την διάκριση της σεφερικής ποίησης σε δύο περιόδους: τη βαλερική, η οποία τελειώνει με τη Στέρνα και την ελιοτική, η οποία έχει ως αφετηρία το Μυθιστόρημα (Βαγενάς, 1979: 105). Με το Μυθιστόρημα παρατηρείται μια αλλαγή σκοπιάς στον τρόπο θέασης της ζωής και του κόσμου, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο τόνος του ποιητή γίνεται δραματικός, το μυθικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του και ο παραδοσιακός στίχος δίνει τη θέση του στον ελεύθερο (Μαλάνος, 1951).

Ο Σεφέρης ανέπτυξε με τον Έλιοτ ένα βαθμό συγγένειας με την ανάγνωση της Έρημης Χώρας (Keeley, 1996: 411). Ο δραματικός τρόπος του ποιητή γοητεύει τον Σεφέρη και πρόκειται και ο ίδιος να μεταχειριστεί τον μύθο με τον προσωπικό του τρόπο, για να καταφέρει να εκφράσει αυτό που ο ίδιος ονόμασε “καημό της Ρωμιοσύνης”. Οι αντιξοότητες και οι δυσκολίες που χαρακτηρίζουν τη διαχρονική πορεία του ελληνισμού θα αποτελέσουν το θεματικό επίκεντρο του έργου, εκεί όπου θα συνενωθούν το συλλογικό με το ατομικό βίωμα μέσα από την ενοποιητική ματιά του ποιητή (Γαραντούδης & Καγιαλής, 2012: 76).

Ο Νάσος Βαγενάς καταλήγει ότι σε πρακτικό επίπεδο μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά σημεία στα οποία ο Έλιοτ επηρέασε σημαντικά τον Σεφέρη: τον βοήθησε στο να τελειοποιήσει τη μυθική του μέθοδο καθώς και να αναπτύξει ορισμένους ρυθμούς του (Βαγενάς, 1979: 179). Ο Σεφέρης, μέσα από τις τεχνοτροπίες και τις μεθόδους του Έλιοτ γονιμοποίησε με τρόπο δημιουργικό τα δικά του ποιητικά ζητούμενα και τη δική του θεματολογία. Οι δύο ποιητές και δοκιμιογράφοι έζησαν και έγραψαν σε κοινό ιστορικό χρόνο, συνδέθηκαν προσωπικά μέσα από τη φιλία τους και ίσως, μάλιστα, θέλησαν να εκφράσουν την απαράλλαχτη ανθρώπινη απελπισία των χρόνων τους.

Ανάμεσα στο Μυθιστόρημα και στην Έρημη Χώρα γίνεται αντιληπτή μια διαφορά αναφορικά με τη διαχείριση του μυθικού στοιχείου. Ο Έλιοτ αντλεί το μυθολογικό υπόβαθρο της Έρημης Χώρας από ποικίλες παραδόσεις, δημιουργώντας ένα είδος ποιητικού κολλάζ, ενώ απουσιάζει μία ενοποιητική φωνή. Ο ποιητής στο σύμπαν της Έρημης Χώρας είναι αποκομμένος από τη φύση και από κάθε είδους τοπικές παραδόσεις. Οι μυστικές λατρείες και οι μύθοι που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ιστορία είναι προϊόν μιας προβιομηχανικής κοινωνίας και ο Έλιοτ έθεσε ως στόχο να συνθέσει ένα ποίημα, στο οποίο θα συνενώνονται όλες αυτές οι μυθολογίες, βιωμένες, όμως, μέσα στο βιομηχανικό αστικό τοπίο (Sherrad, 1996: 35). Ο Σεφέρης στο Μυθιστόρημα φαίνεται να χρησιμοποιεί μια και μόνο μυθολογία, μια και μόνο φωνή. Μία διάταξη από φωτεινά και σκοτεινά μέρη που αποκαλύπτουν μια ενοποιητική ευαισθησία, η οποία πηγάζει απ’ ευθείας από το μύθο του και μιλάει με τον ειρμό και τον σταθερό στόχο ενός μυθιστορηματικού ήρωα (Keeley, 1996: 409).

Ο σύγχρονος Έλληνας αναγνώστης συμμετέχει αδιαμεσολάβητα στο νόημα τού ποιήματος, αποτελώντας μέρος ενός ποιητικού «εμείς». Το «εμείς» μιας ομάδας σύγχρονων ταξιδευτών με άμεσους ομηρικούς απογόνους. Συγγενεύει χωρίς δυσκολία με τις παραλλαγμένες θεάσεις της ελληνικής μυθολογίας. Πράγμα που πιθανότατα δεν συμβαίνει στον αγγλοσάξονα αναγνώστη, όταν διαβάζει τις εμπειρίες ενός Ψαρά Βασιλιά ή ενός Φερδινάνδου Πρίγκιπα της Νάπολης ή του Τειρεσία στην Έρημη Χώρα (Keeley, 1996: 410).

Μέσω του μύθου προσφέρεται στον αναγνώστη αναγνώσιμο νόημα και καθορίσιμη λειτουργία. Στον διασπασμένο και ανομοιογενή κόσμο, όπου ολοένα και περισσότερο λιγοστεύουν οι κοινές εμπειρίες, απουσιάζει ένα στέρεο έδαφος στο οποίο θα κινηθούν ο ποιητής και ο αναγνώστης για να δομήσουν την επικοινωνία τους. Φράσεις όπως «συμφωνημένα υπονοούμενα» και «αντικειμενική συστοιχία» που χρησιμοποιούνται από τον Σεφέρη και τον Έλιοτ, δηλώνουν την ύπαρξη, ανάμεσα στον ποιητή και τον αναγνώστη, ενός συνόλου από προσλαμβάνουσες παραστάσεις που ανήκουν από κοινού στον έναν και στον άλλον (Vitti, 1984: 195-196). Στα αρχαία χρόνια οι παραστάσεις αυτές ήταν εξασφαλισμένες από τον μύθο. Έτσι, ο ποιητής γυρνάει πίσω και προσπαθεί να επαναφέρει την αρχέγονη αυτή λειτουργία. Αναφερόμενος στα δοκίμιά του στη χρήση της μυθικής μεθόδου από τον Έλιοτ γράφει τα έξης:

Όταν ο μύθος ήταν κοινή αίσθηση, ο ποιητής είχε στη διάθεσή του έναν φορέα ζωντανό, μια συναισθηματική ατμόσφαιρα έτοιμη, όπου μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα για να πλησιάσει τους γύρω γύρω ανθρώπους∙ οπού μπορούσε ο ίδιος να διατυπωθεί. Μια λέξη, ανεξάρτητη από την επιτηδειότητα του τεχνίτη μπορούσε να ξυπνήσει μέσα στις ψυχές έναν ολόκληρο κόσμο φόβου ή ελπίδας (Σεφέρης, 2013: 43).

Ο Σεφέρης δεν επιχειρεί να αντιγράψει με ακρίβεια το νόημα και τη λειτουργία των δικών του αρχαιολογικών δανείων. Στα αρχαιόμυθα ή αρχαιόθεμα ποιήματά του, όπως τα ορίζει ο Μαρωνίτης, τρεις τρόποι υπάρχουν να ενσωματώσει κανείς τον μύθο στη ποίηση: η ταυτοσημία, η ετεροσημία και η παρασημία (Μαρωνίτης, 1992: 68-69). Η ταυτοσημία είναι μια πιο συντηρητική μέθοδος στη διαχείριση του μυθολογικού υλικού, καθώς σέβεται τα θεματικά και τα ιδεολογικά περιεχόμενα του προτύπου. Η ετεροσημία είναι περισσότερο ριζοσπαστική, καθώς αμφισβητεί το πρότυπο αντιστρέφοντας ή διαστρέφοντας ολικά το αρχικό περιεχόμενο θεματικά, ηθολογικά, σημασιολογικά και ιδεολογικά. Τέλος, σύμφωνα με το Μαρωνίτη η πιο μετριοπαθής μέθοδος είναι η παρασημία, καθώς βρίσκεται κάπου στη μέση επιχειρώντας πιο αδρές μεταλλαγές που δεν κραυγάζουν, προσθέτουν, όμως, διακριτικά τις δικές τους νοηματοδοτήσεις στο αρχικό πρότυπο σημαντικές τόσο σε ηθολογικό όσο και σε υφολογικό και ιδεολογικό επίπεδο (Μαρωνίτης, 2003: 8).

Θα λέγαμε, πως ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τη μέθοδο της παρασημίας, καθώς αποφεύγοντας την πιστή αντιγραφή αλλά και την πλήρη αντιστροφή του νοήματος και της λειτουργίας του αρχαιοελληνικού προτύπου -στάση που υιοθετεί για παράδειγμα ο Καβάφης στην Ιθάκη-, προσθέτει και αφαιρεί συνεχώς καινούργια στοιχεία που αλλοιώνουν το αρχικό πρότυπο (Μαρωνίτης, 1992: 69) χωρίς αυτό να εμποδίζει τη δημιουργία συνειρμών και την ανάκληση συλλογικών εμπειριών ενός ολόκληρου πολιτισμού. Η αναμέτρηση ενός σύγχρονου τεχνίτη με ένα μύθο τόσο αξεπέραστο και επιδραστικό όσο η Οδύσσεια του Ομήρου ενέχει αρκετές δυσκολίες και σίγουρα θα αποτελούσε αφέλεια η αυτούσια μεταφορά του. Επομένως, η μοναδική λύση στην προβληματική αυτή ήταν για το Σεφέρη η χρήση υπαινιγμών και υποδηλώσεων (Μαρωνίτης, 2007: 169).

Άλλωστε, η ολοένα και περισσότερη χρήση του μύθου από τον Σεφέρη στο έργο του, υπαγορεύεται από τη συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη του ποιητή να συντονίσει το βαθύτερο εγώ του με αυτό του συνόλου (Βαγενάς, 1979: 147). Και αυτή είναι μια ανάγκη που γίνεται συνεχώς αισθητή και στο παράλληλο έργο του ποιητή, στις Μέρες και στις Δοκιμές του. Μετά το 1936 ο ποιητής είναι αποφασισμένος να θέσει τον εαυτό του στη διάθεση μιας συλλογικής προσπάθειας από το δικό του μετερίζι, αυτό της ποίησης. Ο μύθος σαν μια έκφραση του συλλογικού υποσυνείδητου θα μπορούσε να βοηθήσει στη διατύπωση αντικειμενικότερων αισθημάτων μέσα από μια, ήδη, συγκινησιακά βιωμένη κατάσταση (Βαγενάς, 1979: 147). Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την έλλειψη ενότητας του διασπασμένου σύγχρονου κόσμου, καθώς και την απουσία κοινών σημείων αναφοράς, ο Σεφέρης βοηθήθηκε από τη μυθική μέθοδο. Κατάφερε έτσι να προσδώσει μια, έστω και πλασματική ενότητα, στον διχοτομημένο κόσμο και να εγκαταστήσει έναν κοινό ιστό ανάμεσα στις διαφορετικές εμπειρίες του ίδιου φαινομένου και συνεπώς να βάλει τάξη στο «άναρχο σύμπαν» του μοντέρνου κόσμου (Δρακόπουλος, 2011: 179-180).

Η συνάντηση του Σεφέρη με την Ιστορία έρχεται ως αποτέλεσμα του ανοίγματός του σε μεγάλους ορίζοντες, όπου το ιδιωτικό πρόβλημα εντάσσεται στα κοινωνικά του συμφραζόμενα (Αργυρίου, 1979: 32). Σκόπιμα ο ποιητής επιδιώκει να ταυτιστεί ο αναγνώστης, αρχικά, στο επίπεδο ενός κοινού ενοποιητικού παρελθόντος, να κερδίσει με τον τρόπο αυτό την εμπιστοσύνη του και στη συνέχεια να τον παρασύρει σε μια σύνθετη παραλληλία με το σήμερα, όπου, τελικά, ακόμα και αν δεν καταφέρει να τον λυτρώσει από τα δεινά, του, σίγουρα του έχει προσφέρει παρηγοριά. Από αυτή την άποψη η ποίηση του Σεφέρη είναι βαθιά ανθρωπιστική.

Παραπομπές:

Αργυρίου, Αλέξανδρος (1984). Γιώργος Σεφέρης- Ποιητική Τέχνη και Ιστορία, Κύκλος Σεφέρη, 6 Νοεμβρίου 1979-21 Φεβρουαρίου 1980. Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Μωραΐτη.

Βαγενάς, Νάσος (1979). Ο ποιητής και ο χορευτής, μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη. Αθήνα: Κέδρος.

Δρακόπουλος, Αντώνης (2011). Η σεφερική ποίηση στο άναρχο σύμπαν της νεοτερικότητας. Το Δέντρο, τεύχος 179-180, 50-53.

Γαραντούδης, Ευριπίδης & Καγιαλής, Τάκης (2012). Ο Σεφέρης για Νέους Αναγνώστες. Αθήνα: Ίκαρος.
Keeley, Edmund (2018). O Σεφέρης και η «Μυθική Μέθοδος, στο Συλλογικό Τόμο, Δασκαλόπουλος, Δ. (επιμέλεια), Εισαγωγή στην Ποίηση του Σεφέρη-Επιλογή Κριτικών Κειμένων. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Μαλάνος, Τίμος (1982). Ο Γιώργος Σεφέρης και η κριτική μου. Αθήνα: Πρόσπερος.

Μαρωνίτης, Δ.Ν. (1992). Η αρχαιογνωσία του Γιώργου Σεφέρη, Διαλέξεις, Αθήνα: Στιγμή.

Μαρωνίτης, Δ.Ν. (2003). Μύθος και Ιστορία. Εντευκτήριο, τεύχος 60, 8-16.

Μαρωνίτης, Δ.Ν.(2007). Γιώργος Σεφέρης Μελετήματα, Αθήνα: Πατάκης.

Vitti, Mario (1984). Επιφάνεια και Νεκυομαντεία στην ποίηση του Σεφέρη, Κύκλος Σεφέρη (6 Νοεμβρίου 1979-21 Φεβρουαρίου 1980). Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Μωραΐτη.

Σεφέρης, Γιώργος (2013). Δοκιμές. Πρώτος τόμος (1936-1947). Αθήνα: Ίκαρος.