Το σκηνικό: O κόσμος, που κοσμεί τη ζωή μας, σωπαίνει, ενώ πλήθος διεργασιών λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του. Τα δέντρα μεγαλώνουν κι απλώνονται, χυμοί ξεχύνονται από παντού, οι μέλισσες ζευγαρώνουν και γονιμοποιούν , η γη κινείται, άνθρωποι, ζώα, φυτά γεννιούνται και πεθαίνουν, γίνονται λίπασμα για τα άλλα που θα ’ρθουν. Σε κάποια γωνιά της γης, πέφτουν οι πρώτες βροχές που εξαγνίζουν∙ αλλού, τις καταπίνει η έρημος. Κάτω από τον έναστρο ουρανό, στοχάζομαι, ονειρεύομαι, …αιωρούμαι.
Σώπα άνθρωπε. Σώπα και αφουγκράσου. Άσε με να σου μάθω τα μυστικά μου. Η ζωή είναι κίνηση και ρευστότητα και αιώνια εναλλαγή. Προετοιμάσου για την ανατροπή. Η ανατροπή είναι η μόνη σταθερή πραγματικότητα.
Ανέβηκα και βίγλισα τη ζωή από ψηλά. Πετώντας πάνω από στέγες, έξω από ανοιχτά παράθυρα, αντικρίζω πόνο, κακία, τρυφερότητα, διαμάχες, πόλεμο, έρωτα. Να, τώρα, δυο έφηβοι παλεύουν, δυο έφηβοι- οι ίδιοι ή άλλοι δεν έχει σημασία- φιλιούνται και είναι σαν ο κόσμος να αναγεννάται αγνός, όπως τόσα δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Δυο παλιμπαιδίζοντες γέροντες, με τα ρυτιδιασμένα τους πρόσωπα, τα τρεμάμενα δάχτυλα, τα άσπρα μαλλιά, προσπαθούν να αδράξουν την τελευταία τους ευκαιρία για ζωή. Δύο μεσήλικες προσπαθούν να θυμηθούν τα μικράτα τους, όταν αθώα άγγιζαν το χέρι του κοριτσιού και ένιωθαν τα πρώτα τους σκιρτήματα. Πέρα στην παραλία, κάτι παιδιά χτίζουν εύθραυστα κάστρα, εύθραυστα όπως κι οι ψυχές τους, που θα γκρεμιστούν με την πρώτη παλίρροια. Έτσι είναι η ζωή, άμπωτη και πλημμυρίδα μαζί . Κάθε τι που γεννιέται, πεθαίνει. Ο θάνατος είναι η μόνη βεβαιότητα, αλλά και η ζωή!
Θυμάσαι τότε που ζούσαμε ; Ήταν άνοιξη και άνθιζε μέσα μας η αγάπη. Τώρα χειμώνιασε. Μα κάθε που ξεμυτίζει το πρώτο μπουμπούκι, το ξεχνάμε. Ξεχνιόμαστε. Μην ξεχνάς: ότι κοιμάται βαθιά, ξυπνάει, ότι βυθίζεται σε χειμερία νάρκη κι υπνώττει, αφυπνίζεται, μα και το αντίστροφο κι όλα αλλάζουν.
Μόνο τα ψηλά βουνά -και ο Νους- στέκουν αγέρωχα. Σαν να μην τα αγγίζει ο χρόνος. Φαντάζουν ακίνητα κι άχρονα κι αναλλοίωτα, μέχρι που οι πρώτες νιφάδες να στολίσουν τις κορφές τους και να αρχίσουν να στραφταλίζουν με την πρώτη δειλή ηλιαχτίδα που θα ξεπροβάλει.
Πιο κάτω, μουσικές του κόσμου και των ανθρώπων. Γιορτές, πανηγύρια, μνημόσυνα, γεννήσεις∙ για κάθε ένα, μια μουσική, ένα τραγούδι. Να, τώρα δα, ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι χορεύει σφιχταγκαλιασμένο υπό τους ήχους της μουσικής, το παιδί βαφτίζεται υπό τη συνοδεία ύμνων, κάτι συγγενείς θρηνούν γοερά- και το μοιρολόι τραγούδι στον Θεό είναι- κάτι έφηβοι ακούνε μουσική και λικνίζονται. Θυμάμαι τότε, έφηβη ακόμα, χόρευα μ’ ένα αγόρι: οι μυρωδιές, τα λυμένα γόνατα, οι μπαλάντες, οι μουσικές, όλα έντονα και εκκωφαντικά.
Μα, μουσική του κόσμου είναι η σιωπή, μια ανεπαίσθητη μουσική που έπαψες πια να την ακούς. Αφουγκράσου, άνθρωπε. Πέρα από τους βιομηχανικούς θορύβους, τις εκκωφαντικες ανάγκες σου, τα μεγάλα θέλω σου, τις μηχανές που ρυπαίνουν την αρμονία μου, βρίσκεται η σιωπή κι η δημιουργία. Πάντα αγαπούσα τη μουσική, πιότερο όμως την «ποίηση» και τη σιωπή.
Τα πυκνά, σκιερά δάση μου, το τραγούδι των πουλιών και του αέρα, o ουράνιος θόλος με τα αστέρια του, η αρμονία των σφαιρών, το «μουρμουρητό» του σύμπαντος, αυτά είναι η μουσική μου. Νιώθω μόνος μέσα στο αιώνιο βουητό του κόσμου και μαζί με όλους εσάς.