Περιμέναμε,  εγώ και ο Αδάμ,  το λεωφορείο. Είχε φτάσει και πάλι η μέρα να κάνουμε το πρώτο μας  μπάνιο. Ήταν ένα δρομολόγιο ειδικά για τη θάλασσα που ξεκινούσε κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, κάποιες μέρες μετά το κλείσιμο των σχολείων, και τελείωνε λίγο μετά τις δεκαπέντε Αυγούστου. Το έβαζε ο Δήμος ή κάποιος άλλος που δεν ξέραμε, κάποιος που αν δεν λάτρευε το καλοκαίρι όσο εμείς, τότε σίγουρα το σεβότανε σαν σοφό μάγο της φυλής. Το  θεωρούσαμε εντελώς φυσιολογικό για την τάξη των πραγμάτων και τη συμπαντική ισορροπία, Θεού θέλημα με άλλα λόγια,  και δεν μας ένοιαζε να ασχοληθούμε με λεπτομέρειες που μας φαινόταν βαρετές και αδιάφορες.

Δεν είχε κόσμο στη  στάση αλλά κάναμε πως δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν το είπαμε ούτε στον εαυτό μας. Καταφτάσαμε πανέτοιμοι να δώσουμε μάχη αν χρειαστεί, ως συνήθως. Είχαμε προβάρει στο μυαλό μας κλάψες και κλάματα, ιστορίες ψυχοπονιάρικες  προκειμένου να μας λυπηθούν και τα λοιπά,  και κυρίως πόσο ανάγκη είχε ο αδύναμος οργανισμός μας τον θαυματουργό συνδυασμό  ιωδίου και βιταμίνης D, «ποίημα» που είχαμε ακούσει από τον φαρμακοποιό της γειτονιάς εκείνες τις μέρες και το οικειοποιηθήκαμε πάραυτα,  γιατί δεν ήταν καθόλου δεδομένο πως πάντα θα σε βάζανε μέσα. Πολλές φορές το λεωφορείο ερχόταν γεμάτο κόσμο ή άλλες απλά σταματούσε να πάρει ένα δυο άτομα, να συμπληρώσει  και να συνεχίσει τον δρόμο του βαρυγκωμώντας και ξερνώντας καυσαέριο. Και τότε γινότανε το σώσε. Γέροι, παιδιά, μανάδες, νήπια, άπαντες  έτοιμοι εξαρχής, ακόμη και να πλακωθούνε στο ξύλο μπροστά στο απαθές βλέμμα του οδηγού που έμοιαζε με  φακίρης κι άκουγε μονίμως Μανόλη Αγγελόπουλο, προκειμένου να κερδίσουνε την προνομιούχα θέση.

Η ώρα περνούσε και ‘μεις κοιτιόμασταν δίχως να λέμε τίποτα σαν από φόβο πως θα καταστρέψουμε να πάντα. Λίγο μετά είδαμε να πλησιάζει στη στάση,  καμπουριασμένη και μικροκαμωμένη,  η κυρία Χρυσανθεμία με τη  μαγκούρα της,  που οι μεγάλοι λέγανε πως τα ‘χε χαμένα. Τα παιδιά της ηλικίας μου όποτε την βλέπανε ξεκινούσανε να της κάνουνε διάφορες φάρσες, αλλά  στο τέλος καταλήγανε να την ακούνε μαγεμένοι τις ιστορίες της. Κι εκείνη, ενώ απέφευγε τους μεγάλους όπως ο διάολος το λιβάνι, με  τα μικρά παιδιά ήταν σε θέση να καθίσει από το πρωί ως το βράδυ και να τα λέει ιστορίες ατελείωτες, παρά τις αγριότητες που κατά καιρούς είχε υποστεί.

Οι πιο ωραίες ιστορίες ήτανε από την υποτιθέμενη  ζωή της στο Λουξεμβούργο. Μας είχε πει πως είχε ζήσει εκεί για  πολλά χρόνια • και είχε ένα σωρό εκπληκτικά και πρωτάκουστα πράγματα να μας διηγηθεί. Την ακούγαμε  με το στόμα ορθάνοιχτο. Αρκεί να μην κάναμε ποτέ το λάθος να την ρωτήσουμε πότε και γιατί πήγε ή πότε και γιατί έφυγε•  ή και τα δύο. Τότε τα μάτια της εξαπολύανε  αστραπές, έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα  πράγματα σαν ξόρκια που για μας ήταν «γνήσιες βρισιές Λουξεμβούργου»,  και έφευγε κάνοντας όρκους πως θα πάει  εκεί για πάντα και θα μείνει μέχρι να γίνει εκατόν εβδομήντα τρία χρονών.  Αυτό το εκατόν εβδομήντα τρία ήτανε στάνταρ, ακόμη και σε ιστορίες που τις ξεδίπλωνε μέσα από ένα ρεπερτόριο άπειρων εκδοχών.  Εμάς πάντως δεν μας προκαλούσε  καμία απορία. Για κάποιο λόγο,  που δεν μας ένοιαζε να τον εξηγήσουμε,  ήμασταν πεπεισμένοι  πως η κυρία Χρυσανθεμία  μπορούσε να ζήσει όσα χρόνια της έκανε κέφι. Αν υπήρχε όμως μια ερώτηση που θέλαμε να της κάνουμε διακαώς ήτανε τι θα γινότανε από εκείνη την ηλικία και μετά, τι σκόπευε να κάνει. Δεν το είχαμε τολμήσει ποτέ.

Το Λουξεμβούργο όπως μας είχε συστηθεί από το φαφούτικο  στόμα της,  που είχε όλο κι όλο ένα χρυσό δόντι ,   ήτανε ένα μέρος όπου τα  πάντα μπορούσανε να συμβούνε ανά πάσα στιγμή. Από το πιο όμορφο ως το πιο τρομαχτικό πράγμα. «Τα πάντα κρίνονται  απ’ το πόσο καλή είναι η  σπορά που ‘χει γίνει εκεί  μέσα»- μας έδειχνε με το ρυτιδιασμένο της δάχτυλο το μέρος της καρδιάς της.

«Τι περιμένετε εδώ;» μας ρώτησε. Όταν μιλούσε ακουγόταν πάντα θυμωμένη μέχρι να αρχίσει να λέει της ιστορίες. Εκεί εκστασιαζότανε σαν να έβλεπε όραμα και γλύκαινε, έπαυε να είναι το εύθραυστο ανθρώπινο πλάσμα ποτ ξέραμε   κι έμοιαζε με μικρό κίτρινο μπουμπούκι που άνοιγε και ευωδίαζε σαν τριαντάφυλλο καθώς μιλούσε.

«Το λεωφορείο νούμερο 52, θερινό δρομολόγιο σε καθημερινή βάση για τα μπάνια του λαού από 25/6 έως 18/8 ανελλιπώς…» απάντησε λαχανιασμένος ο κολλητός μου,  διαβάζοντας στην ουσία την ανορθόγραφη ανακοίνωση που βρισκόταν κολλημένη στο κιόσκι της στάσης με λευκοπλάστ. Το είπε σαν να έλεγε ποίημα την 25η Μαρτίου : με έπαρση, στόμφο, το στήθος προτεταμένο  και σε στάση προσοχής. Εγώ βέβαια θα προτιμούσα   να μην είχε απαντήσει. Ο αυθορμητισμός του Αδάμ μας είχε βάλει σε πολλές φορές σε μπελάδες  μετατρέποντας την εγγενή προτίμηση μου στη  σιωπή, σε περιπτώσεις σαν και δαύτη,  από στάση σωφροσύνης σε πράξη δειλίας όποτε το πράγμα περιπλεκόταν για τα καλά.

«Δηλαδή….;;; Σαν να λέμε, εσείς είστε ο λαός;» ήταν η επόμενη ερώτηση σε έναν τόνο ξεκάθαρης καχυποψίας. Ο Αδάμ αναζήτησε  απεγνωσμένα στο χαρτί της  ανακοίνωσης κάποια βοήθεια αλλά δεν βρήκε κάτι κατάλληλο για την περίσταση και χαμήλωσε το κοκκινομάλλικο κεφάλι του απογοητευμένος  σαν να ‘χε φάει γκολ  στην εκπνοή του αγώνα.

Εγώ ήμουν σε δίλλημα αν έπρεπε  να μείνουμε ή να φύγουμε.

«Ακούστε» , είπε η κυρία Χρυσανθεμία, «δεν θα έρθει. Πρώτον, τσιμπάει σήμερα. Δείτε,  το πάει για βροχή. Και, δεύτερον,  έχει γίνει ένα λάθος με τις μέρες, η μέρα η σημερινή δεν είναι της Ελλάδος είναι του Λουξεμβούργου. Στο Λουξεμβούργο, ο χρόνος μετράει αλλιώς και οι εποχές συμπεριφέρονται διαφορετικά. Είναι γνωστό βέβαια πως ολάκερη η οικουμένη ζουλεύει το Λουξεμβούργο και θέλει να του αρπάξει  τα πάντα. Ας κάνουν ό,τι θέλουν! Δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα. Το Λουξεμβούργο είναι το κέντρο του κόσμου, αργά ή γρήγορα θα κάνει κουμάντο παντού!» Ξεφύσηξε και χτύπησε την μαγκούρα της με δύναμη τρεις φορές στις πλάκες του πεζοδρομίου. Γκαπ, γκαπ, γκαπ-ακόμη την  ακούω.

Φοβισμένοι, σηκώσαμε τα μάτια ψηλά. Είχε όντως σύννεφα, ήταν έτοιμος να βρέξει, νομίζω ερχότανε ήδη κάποιες αραιές στάλες. Κι έκανε μια  ψύχρα, αφύσικη   για 25  Ιουνίου. Βέβαια τα είχαμε δει όλα αυτά από τη στιγμή που βγήκαμε από το σπίτι αλλά έπρεπε να μας το πει κάποιος για να  το συνειδητοποιήσουμε γιατί εμείς δεν ήμασταν διατεθειμένοι  να χαλάσουμε μόνοι μας την πρώτη μέρα των μπάνιων του λαού. Εμείς σαν καλοί πιστοί του καλοκαιριού που ήμασταν κάναμε πως είχε καύσωνα.

Όσο για την κλεμμένη μέρα του Λουξεμβούργου, το μυαλό μας όσο κι αν παιδεύτηκε δεν μπόρεσε να  αναμετρηθεί  με την ιδέα. Είδα την απορία μου και το χαζό μου βλέμμα να καθρεφτίζεται  στο  έκπληκτο  βλέμμα του Αδάμ που με κοιτούσε απελπισμένος.

Τότε η κυρία Χρυσανθεμία είπε: «Όμως θα έρθει ένα άλλο  λεωφορείο όπου να ‘ναι. Πηγαίνει Λουξεμβούργο. Θα έρθετε; Έτσι για να δείτε πως είναι. Το βράδυ θα γυρίσετε πίσω στις μανάδες σας, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αλλά θα έχετε να το λέτε ακόμη και στα εγγόνια σας πως πήγατε στο Λουξεμβούργο. Είναι η ευκαιρία της ζωής σας. Κρίμα να τη χάσετε.»

Νομίζω ο Αδάμ προσπαθούσε να φανταστεί τα εγγόνια του, και μάλλον οι εικόνες από το μέλλον του ως παππού  τον αναστάτωσαν σε τέτοιο βαθμό  που απορροφούσαν  όλη τη φαιά ουσία του , τόσο που έμοιαζε εξουθενωμένος. Από την άλλη, πρέπει να του φαινόταν αστείο να σκέφτεται τον εαυτό του περιτριγυρισμένο από εγγόνια που έμοιαζαν λίγο με φωτοτυπίες του παιδικού του εαυτού, τον είδα να χαζογελά νευρικά. Εγώ, αν και στην αρχή τρόμαξα στη σκέψη να βρεθώ στα καλά του καθουμένου σε μια άλλη χώρα, άρχισα πολύ γρήγορα να φλερτάρω με την ιδέα γιατί έτσι ήμουν, ό,τι με τρόμαζε, ταυτόχρονα, με γοήτευε. Και ομολογώ πως άρχισε να μου αρέσει. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως η κυρία Χρυσανθεμία το εννοούσε.

Τότε φάνηκε ένα λεωφορείο από μακριά. «Να το!» είπε η κυρία Χρυσανθεμία τρίβοντας τα χέρια της με ικανοποίηση, κάπως τραγουδιστά• και μας κοίταξε επίμονα. Όταν το λεωφορείο έφτασε σε κοντινή απόσταση άκουσα τον Αδάμ  να λέει: «Εγώ μάλλον δεν θα παντρευτώ, οπότε άμα δεν παντρευτώ δεν θα έχω και εγγόνια, άρα νομίζω  δεν έχει νόημα να ‘ρθω…» Τον είδα που το έβαλε στα πόδια έχοντας αφήσει πίσω του την πλαστική σακούλα με τα μπανιερά: δεύτερο μαγιό, μάσκα, μπάλα πλαστική του Παναθηναϊκού, ρακέτες και βατραχοπέδιλα. Προσέχοντας τα βατραχοπέδιλα είδα πως έγραφαν πάνω τους τη λέξη  Luxemburg. Το εξέλαβα ως ένα  ευοίωνο σημάδι που διέλυε τους  όποιους  ενδοιασμούς  μου και με έπειθε πως όλα θα πάνε καλά.

«Εσύ θα παντρευτείς;» άκουσα τότε μια φωνή να έρχεται από εκεί που ήτανε η κυρία Χρυσανθεμία. Αλλά δεν ήταν η φωνή της. Σήκωσα το κεφάλι μου αργά με κάποιον τρόμο, αρκετά διαφορετικό από  όσους  που είχα ήδη βιώσει. Και είδα απέναντι μου τη Μελίνα, ένα κορίτσι στην ηλικία μου, που έμενε σε ένα εξωτικό μέρος που το λέγανε Θεσσαλονίκη και  που κάθε καλοκαίρι ερχότανε στο τριώροφο μπλε  σπίτι των  δικηγόρων,  απέναντι στο δικό μας,  και έκανε διακοπές. Και συχνά ερχόταν για μπάνιο με εμάς, τον λαό,  και το  λεωφορείο που είχε αναλάβει να μας  μεταφέρει  στη θάλασσα,  παρόλο που ήταν όμορφη και αλαζονική σαν μια μικρή Κλεοπάτρα.

Η καρδιά μου άρχισε να οδύρεται σαν σειρήνα πυροσβεστικής, την άκουγα. Έκλεισα τα μάτια μου στιγμιαία και όταν τα άνοιξα κατάλαβα αμέσως πως ήδη βρισκόμουν  στο Λουξεμβούργο. Και ήξερα πως από την απάντηση μου θα κρινόταν η μετέπειτα ζωή μου, το μέλλον μου.

Την κοίταξα στα μάτια και αυτό ήταν κάτι που απαιτούσε αδιανόητο  θάρρος. Είχε τα πιο εντυπωσιακά σχιστά  μάτια που είχα δει ποτέ μου. Λίγο γκρι, λίγο μπλε, λίγο πράσινα, λίγο καστανά,  πολλά χρώματα που φτιάχνανε ένα άλλο χρώμα που δεν είχε ακόμη όνομα: «Ναι» είπα. «Θα ήθελα να παντρευτώ εσένα»-αναστέναξα βαθιά σαν να έβγαζα από μέσα μου ένα βουνό.

Ήμουν βέβαιος πως η γενναία μου δήλωση  οφειλότανε στο Λουξεμβούργο, αν όλα αυτά συμβαίνανε στα πάτρια εδάφη θα είχα λιποθυμήσει και μόνο βλέποντας τη  Μελίνα  να μου απευθύνει τον λόγο.

Τότε με τράβηξε  μέσα τους η   ρηχή, απέραντη και ζεστή αμμουδερή  θάλασσα των ματιών της.

Και έμεινα για πάντα εκεί.

Είμαι εκατόν εβδομήντα τριών ετών  κι ακόμη αισθάνομαι νέος.