-Δε μπορώ, απάντησε ψυχρά.
«Δε μπορείς σήμερα ή δε μπορείς γενικά;» σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά δεν το έκανε. Είχε αιφνιδιαστεί.
-ΟΚ είπε, κάνοντας τον αδιάφορο. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κατευθύνθηκε προς το εργαστήριο.
Η υβριδοποίηση πρέπει να πλησίαζε στο τέλος της. Αναρωτήθηκε αν το αντίσωμα που είχε δανειστεί από την Βάνα θα δούλευε. «Παλιό σαν και σένα», μονολόγησε. Ένα κύμα βίας απλώθηκε στο σώμα του. Το μήνυμα έφυγε από τον εγκέφαλο και φράκαρε στα χέρια του. Μη βρίσκοντας διέξοδο επέστρεψε στο κεφάλι του. Προτίμησε να πνίξει την οργή. Ένα βίαιο ξέσπασμα μέσα σε εργαστήριο βιοχημείας δεν θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για το μέλλον του. Το μυαλό του όμως δεν ησύχαζε: “Δε μπορώ. Τι δε μπορείς κυρά μου; Χθες που με χούφτωνες στο αμάξι γιατί μπορούσες;” Αδυνατώντας να βγάλει νόημα προσπάθησε να γενικεύσει, σκεφτόμενος από τι γονίδια είναι φτιαγμένη η Βάνα αλλά τον απέτρεψε η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. «Εσύ κορίτσι μου είσαι η γονιδιακή δεξαμενή της μαλακίας» είπε χαμηλόφωνα, νοιώθοντας κάπως καλύτερα. Πάντα η επιστήμη τον παρηγορούσε, τον έκανε να ξεχνάει τη μιζέρια των σχέσεων, να σηκώνεται πάνω από τα καθημερινά. Ήξερε άλλωστε ότι το υφάκι του γνώστη που έπαιρνε όταν νόμιζε ότι κατείχε την αλήθεια τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό. Από την άλλη, το κενό που ένοιωθε εκείνη τη στιγμή μέσα του ήταν τόσο αληθινό που καμιά μεμβράνη και κανένα RNA δε μπορούσε να το γεμίσει.
Θυμήθηκε τα λόγια του Edgar. Σα χθες ήταν. «Η μεμβράνη είναι θετικά φορτισμένη Μάριε, τα νουκλεϊνικά οξέα αρνητικά. Τα ετερώνυμα έλκονται. Σαν τα ζευγάρια.» και έμπλεκε τις παλάμες του σφικτά για να σιγουρευτεί ότι το μήνυμα ελήφθη από τον υποψήφιο διδάκτορα. «Α ρε Edgar αθάνατε», είπε και χαμογέλασε πικρά. Έβγαλε τη μεμβράνη που θα έπρεπε πια να έχει τσιμπήσει το RNA που τον ενδιέφερε. Άρχισε το ξέπλυμα. Είχε όλα τα σχετικά διαλύματα έτοιμα από την προηγούμενη μέρα. Ζέστανε το buffer στους 42 βαθμούς, βούτηξε μέσα τη μεμβράνη, έβαλε το ξυπνητήρι στα 20 λεπτά, βγήκε από το εργαστήριο και τράβηξε για το γραφείο του. Κάθισε στην καρέκλα, άναψε ένα τσιγάρο και με την άκρη του ματιού του είδε το έκπληκτο βλέμμα του Νίκου, του μεταπτυχιακού φοιτητή που του είχε φορτώσει ο διευθυντής του εργαστηρίου.
-Τι κοιτάς ρε στραβάδι, φοβάσαι μη σε πιάσει η μπόχα;, τον ρώτησε γελώντας.
-Είναι εδώ ο Καρασίδης. Αν σε δει θα έχουμε επεισόδια.
-Ναι, ε; Ας μάθει πρώτα πώς δουλεύει η PCR και μετά ας μου κάνει ό,τι παρατήρηση θέλει.
Ήξερε ότι ο Νίκος θα τα μετέφερε χαρτί και καλαμάρι στον Καρασίδη. Αυτό ήθελε. Ιδίως τώρα. Τώρα που έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του. «Χέστηκα», σκέφτηκε. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν τον εκτιμούσε. Ούτε σαν επιστήμονα ούτε σαν άνθρωπο. Δημοσιοσχετίστας του κερατά. Μέτριος σε όλα. Είχε ανάγκη όμως από άτομα σαν τον Μάριο. Μέχρι να βρει καλύτερον μπορούσε όχι μόνο να καπνίζει, αλλά και να του δείχνει κατάμουτρα την περιφρόνηση που ένοιωθε για υποκείμενα του είδους του.
Η αυταρέσκειά του διακόπηκε απότομα όταν μύρισε το άρωμα της Βάνας. Είχε πλησιάσει επικίνδυνα. Το γραφείο της ήταν δίπλα. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε άλλα δέκα λεπτά μπροστά του. Έπιασε το ποντίκι του υπολογιστή του, κλίκαρε το «My music». Η φωνή του Gilmour πλημύρισε το γραφείο. “Just an earthbound misfit, I”, ψιθύρισε και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Νοιώθοντας καλύτερα, αντίκρισε με ακόμα μεγαλύτερη σιγουριά το υποτιμητικό βλέμμα του Νίκου, ο οποίος προτίμησε να κατευθυνθεί προς το γραφείο της Βάνας. «Όσο και αν κλαφτείς μαλάκα δεν πρόκειται να σου κάτσει» σκέφτηκε, ανακτώντας μέρος της χαμένης του αυτοπεποίθησης. Πριν λήξει το εικοσάλεπτο, σηκώθηκε αγριεμένος από την καρέκλα του, έσβησε το τσιγάρο, βγήκε από το γραφείο και έστριψε για το εργαστήριο. Διασταυρώθηκε με τον Καρασίδη, ο οποίος έβγαινε από την τουαλέτα, τον αγνόησε και συνέχισε την πορεία του.
-Κύριε Λαζαρίδη, άκουσε τη φωνή του αφεντικού. Χωρίς να αλλάξει ύφος σταμάτησε και γύρισε προς τα πίσω.
-Ορίστε.
-Πώς πάει η δουλειά;
-Τεχνικώς καλά, ουσιαστικώς αγνοώ, είπε τονίζοντας το “τεχνικώς” για να δείξει ότι, σε αντίθεση με κάποιους άλλους, ξέρει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία.
-Αν έχετε κάποιο αποτέλεσμα να με ενημερώσετε.
-ΟΚ είπε, έκανε στροφή 180 μοιρών και συνέχισε την προδιαγεγραμμένη πορεία.
Παραξενεύτηκε. Ποτέ ο Καρασίδης δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για τη δουλειά του. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσε να την καταλάβει. Το χρονόμετρο χτύπησε, υπενθυμίζοντάς του ότι είχε έρθει η ώρα να αρχίσει την εμφάνιση του φιλμ. Έβγαλε τη μεμβράνη από το διάλυμα, την τύλιξε σε μία άλλη διαφανή μεμβράνη, έβαλε από πάνω το φιλμ και το άφησε για 24 ώρες. “Ες αύριον τα σπουδαία” μονολόγησε, γύρισε στο γραφείο του, μάζεψε τα πράγματά του, φόρεσε το σακάκι του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, χάρηκε με το είδωλο και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και καμία.

Ξύπνησε νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Ίσως έφταιγε ο αέρας. Βούιζε σαν έντονη υπενθύμιση. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε τι έπρεπε να θυμηθεί. Το σίγουρο ήταν το τι έπρεπε να ξεχάσει. Το παρελθόν σίγουρα και το επόμενο μέλλον ίσως. Η φύση της δουλειάς του όμως ήταν τέτοια που του απαγόρευε να μην προσβλέπει στο αύριο. Κάθε πείραμα που έκανε όριζε την επόμενη κίνηση με ακρίβεια. Η δουλειά του απαιτούσε τον νοήμονα σχεδιασμό, την πρόβλεψη. Αυτό που χάθηκε ήταν η ελπίδα. Μέχρι την προηγούμενη μέρα δεν ήξερε ότι προσδοκούσε κάτι από το μέλλον. Κάτι για την ψυχή του. Ακόμα και τώρα που συνειδητοποίησε την απώλεια, αδυνατούσε να καταλάβει σε τι έλπιζε. Ίσως στο ότι θα την είχε πάντα δίπλα του να του υπενθυμίζει ότι είναι ζωντανός. Είχε ανάγκη την αγάπη της και τόσο καιρό δεν το ήξερε.

Άφησε να βγει λίγος αέρας από το στόμα του, ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα, στηρίχτηκε με άνεση και σηκώθηκε απαλά. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Κρατιόταν καλά. 45 χρονών άλλοι έχουν παραδοθεί στην αγκαλιά της μαλθακότητας από καιρό. Όχι αυτός. Παραήταν νευριασμένος για να γίνει λαπάς. Δε θα συμβάδιζε με το ύφος του. Ιδίως τώρα που τον έφτυσε η Βάνα. «Θα ξαναρχίσω το γυμναστήριο» σκέφτηκε. Όταν αναρωτήθηκε το για ποιον και το γιατί, δε μπόρεσε να βρει απάντηση και προτίμησε να κατευθυνθεί προς την τουαλέτα. Ζούσε μόνος. Χωρισμένος εδώ και πέντε χρόνια, ήξερε ότι ποτέ δε θα τη βρει κατειλημμένη. Η γυναίκα του τον είχε αφήσει επειδή δεν άντεχε τα ωράριά του. Τον απασχολούσε πώς τα κατάφερε και ξαναπαντρεύτηκε μέσα σε 6 μήνες από τον χωρισμό τους. Μάλλον ο νέος μπαμπάς των παιδιών του γνώριζε τη μητέρα τους πολύ νωρίτερα. Μάλλον έτρωγε κέρατο πολύ πριν χωρίσουν. Δεν τον ένοιαξε. Έτσι κι αλλιώς είχε μετανιώσει που την παντρεύτηκε. Αυτό που τον πλήγωσε ήταν το όχι της Βάνας. Δε μπορούσε να το αντέξει.