TO TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ

Η αγάπη σου έδωσε το έναυσμα, όπως σ’ ένα χρυσό, χοντρό ρολόι.
Η μαία σου χαστούκισε τις πατούσες και το γυμνό σου κλάμα
ρίζωσε με τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.

Οι φωνές μας ηχούν, επευφημώντας τη γέννηση σου. Ένα νέο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γυμνότητα σου
διακυβεύει την ηρεμία μας. Στεκόμαστε γύρω σου, κενοί όπως τους τοίχους.

Δεν είμαι πια η μητέρα σου,
όπως ένα σύννεφο που αποστάζει έναν καθρέφτη για να δει την αντανάκλαση του
που αργοσβήνει απ’ την παλάμη του ανέμου.

Όλο το βράδυ η ανάσα σου, που θυμίζει νυχτοπεταλούδα,
τρεμοπαίζει ανάμεσα στα επίπεδα, ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνάω για να σ’ ακούσω:
Μια απόμακρη θάλασσα που φουρτουνιάζει στο αυτί μου.

Μ΄ ένα σου κλάμα παραπατώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν αγελάδα και αιθέρια
στο βικτωριανό μου νυχτικό.
Το στόμα σου ανοίγει όπως της γάτας. Το πλαίσιο του παραθύρου

φωτίζεται, καθώς καταβροχθίζει τα χλωμά του άστρα. Και τώρα εκφωνείς
τις πέντε σου νότες•
Τα γλυκά φωνήεντα αναδύονται σαν μπαλόνια.

 

*

Ο ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΦΙΔΙΩΝ

Όπως οι Θεοί έφτιαξαν έναν κόσμο και οι άνθρωποι κάποιον άλλον,
έτσι και ο γητευτής των φιδιών δημιουργεί ένα σύμπαν από φίδια
με βλέμμα ορθάνοιχτο και έναν αυλό στο στόμα. Παίζει μουσική. Συνθέτει το πράσινο. Διοχετεύει το νερό.

Διοχετεύει το πράσινο νερό, μέχρι τα πράσινα νερά που ταρακουνιούνται
ν’ αποκτήσουν στενό μήκος, πέρασμα και τρικυμίες.
Και καθώς οι νότες του συνθέτουν το καταπράσινο, το πράσινο ποτάμι

αναπλάθεται με το άκουσμα των τραγουδιών του.
Ο γητευτής δημιουργεί ένα μέρος δίχως πέτρες
και πάτωμα: ένα κύμα γεμάτο πρασινωπές γλώσσες

είναι το στήριγμα του ποδιού του. Συνθέτει έναν κόσμο από φίδια,
γεμάτο λικνίσματα και σπιράλ, που προέρχεται απ’ τα βάθη του φιδίσιου
του μυαλού. Και τώρα, μονάχα φίδια

μπορεί κανείς να διακρίνει. Οι φιδίσιες σκαλωσιές αντικατέστησαν
τα φύλλα και τα βλέφαρα- τα ερπετόμορφα κορμιά, κλαδιά και στήθη
των δέντρων και των ανθρώπων. Και αυτός, ζώντας στο βασίλειο των ερπετών,

κυριαρχεί τα συρσίματα των φιδιών, που υποδηλώνουν
πως εκείνος εξουσιάζει με τη δύναμη των ελαστικών μελωδιών
του λεπτού του αυλού. Πέρα, μακριά από αυτή τη πράσινη φωλιά,

υπάρχουν σειρές ολόκληρες από γενεές ερπετών,
λες και βγήκαν απ’ την κοιλιά της Εδέμ: γενηθήτω τα φίδια!
και τα φίδια γεννήθηκαν, γεννιούνται και θα γεννιούνται – μέχρι ο ύπνος

να κοιμίσει αυτόν τον αυλητή και αδιαφορώντας πια για τη μουσική,
να αποδομήσει τον κόσμο πίσω, στην αρχική του μορφή
από φιδίσιες σκεβρώσεις και στρεβλώσεις. Αυτός μετατρέπει το δέρμα των φιδιών

σε λιωμένα, πράσινα νερά, μέχρι την στιγμή που θα εξαφανιστούν όλα
τα κεφάλια των φιδιών και αυτά τα πράσινα νερά να γίνουν και πάλι
απλά νερά και απλό πράσινο, χωρίς να μοιάζουν σε κανένα φίδι.
Βγάζει τον αυλό από το στόμα, καθώς το ορθάνοιχτο του βλέμμα κλείνει.