Παντούμ

Πολύχρωμη από δίπλα μου σαν πέρασε
μ’ όλα τα χρώματα της ίριδας ντυμένη
τη λάμψη του ουρανού όλη με κέρασε
το γκρίζο δρόμο φώτισε μια όψη μαγεμένη.

Μ’ όλα τα χρώματα της ίριδας ντυμένη
προτού χαθεί μες στη βουή του κόσμου
το γκρίζο δρόμο φώτισε μια όψη μαγεμένη·
η μνήμη της καρφώθηκε εντός μου.

Προτού χαθεί μες στη βουή του κόσμου
σα μελωδία απαλή που ξεκουράζει
η μνήμη της καρφώθηκε εντός μου
και σα ρυθμός σκληρός που σε τραντάζει.

Σα μελωδία απαλή που ξεκουράζει
μου μίλησε μόλις την ξαναείδα
και σα ρυθμός σκληρός που σε τραντάζει
μας έδεσε της μοίρας η αλυσίδα.

Μου μίλησε μόλις την ξαναείδα·
οι νότες της γλιστρούσαν απ’ τα χείλη
μας έδεσε της μοίρας η αλυσίδα
δεν ήμασταν πια δέσμιοι στην ύλη.

Οι νότες της γλιστρούσαν απ’ τα χείλη
έγιναν οι φωνές μας πουλιών άσματα
δεν ήμασταν πια δέσμιοι στην ύλη
στων ανοιχτών λιοτρόπιων τα περάσματα.

Έγιναν οι φωνές μας πουλιών άσματα
στα πόδια μας δύο λοντάρια ήμερα
στων ανοιχτών λιοτρόπιων τα περάσματα
μόνοι μες στην απέραντή μας χίμαιρα.

Στα πόδια μας δύο λιοντάρια ήμερα
στ’ αυτιά μόνο το θρόισμα των φύλλων
μόνοι μες στην απέραντή μας χίμαιρα
στην παραδείσια γη των πρώτων θρύλων.

Στ’ αυτιά μόνο το θρόισμα των φύλλων
και ξαφνικά σιωπή, τα χρώματα όλα χάθηκαν
στην παραδείσια γη των πρώτων θρύλων
νύχτωσε και τα ηλιοτρόπια μαράθηκαν.

Και ξαφνικά σιωπή, τα χρώματα όλα χάθηκαν
ο δρόμος πάλι γκρίζος σαν να γέρασε
νύχτωσε και τα ηλιοτρόπια μαράθηκαν
πολύχρωμη από δίπλα μου δεν πέρασε.

Άδης

Αόρατος κι απρόσιτος κρατώ τα σκήπτρα
που κανείς δεν θέλει να κρατήσει,
μονάχος μέσα σ’ άπειρους μονάχους
σ’ αυτό το απέραντο βασίλειο
της λησμονιάς, της φρίκης και του σκότους.

Η μοίρα θέλησε ο κλήρος να χαρίσει
στον Ποσειδώνα τα νερά,
στο Δία τα ουράνια
κι αυτή τη μαύρη φυλακή σε μένα·
γεμάτη κλάματα, κραυγές, σιωπή.

Άμα στο λαμπερό παλάτι του Ολύμπου
τύχει ν’ ανέβω νιώθω πάντα ξένος
ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους
που κάνουν πέρα όταν με δουν
σαν να ’μουν χτικιασμένος.

Κι εσύ λοιπόν κοιτάζεις όπως όλοι
με φόβο και μ’ απέχθεια
τ’ άγριο πρόσωπό μου
που η ερημιά του σκάλισε
τόσες πολλές ρυτίδες·

στο πρόσωπό αυτό βλέπεις ακόμα
μόνο τον άγριο μαύρο δαίμονα
που σε ’κοψε σαν ανθισμένο κρίνο
και σε ’ριξε στο χώμα
μαραμένη.

Γιατί εμένα, με ρωτάς.
Γιατί να κλέψω τη μισή ζωή σου;
Γιατί το σκότος μου να γίνει και δικό σου;
Κι όμως ακόμα ελπίζω να ’ρθει κάποια μέρα
που θα μου δώσεις απλόχερα το φως σου.