Ένα γυναικείο ποίημα
Είπα θα γράψω ένα γυναικείο ποίημα
Πήρα όλα τα απαραίτητα, όλα τα εργαλεία
Έστησα τη σιδερώστρα
Έβαλα το σίδερο στην πρίζα
Άρχισα να γράφω
Άνοιξα και την τηλεόραση για να ξεφεύγει ο νους μου
Ανταπόκριση από την έρημο Γκόμπι της Ασίας
Ένας γενναίος πεζοπόρος, Έλληνας, τη διασχίζει γελαστός
Ταξίδι απαιτητικό, κατάκτηση μεγάλη
Το σώμα του τράβαγε να φτάσει στα όριά του
Μπορεί το τέντωμα αυτό των άκρων, η ακραία καταπόνηση,
αυτό να ήταν κι ο Προκρούστης στον δρόμο του Θησέα
Αυτά σκεφτόμουν και τέντωνα υπομονετικά τα ρούχα στις τσακίσεις
Προχώραγε ο εξερευνητής στην έρημο αργά, με κόπο
Κόπιαζα κι εγώ –βουνό τα ρούχα
Συνεχίζει την περιγραφή
Είναι, μας λέει, αντιμέτωπος
με απότομες εναλλαγές θερμοκρασίας
Κάνει πάντως και στην κουζίνα μου ζέστη πολλή
Σύννεφα και ατμοί
Μάλλον πρέπει να ρυθμίσω το σίδερο και
τις μεσόκοπες ορμόνες μου
σε μικρότερη ροή
Πόσο έχει άραγε το εισιτήριο για τη Μογγολία;
Λοιπόν, Καλό ταξίδι σου
Ξέρεις, εσύ είσαι τυχερός
Αύριο, μας λες, θα φτάσεις επιτυχώς στον προορισμό σου
Εγώ ατέρμονα κυκλώνομαι τους δρόμους μου
Ας πάω τώρα να διαβάσω τις οδηγίες του σίδερου
να βρω
– αυτό τουλάχιστον–
πώς κλείνει
Αντωνυμίες
Το εγώ είναι πάντα αρσενικό
τελειώνει σε ο
Καλπάζει σε ξέφρενο ρυθμό
μα κάποτε η αγάπη μου ωμέγα
Το εσύ τεντώνεται σα θηλυκό
από το ε μέχρι τη άκρη του,
κλαίει η μικρή Ελένη
και πληγωμένο το Ρηνιώ
Αυτός είναι απόμακρος – ο Άλλος
Σε αχυρώνα θρόνος
κοιμήθηκε ζητιάνος
και ξύπνησε Θεός
Αυτή, έλικες στρέφει κι αφουγκράζεται
συλλέγει δρόσο της αυγής
και ετοιμάζεται
Νιώθω, αλλά δεν βλέπω
I was much further out than you thought
And not waving but drowning
Stevie Smith
Γυάλιζαν τα λόγια σου στο φως
και άλλαζαν σχήματα και χρώσεις
το Γεια σου
το ‘πες για να με δεχτείς
ή μήπως μ’ αποχαιρετούσες;
Ψήλωναν τα λόγια σου στο φως
Κι άλλαζαν ένταση οι ήχοι
– Στάσου,
φωνάζεις δυνατά και με το χέρι γνέφεις
Υφαίνεις δόλια πλοκή ή μήπως κινδυνεύεις;
Με τύφλωναν τα λόγια σου στο φως
και άλλαζαν χρώματα και όψεις
– Πιασ’ την
Σαν παφλασμός ακούστηκε που σκάει στην ακτή
Έτρεχα να σου ξεφύγω
ή μήπως έπεφτα και ήσουνα εκεί;
Πέτρωσαν τα λόγια σου με μιας
και φως δεν τα περνάει
– Όχι
Κρυστάλλινο και καθαρό,
Εγώ το φώναξα αυτό
χωρίς αμφιβολία
Κι όμως, τα δάχτυλά σας σαν οχιές
και τρέχω να ξεφύγω
Πού να πιαστώ; Πού να πιαστώ;
Οι λέξεις πέταξαν. Πουλιά
και τα φτερά τους κάνουν κρότο.
( αποφόνηση )
Σου το ‘πα λ‘λούδι μου καλό,
Ρόδο σε κόψαν στον γκρεμό
Το όχι σταύρωσε τα χιαστά
μα στο μυαλό θα μείνει,
για πάντα εκεί,
μαζί με τ’ όνομά σου
Τα θεμέλια του Κόσμου
Μυθολογίες παιδικές, βιβλία χρωματιστά και
εικονογραφημένα. Ήρωες παρελαύνουν
Όλα είναι καθαρά. Δώδεκα χαμόγελα
θριαμβικά επιτελούν τους άθλους.
Ο Δαίδαλος, λόγου χάρη, ο Ευφυής
καμάρωνε περιχαρής εμπρός στο ανάκτορο της Κρήτης
με τις τοιχογραφίες του και τους διπλούς ορόφους.
Στις δροσερές αυλάδες του, νέες και νέοι με ποδιές
άλματα, χοροί, φωνές
Μα, πού και πού ακούγεται
εκείνη η σάπια η μυρωδιά
που όζει και κολλάει
Κάτι υποχθόνιο και νοσηρό στηλοβατεί τον Οίκο
Κάτι ανίερο έθρεψε τις κολώνες
και τις πορφύρωσε σαν φλέβας εκμαγείο
Ο Δαίδαλος ο Ευφυής, ο Παλαιός Τεχνίτης
ζήλεψε τον ισάξιο ανιψιό, τον Πέρδικα
– τον έσπρωξε από βράχια.
Έπεσε ο Νέος δυστυχής στα σκοτεινά,
και καταβαραθρώθη
Ο μύθος τον λυπήθηκε και στις Μεταμορφώσεις
του έδωσε πέρδικας φτερά, ανίσχυρα μεν και δεν πετά,
– παρόλ’ αυτά να ζήσει.
Δαίδαλος Σκαιός και Δυσχιδής
μισός κανονικός, μισός καρδιά του κτήνους
στάθηκε για να κριθεί στον Μίνωα μπροστά,
Νόμο και Βασιλέα.
Τιμώρησε τον Δαίδαλο με εγκλεισμό
στα μύχια του νου του
κι έκτοτε περνά την ώρα του
– ίσως για να εξιλεωθεί– κολλώντας
πέρδικας φτερά τάχα πως θα πετάξει
Ο Δαίδαλος κουβανεί ένα μυστικό
– το έθαψε μέσα του βαθιά– τα αίσχη του να αντέξει
Όμως, όπως όλα τα μυστικά όταν μας κατατρώγουν,
απέκτησε το ανθρώπινο κορμί την κεφαλή του ταύρου
Μ’ αυτήν σκάβει λαγούμια της ψυχής
Σκάβει τους λαβυρίνθους
Δεν με εξέπληξε λοιπόν,
όταν στο Μουσείο Καλών Τεχνών, στον πίνακα του Μπρέγκελ
είδα σε μιαν ακρούλα,
πλάι στα πόδια του Ίκαρου που εκαταποντίσθη,
λίγο σκοτεινή, λίγο αθέατη – μα σίγουρα εκεί–
μία πέρδικα μικρή και δίπλα
μια γαρυφαλλιά – μεταμορφώθηκε κι αυτή–
να μαρτυρούν οι δυό μαζί
ότι χρόνια μετά, γενιές μετά,
με κάποιο τρόπο θαυμαστό
όλα πληρώνονται εδώ
κι ότι
στις 16 Ιουλίου του 2021
στην παραλία Λυγαριάς Φολεγάνδρου
ο Νόμος, μόνο αυτός χτίζει θεμέλια
από τον ουρανό έως
τα έγκατα του ανθρώπινου μαιάνδρου.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Η Χριστιάννα Πετρίχου γεννήθηκε το 1976. Σπούδασε Ιατρική. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα με την
οικογένειά της. Το 2025 ολοκλήρωσε το πρόγραμμα “Δημιουργική Γραφή: Εργαστήριο Ποιητικού Λόγου” του e-learning (Πανεπιστήμιο Αθηνών).









