Ποὺ ἀκόμη καὶ νεκρός, ἔχει τὸ νοῦ του ἀνέπαφο!

Αὐτὸς ὁ ἦχος ἦλθε στὸ σκοτάδι

Πρῶτον χρὴ τὴν ὄδὸ τελέσαι

Πρὸς τὴν κόλαση

Καὶ πρὸς τὰ δώματα τῆς κόρης τῆς Κέριδος, Προσερπίνας

Μέσω ἀπειλητικοῦ σκότους, νὰ δεῖς τὸν Τειρεσία,

᾽Αόμματος ποὺ ἦταν, ἔνας ἴσκιος, ποὺ στὴν κόλαση εἶναι

Τόσο πλήρης γνώσης ποὺ σάρκινοι ἄνδρες γνωρίζουν λιγότερα ἀπ’ αὐτόν,

Πρὶν ἔλθης στῆς σῆς στράτας τὸ τέλος.

Γνώση ὁ ἴσκιος ἐνὸς ἴσκιου,

Μ’ ἀκόμη χρὴ στὸ κατόπι τῆς γνώσης πλεῖν

Γνωρίζοντας λιγότερα κι ἀπὸ θεριὰ ναρκωμένα phtheggometha

thasson

φθεγγώμεθα θᾶσσον

Οἱ μικροὶ φανοὶ πλανιοῦνται στὸν κόλπο

Καὶ τὰ νύχια τῆς θάλασσας τοὺς μαζεύουν.

Ο Ποσειδῶνας πίνει μετὰ τὴν μπουνάτσα.

Ταμούζ! Ταμούζ!!

῾Η κόκκινη φλόγα πηγαίνοντας πρὸς τὴν θάλασσα.

᾽Απὸ ἐτούτη τὴν πύλη εἶ σὺ μετρημένος.

᾽Απ’ τὶς μακριὲς βάρκες ἀνάψανε στὸ νερό φῶτα,

Τὰ νύχια τῆς θάλασσας τὰ τραβοῦν πρὸς τὰ ἔξω.

Οἱ σκύλοι τῆς Σκύλλας γρυλίζουνε στοῦ γκρεμοῦ τὴν βάση,

Λευκοὶ ὄδοντες ροκανίζουνε κάτω ἀπ’ τὰ κατσάβραχα,

᾽Αλλὰ μέσ’ τὴν χλωμὴ νυχτιὰ οἱ μικροὶ φανοὶ πλέουν πρὸς τὴν θάλασσα

Τυ Διώνα

TU DIONA

 

Και Μοῖραι᾽ Ἃδονιν

Kai MOIRAI’ ADONIN

῾Η θάλασσα ραβδώνεται κόκκινη ἀπ’ τὸν ῎Αδωνι,

Τὰ φῶτα τρεμοσβήνουν κόκκινα σὲ δοχεία μικρά.

Βλαστάρια σταριοῦ υψώνονται καινούργια στὸν βωμό,

ἀπ’ τοὺς σπόρους ἀνθίζουν.

Δυὸ κάμαρες, δυὸ κάμαρες γιὰ μιὰ γυναίκα,

Πέρα ἀπ᾽ αὐτὲς τίποτε δὲν πιστεύει Τίποτε δὲν ἔχει σημασία

Σ’ αὐτὲς εἶν᾽ ἐκείνη γερμένη, ἡ πρόθεσή της

Σ’ αὐτὲς ποὺ σὺ ἀπεκάλεις ἐσαεὶ μεταβαλλόμενη πρόθεση,

Εἴτε νυχτιὰ ἀπ’ τὸ κάλεσμα τῆς κουκουβάγιας, εἴτε ἀπ’ τὸν χυμὸ τοῦ βλαστοῦ,

Ποτὲ ἄεργη, μὲ κανένα τρόπο ἀπὸ κανένα κακό διαλείπουσα

῾Η βώτρυδα καλεῖται ἂνω ὅρους

῾Ο ταῦρος ὁρμᾶ τυφλὸς ἐπὶ ξίφους, naturans

Στὸ σπήλαιο καλούμενος εἶ, Οδυσσεῦ,

᾽Απ’ τὸ μῶλυ ἀνέβλεψας γιὰ λίγο,

᾽Απ’ τὸ μῶλυ ἠλευθερώθης ἀπ’ τό ᾽να κρεβάτι

ἴνα ἐπιστρέψεις σ’ ἄλλο

Τ’ ἄστρα δὲν εἶναι γι’ ἀυτὴν νὰ τὰ μετρᾶ,

Γι’ ἀυτὴν δὲν εἶναι παρὰ τρύπες πλανώμενες.

Κάνε ἀρχὴ στὸ σὸν ὄργωμα

Σὰν οἱ Πλειάδες δύουνε στὴν ἀνάπαυσή τους,

Κάνε ἀρχὴ στὸ σὸν ὄργωμα

40 μέρες εἶν᾽ αὐτοὶ ὑπὸ ἀκτῆς,

Ἔτσι κάνουν σὲ χωράφια δίπλα στὴν ἀκτὴ

Καὶ σὲ κοιλάδες ποὺ καταλήγουν στὴν θάλασσα.

Σὰν οἱ γερανοί πετοῦν ψηλά

Συλλογίσου τ’ ὄργωμα.

᾽Απὸ ἐτούτη τὴν πύλη εἶ σὺ μετρημένος

Σὴ μέρα εἶν’ ἀνάμεσα σὲ μιὰ πόρτα καὶ μιὰ πόρτα

Δυὸ βόδια εἶναι ζεμένα γιὰ ὄργωμα

῎Η ἕξι στὸ χωράφι τοῦ λόφου

Λευκὸς ὄγκος κάτω ἀπὸ ἐλιές, ἀποτέλεσμα τῆς κατεβασιᾶς πέτρας,

᾽Εδὼ τὰ μουλάρια ἔχουν σχιστόλιθο γι’ ἀετώματα στὸν δρόμο τοῦ λόφου.

Ἔτσι ἦταν κεῖνο τὸν καιρό.

Καὶ τὰ μικρὰ τ᾽ἄστρα πέφτουν τώρα ἀπ’ τὸ κλαδὶ τῆς ἐλιᾶς,

Διχαλωτὴ σκιὰ πέφτει σκιώδης στὴν σκεπὴ

Πιὸ μαύρη κι ἀπ’ τὸν πτερόεντα χεληδόνη

Ποὺ νοιάξιμο γιὰ σὲ οὒκ ἔχει,

Οἱ φτερούγες του τυπώνονται μαῦρες πάνω στὰ κεραμίδια τῆς στέγης

Καὶ τὸ τύπωμα χάνεται μὲ τὴν κραυγή του.

Τόσο λαφρὺ εἶναι τὸ σὸν ἄχθος ἐπὶ Γαίας

Τὸ σὸν χάραγμα χωρὶς βαθύτερη ἐσοχὴ

Τὸ σὸν βάρος πιό λαφρὺ κι ἀπ’ τὴν σκιὰ

Μ’ ἀκόμη σὺ ῥοκάνιζες τὸ βουνό,

Οἱ λευκοὶ ὄδοντες τῆς Σκύλλας λιγότερο κοφτεροί.

Ηὖρες φωλιά πιὸ φιλόξενη ἀπὸ αἰδοίο

῎Η ηὖρες ἀνάπαυση πιὸ καλὴ

῎Εχεις πιὸ βαθὺ ῥίζωμα, τὸ σὸν ἔτος θανάτου

Ἤνεγκε πιὸ υγιὲς βλαστάρι;

Εἰσῆλθες βαθύτερα στὸ βουνό;

 

 

Τὸ φῶς εισῆλθε στὴ σπηλιά. Ἢω! Ἢω!

Τὸ φῶς χύθηκε μέσα στὴ σπηλιά,

Λάμψη ἐπὶ λάμψης!

Μὲ τὸ δικράνι ἔχω εἰσέλθει σ’ ἐτούτους τοὺς λόφους:

Γιὰ νὰ φυτρώσει τὸ χορτάρι ἀπ’ τὸ κορμί μου,

Γιὰ ν’ ἀκούσω τὶς ρίζες νὰ μιλοῦν μαζί,

Τ’ ἀγέρι εἶναι νέο πάνω στὸ φύλλο μου,

Τὰ διχαλωτὰ κλαδιὰ κουνιοῦνται μὲ τὸν ἀέρα.

Εἶν’ ὁ Ζέφυρος πιὸ λαφρὺς πάνω στὸν κλάδο, ὁ ᾽Απηλιώτης

πιὸ λαφρὺς πάνω στὸ κλαδὶ τῆς μυγδαλιᾶς;

᾽Απ’ αὐτὴν τὴν πόρτα εἰσῆλθα στὸν λόφο.

Ὤλετο,

Ἂδωνις ὢλετο.

Τὰ φρούτα ἔπονται. Τὰ μικρὰ φῶτα παρασύρονται μὲ τὴν παλίρροια,

τὰ νύχια τῆς θάλασσας τά ᾽χουν τραβήξει πρὸς τὰ ἔξω,

Τέσσερα λάβαρα σὲ κάθε ἄνθος

Τὰ νύχια τῆς θάλασσας τοὺς φανοὺς τραβοῦν πρὸς τὰ ἔξω.

Συλλογίσου λοιπὸν τὸ σὸν ὄργωμα

Σὰν τὰ ἐπτὰ ἄστρα δύουνε στὴν ἀνάπαυσή τους

Σαράντα μέρες γιὰ τὴν ἀνάπαυσή τους, πλάι στὴν ἀκτὴ

Καὶ σὲ κοιλάδες ποὺ καταλήγουν στὴν θάλασσα

Και Μοῖραι᾽ Ἃδονιν

KΑΙ MOIRAI’ ADONIN

Σὰν τῆς μυγδαλιᾶς ὁ κλάδος προτάσσει τὴν φλόγα του,

Σὰν τὰ κλωνάρια φέρονται καινούργια στὸ βωμό,

Τυ Διώνα, Και Μοῖραι

TU DIONA, KΑΙ MOIRAI

Και Μοῖραι᾽ Ἃδονιν

KΑΙ MOIRAI’ ADONIN

ποὺ κατέχει τὸ χάρισμα τῆς ἴασης

ποὺ ἔχει ἐπιρροὴ πάνω σ’ ἄγρια θεριά.

 

**********************************************************************************************

Επίμετρο

 

Ο Ezra Pound (1885-1972) αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων ποιητών του 20ού αιώνα, μια προσωπικότητα που άφησε βαθιά τα σημάδια της στον λογοτεχνικό κόσμο της εποχής. Γνωστός για την πολυφωνική και βαθύτατα πεπαιδευμένη φύση της ποιητικής και της ποίησής  του, την εμβρίθεια και την αισθαντικότητά του ως θεωρητικού της λογοτεχνίας αλλά κι ως ιδρυτή του ρεύματος του Εικονισμού (Imagism), για την ταραχώδη ζωή του και τις ακραίες πολιτικές αντιλήψεις του, ο Pound υπήρξε αρωγός και δάσκαλος σημαντικότατων συγγραφέων από τους οποίους ενδεικτικά αναφέρονται οι T.S. Eliot (είναι περίφημη άλλωστε η περίπτωση της «διόρθωσης» του ποιήματός του, The Waste Land, από τον Pound) και James Joyce (ο οποίος βοηθήθηκε σημαντικά από τον Pound με τις εκδοτικές του περιπέτειες), ενώ ήταν επίσης και στενός συνεργάτης του W.B. Yeats.

Το παραπάνω ποίημα ανήκει στον ευρύτερο ποιητικό οργανισμό των Cantos, μιας μακράς σύνθεσης που απασχόλησε τον Pound για πενήντα τέσσερα χρόνια και δημοσιευόταν σταδιακά την περίοδο 1917-1969. Πιο συγκεκριμένα, ανήκει στην συλλογή Fifth Decad of Cantos του 1937, όπου παρατηρείται το κεντρικό μοτίβο της μάχης με την περίφημη “usura”, δηλαδή την τοκογλυφία, που μαστίζει τον ανθρώπινο και δη τον δυτικό πολιτισμό από τα σπάργανά του. Είναι αρκετά γνωστό το “Canto XLV” όπου η “usura” καταδικάζεται ως “CONTRA NATURAM”, ως η διαβρωτική και καταστρεπτική δύναμη που μαστίζει τον πολιτισμό.

Το παρόν ποίημα λειτουργεί σαν μια όαση εντός αυτής της συλλογής του 1937, μια απεικόνιση της φύσης και της ενυπάρχουσας σ᾽ αυτήν γονιμότητας που αντιπαρατίθεται στην βίαιη ατμόσφαιρα των υπολοίπων. Με αφετηρία το έργο του  George Frazer, The Golden Bough (1906-1915), το ποίημα κατορθώνει να συντήξει διαφορετικές παραδόσεις σε ένα αρχέτυπο που εκφράζει τον κύκλο γονιμότητας-θανάτου κι άνοιξης-χειμώνα. Χρησιμοποιώντας την Οδύσσεια ως μια ισχυρή αντικειμενική συστοιχία, το ποίημα περιδιαβαίνει κι ενώνει τις μορφές ή τις πρακτικές που σχετίζονται με τον προαναφερθέντα κύκλο: τον Άδωνη, τον θεό της Μεσοποταμίας Dumuzid ή Tammuz, τις παραινέσεις του Ησιόδου σχετικά με την γεωργική εργασία, τον Ύμνο στην Δήμητρα κι άλλα, ώστε να αντιπαραθέσει στον σύγχρονο πολιτισμό που κυριαρχείται από την “usura”, τον παράδεισο μιας οργανικής κοινωνίας.

 

Πηγές

 

  • Hamilton Edwards, John and William W. Vasse. Annotated Index to the Cantos of Ezra Pound. Cantos I-LXXXIV. California library reprint series edition. Berkeley and Los Angeles: University of California Press, 1971.
  • Nadel, Ira B. (ed.). The Cambridge Companion to Ezra Pound. New York: Cambridge University Press, 1999.
  • Pound, Ezra. The Cantos of Ezra Pound. Revised collected edition. London: Faber and Faber, 1975.
  • Terrel, Carroll F. A Companion to the Cantos of Ezra Pound. Orono: University of California Press, 1980.