ΑΚΟΜΗ ΚΙ Ο ΤΣΑΤΤΕΡΤΟΝ ΠΗΡΕ ΠΟΝΤΙΚΟΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΜΑΣ

ο παλιός μπήτνικ ποιητής μού ξανάρθε
κουβαλώντας τις ζωγραφιές και τα ποιήματά του
μέσα σε μια χάρτινη σάκα.
είχε πάει στον ιππόδρομο και είχε χαθεί.

“έψαχνα να σε βρω”, είπε.
“ήμουν στη λέσχη”, τού απάντησα.
“και τί στον κόρακα έκανες εσύ στη λέσχη; ” ρώτησε.
“η αίθουσα κλιματίζεται. δε μ’ αρέσει
να ιδρώνει ο κώλος μου”, τού είπα.

άνοιξα μερικές μπίρες
ενώ περιμέναμε να παγώσει το κρασί.
ήταν καλύτερος από τους περισσότερους
αλλά μιλούσε στ’ αλήθεια πολύ ΔΥΝΑΤΑ.

“θεέ μου, αγαπούλα, χαμήλωσε λίγο
τη φωνή σου”, τού ζήτησα.

ήταν από το Μπρούκλιν
και ήταν πολύ καλός στο να εκφράζει
καταστάσεις που δεν του ταίριαζαν.

“γράφεις συνέχεια τα ίδια
που έγραφες παλιά”, μού είπε,
“αρχίζεις όμως και γίνεσαι μαλθακός”.

“σκέφτομαι ότι ίσως θα μπορούσα
να την κοπανήσω από δω πέρα”, τού είπα.
“και σκέφτομαι να μετακομίσω στο Μαλιμπού”.
“ρε άνθρωπε”, είπε,
“σε ξέρω καλά από την εποχή εκείνη
όταν ζούσες σ’ ένα δωμάτιο σαν τρύπα
και μιλούσες με τους αρουραίους και τις κατσαρίδες
που σε κοίταζαν ν’ αυνανίζεσαι. τότε
έγραφες σπουδαία πράγματα…”.
“σ’ ευχαριστώ, δικέ μου”, απάντησα.

ήπιαμε λίγο ακόμη
και τότε άρχισε
να μου δείχνει τις ζωγραφιές του.

“καθόλου άσχημες, αγαπούλα”, είπα.

“και τώρα, άνθρωπέ μου,
θα σου διαβάσω μερικά ποιήματά μου…” δήλωσε.
“ε, στάσου ένα λεπτό”, τού είπα, “θέλω να πω,
γαμώτο μου, ας πιούμε καλύτερα…”.
“όχι, όχι, θα σου διαβάσω τα ποιήματά μου”,
είπε.

είχε τα χαρτιά στο χέρι του
κι άρχισε.

και τα δικά του ποιήματα
ήταν επίσης τα ίδια.
εγώ έγραφα για τον ιππόδρομο
και για γυναίκες
και μεθύσια
κι αυτός έγραφε
για τον Ποιητή
τον απελπισμένο και τον τρελό και
τον παραγνωρισμένο Ποιητή
που τα είπε στ’ αλήθεια
στρώθηκε κάτω και τα έγραψε
αλλά κανείς δε σκοτίστηκε
οι αρχισυντάκτες και οι εκδότες
ήταν απαίσιοι και μαλάκες
δεν μπορούσαν να διακρίνουν
ένα ταλέντο από ένα βυζί
ο Κρήλι ήταν σκατά
ο Φερλινγκέττι ήταν σκατά
ο Μπουκόβσκι ήταν σκατά
ο Γκίνζμπεργκ στρογγυλοκαθόταν σε καφετέριες
και ήταν κι αυτός σκατά
και το φεγγάρι έφεγγε ρίχνοντας το φως του
πάνω στον τρελό ποιητή
ενώ οι αρχισυντάκτες και οι εκδότες
γαμούσαν μοδάτα πιπίνια
πάνω στα γραφεία τους
και κανείς δε νοιάστηκε.
όλοι όμως θα μάθαιναν γι’ αυτόν
(τον Ποιητή)
αφού θα είχε πεθάνει.
δεν είχε και τόση σημασία.
το ξυπασμένο φεγγάρι ήξερε
και η τραβεστί ήξερε
η τραβεστί στο δωμάτιο έντεκα
πίσω στο Ξενοδοχείο Viking,
εκείνη η τραβεστί με την ψυχή
ενός αγγέλου
ήξερε
και τα ρέματα και τ’ αστέρια

επίσης ήξεραν.

τότε ο παλιός μπήτνικ ποιητής
χώθηκε σε άλλο ένα ποίημα. είχα γράψει
την περίληψη στο οπισθόφυλλο
για ορισμένα από τα βιβλία του
τυπωμένα από μικροεκδότες. δεν τον βοήθησα καθόλου.
τα βιβλία του δεν πούλησαν.
τα πήγε καλά
όταν απομακρύνθηκε
από τις τραβεστί και το φεγγάρι και τον Ποιητή.
το πρόβλημά του ήταν
ότι είχε κολλήσει με την ίδια θεματική
όπως εξάλλου κι εγώ.
ίσως να τον συμπαθούσα κιόλας
αν δεν έπρεπε να τον συναντώ τόσο συχνά
αλλά τότε ένιωθα έτσι
για πολύ κόσμο.

πίναμε και ξαναπίναμε
και τού ‘λεγα συνέχεια
να χαμηλώσει τη φωνή του, γιατί
μιλούσε λίγο δυνατά•
εγώ καταντούσα έτσι
μόνο όταν γύρευα
να πω σε μια γυναίκα
κάτι που ήξερα
ότι δε θα καταλάβαινε ποτέ της…

τέλος πάντων, ο παλιός μπήτνικ ποιητής
κι εγώ
συνεχίσαμε να μεθοκοπάμε
ήπιαμε ό, τι υπήρχε και δεν υπήρχε
μέσα στο σπίτι
και τα ποτά που κατεβάσαμε
ήταν πολλά.

τού είπα ότι θα μπορούσε αν ήθελε
να ξαπλώσει στον καναπέ
και σύντομα αποκοιμήθηκε
κι επιπλέον
ροχάλιζε και δυνατά.

εκείνοι οι ποιητές των δρόμων
ήταν ζόρικοι μπάσταρδοι.
υπήρξα κι εγώ χρόνια έξω στους δρόμους
αλλά αντί να κερδίσω χάρη και δύναμη
μάζεψα μόνο τρόμο και φόβο
και νευρώσεις.

καθώς τον άκουγα να ροχαλίζει
το αφτί μου πήρε κι άλλον έναν ήχο
που τον γνώριζα πολύ καλά
έχοντας ζήσει
με πάρα πολλούς μέθυσους :
ετοιμαζόταν να ξεράσει
και να βγάλει τ’ άντερά του…

σηκώθηκα πάνω κι έβαλα
ένα καλαθάκι δίπλα στο κεφάλι του.

“τί τρέχει; τί’ναιαφτό;;; ” με ρώτησε.
“αν κάνεις εμετό, ξέρασε εδώ μέσα”,
τού είπα.
” ‘ντάξει, ‘ντάξει…” απάντησε.
μετά από 15 λεπτά
τα είχε βγάλει όλα.

ήταν τύπος που του άρεσαν
τα τάκος και τα φασόλια, η πίτσα,
τα χοτ ντογκ… βγήκαν όλα από μέσα του,
σε μεγάλη ποσότητα, και το πορτό
και η μπίρα και η διπλή βότκα
που ήπιε ανάμεσα στην 5η
και την 6η ιπποδρομία όταν πρόσεξε
εκείνη με τα μακριά πόδια
να στέκεται στο μπαρ
με το μακρύ σχίσιμο στο μακρύ φόρεμά της,
στη δεξιά του πλευρά, και το πόδι της να ξεπροβάλλει
σα σπαθί μέσα από το θηκάρι…

έβγαλε τ’ άντερά του…

και το πρωί ήταν στο πόδι
όρθιος στις 7:10 π.μ.
να περπατάει πάνω στο χαλί
να μιλάει στον εαυτό του
και είπα,
“θεέ μου, ρε άνθρωπε,
εγώ συνήθως κοιμάμαι ως το μεσημέρι…
τί στην ευχή σ’ έπιασε;”
“τίποτα δε μ’ έπιασε, δικέ μου”,
απάντησε, “απλώς έχω ενέργεια!
εξάλλου
συνήθως σηκώνομαι νωρίς το πρωί,
και πρέπει ν’ αρχίσω να τριγυρνώ
και να συζητώ με τον εαυτό μου, αλλιώς,
το ξέρω, θα σκοτώσω κάποιον!”.
“σύμφωνοι”, είπα,
“πήγαινε και κάνε έναν περίπατο”.
“εντάξει, ρε φίλε”, απάντησε,
“θα περπατήσω για καμιά ωρίτσα
ή για μιάμιση ώρα ώστε
να κοιμηθείς κι εσύ λιγάκι”.

έφυγε. μέσα σε 15 λεπτά είχε γυρίσει πίσω,
και μαζί του
είχε φέρει μέσα στο σπίτι το γάτο μου
κι άρχισε να του μιλάει.

“κοίτα, μεγάλε”, τού είπα,
“μήπως μπορώ να σε πετάξω κάπου; μήπως
θά ‘θελες να πας σε κάποιο μέρος;”
“ναι, ρε”, είπε,
“πρόκειται να πουλήσω τις ζωγραφιές μου
σ’ εκείνον εκεί τον τύπο στις 9 η ώρα το πρωί
αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη.
να σου πω κάτι; γιατί δε με πετάς
μέχρι το Westlake Park;”

τού απάντησα
ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα.
μού άφησε 3 ποιήματά του
κι εγώ τού χάρισα μια ζωγραφιά μου… μια πόρνη
με μακριά καλσόν και ψηλά τακούνια
ξαπλωμένη σ’ έναν καναπέ
και με τη φούστα της ανεβασμένη ψηλά
μέχρι τον πισινό της.

ένιωσα στ’ αλήθεια
ότι ήταν καλοσύνη του που έφευγε,
και αρκετά ανθρώπινο από τη μεριά του
ότι το αναγνώριζε. μετά
μπήκαμε στ’ αμάξι
κι άρχισα να αισθάνομαι άσχημα
γιατί από μία άποψη τον παρατούσα
και τον πετούσα έξω
σ’ ένα πάρκο γεμάτο εξαθλιωμένους
περιθωριακούς και θηρία τής ζούγκλας•
δεν ήμουν άνθρωπος με μεγάλη κατανόηση,
ήθελα μόνο να έχω τις ανέσεις
που μου έδιναν ζωή, αλλά τις ήθελα αυτές.

άφησα τον μπήτνικ ποιητή εκεί έξω
στο κεντρικό πάρκο στην Οδό Αλβαράντο
ενώ κοίταζα απέναντι στο δρόμο όπου
σ’ ένα μπαρ είχα γνωρίσει εκείνη τη γυναίκα
που μου χάρισε εφτά χρόνια στην κόλαση.

πήρε τη χάρτινη σάκα του
και στάθηκε στο κράσπεδο
και ύστερα γνέφοντας
χαιρετήσαμε ο ένας τον άλλον
και έφυγα, μη φύλαξ τού αδελφού μου
ειμί εγώ;

οδήγησα τραβώντας προς το σπίτι, έφτασα εκεί και την έπεσα για ύπνο.

σηκώθηκα το μεσημέρι
κι άρχισα να ετοιμάζομαι
για τις ιπποδρομίες. ήμουν έτοιμος
να πετάξω το καλαθάκι όπως ήταν
στο σκουπιδοντενεκέ
όταν ανακάλυψα ότι είχε αστοχήσει
ξερνώντας κυρίως απέξω. πάνω στο χαλί
υπήρχαν κηλίδες
και σβώλοι μωβ και καφέ
από εμετό. ήμουν ξυπόλητος.
σήκωσα το ένα πόδι, ύστερα το άλλο.
αφαίρεσα τα μαλακά κομμάτια,
που είχα πατήσει. η δυσοσμία έφτασε ψηλά μέχρι το πρόσωπό μου.
μετακίνησα το τραπεζάκι τού σαλονιού
και είχε κι άλλα από κάτω. φαίνεται
ότι προσπάθησε να τα σκουπίσει
μ’ ένα παλιό δελτίο τού ιπποδρόμου
κι ένα τεύχος τού γερμανικού Playboy
όπου είχα δημοσιεύσει ένα διήγημά μου. και
μαζεύοντας από κάτω
τον μαύρο καφέ μωβ εμετό του
από το χοτ ντογκ την πίτσα τη μουστάρδα
τις πίκλες τα φασόλια το γκάμπο το τάκο
τις τηγανητές πατάτες το μισοψημένο
χάμπουργκερ με κρεμμύδια
ένιωσα και πάλι το ίδιο ακριβώς πράγμα :
όλοι τους έρχονται
και χτυπούν την πόρτα μου,
ενώ εγώ δε χτυπώ τη δική τους,
δεν το έκανα ποτέ μου.

ελπίζω να πουλήσει τις ζωγραφιές του,
ελπίζω και τα βιβλία του να πουλήσουν,
ελπίζω να μπορέσει να πηδήξει
τίποτα μοδάτα πιπίνια,
ελπίζω ν’ αγοράσει ένα μεγάλο σπιτικό,
με γερμανικά αστυνομικά λυκόσκυλα
και ηλεκτροφόρο φράχτη,
ελπίζω οι άγγελοι να έρθουν γι’ αυτόν,
γι’ αυτόν αλλά και για όλους τους άλλους•
δεν πρόκειται όμως να συμβεί ποτέ :
είναι σκληρό το εμπόριο των εκδόσεων
και οι περισσότεροι από αυτούς
φλυαρούν ακατάπαυστα
για το τί ακριβώς πρέπει
να κάτσουν να γράψουν,
και οι περισσότεροι από αυτούς
που το καταφέρνουν για λίγο
δεν μπορούν να συνεχίσουν.

τώρα έβρεξα δυο μεγάλα προσόψια. και
πρέπει να καθαρίσω καλά
ό, τι απέμεινε από τα ξεράσματα.
αυτό κανονικά
θα έπρεπε να με βοηθήσει
στο να παραμείνω ταπεινός κι αγνός
και να γράφω συνέχεια
τα ίδια που έγραφα πάντοτε
παλιά γραφτά μου.

[Από τη συλλογή
“The Pleasures Of The Damned”]
1951-1993

σαν ένα κουκούτσι από κεράσι
σκαλωμένο στο λαιμό

γυμνό μέσα σ’ εκείνο το λαμπερό
φως
το τέταρτο στη σειρά άλογο
σωριάζεται κάτω
ρίχνοντας από πάνω του
έν’ αγόρι που ζυγίζει
50 κιλά
μπροστά στις οπλές
35.000 ματιών.

καλή σου νύχτα, γλυκέ
μικρέ
γαμιόλη.

σεξ

κατεβαίνω οδηγώντας τη Λεωφόρο Γουίλτον
όταν εκείνο το κορίτσι γύρω στα 15
ντυμένο με στενά μπλου τζην
που κρατούν σφιχτά σα δυο χέρια
τα οπίσθιά της
σκάει μύτη μπροστά στ’ αμάξι μου
κοκκαλώνω και την αφήνω να διασχίσει το δρόμο
κι ενώ κόβω τις καμπύλες της που κυματίζουν
κοιτάζει προς τη μεριά μου μέσα από το παρμπρίζ
με μωβ μάτια
και μετά φυσώντας
βγάζει από το στόμα της
τη μεγαλύτερη ροζ τσιχλόφουσκα
που έχω δει ποτέ μου
καθώς ακούω Μπετόβεν
στο ραδιόφωνο τού αυτοκινήτου.
τρυπώνει σ’ ένα μικρό παντοπωλείο
και χάνεται
κι εγώ μένω μόνος
με τον Λούντβιχ.

Ο Βαν Γκοχ

ματαιόδοξες στο χρώμα τής βανίλιας
κυρίες περπατούν καμαρωτές
ενώ ο βαν Γκοχ
το κάνει μόνος του.

κορίτσια φορώντας μεταξωτά
καλσόν
ενώ ο βαν Γκοχ το κάνει
μόνος του
σ’ ένα χωράφι

χωρίς ούτ’ ένα φιλί, και
ακόμη χειρότερα.

πέφτω πάνω του στο δρόμο :
“πώς πάει, Βαν; ”
“ιδέα δεν έχω, δικέ μου” μού απαντάει
και συνεχίζει να βαδίζει.

υπάρχει μια έκρηξη χρωμάτων :
άλλο ένα πλάσμα
ζαλισμένο από έρωτα.

είπε,
τότε,
θέλω να την κάνω από δω πέρα.

και οι άνθρωποι κοιτάζουν τους πίνακές του
και τώρα
τον αγαπούν.

γι’ αυτό το είδος αγάπης
έκανε το σωστό
που έπρεπε να γίνει.

όσο για το άλλο είδος αγάπης
εκείνο δεν ήρθε ποτέ.