Επικό έως το κόκκαλο

Το ύδωρ της λήθης μπορείς να τον πιεις
μες τη μοναξιά σου
ή να το λησμονείς
φυτεύοντας ένα όνομα
ώσπου μεγαλώνοντας
με αυτό να αποκαλείς
το γιο του τραγουδιού σου.
Τη λησμονιά μπορείς να την κάνεις χορδή
πάνω στην οποία τιτιβίζουν τα πουλιά
μιας άγραφης μελωδίας
ματωμένη
από το βιολί του κορμιού της.

Τη λησμονιά μπορείς να την κάνεις δέντρο, δάσος
και έπειτα να το κόψεις, να κάνεις ένα κομμάτι χαρτί
και να τις γράψεις ένα γράμμα ερωτικό.
Τη λησμονιά μπορώ να την κάνω άκρη χεριού
και να διαπεράσει ανάμεσα στα μαλλιά της
όσες φορές ο αέρας ξεχαστεί
στους αμμόλοφους της γλυκόπικρης λαχτάρας μου.
Η λησμονιά είναι γαλάζια, ωραία.
Μπορείς να παίξεις κρυφτό μαζί της
και πάντοτε θα σε ευρίσκει
εκεί όπου κρύβεσαι σαν παιδί.
Τίποτα το κακό δεν έχουν οι λησμονιές.
Μπορεί να είναι πουκάμισα,
πέταλα
νήματα
ηχώ.
Κανένας από αυτούς δεν φταίει τελικά.

Όλα τα αγαπάω σαν να ήμουν ιεραπόστολος
εκτός από τη δικιά της λησμονιά.

 

*

 

Η σιγή εν πέτρα

Ουδείς μιλάει ουδέν γρικάει.
Ουδείς.

Μοναχά η φυγή σου θα μου έρθει
υάλινη σαν τη νύχτα
παγωμένη
σαν πομπή
δάκρυ βαρύ.

Άραγε, πού να βρω τόσους λίθους
να τους βάλω στην καρδιά
του κάθε τραγουδιού
που πενθεί…

.

*

 

Δεν έχει αλλάξει τίποτα
από τότε που ερωτευτήκαμε εμείς οι δύο.

Οι εποχές μεταβλήθηκαν σαν πειθαρχημένοι στρατιώτες,
μοναχά εμείς παραμείναμε δυο σταγόνες στον ωκεανό.
Εκείνες οι μέρες που στάλαξαν στη δικιά μας πληγή
ήτανε βγαλμένες από το αλάτι του το αμυδρό.

Ίδιες παρέμειναν οι μορφές, οι μήνες,
τα νυχτώματα, οι ημερομηνίες, οι στιγμές.
Σαν μαστιγώματα χτύπησαν τα πεζοδρόμια
τα ίδια ξανά: τα βήματα, τα τακούνια και οι σκιές.

Η αγάπη συνέχισε να υπάρχει να καρδιοχτυπά
το πρωτόγνωρο αμάρτημα, δίχως λόγο και αιτία.
Συνεχώς πειναλέα τα πουλιά του τραγουδιού
ταϊσμένα με τη δικιά τους λιμοκτονία.

Κιτρινισμένοι κλαίνε οι χαιρετισμοί, οι άνθρωποι
με τα μούχρωμα σουρουπώματα στους ώμους.
Νοσταλγώντας τα αποξηραμένα φτερά
και τη θλίψη των φοινίκων στους δρόμους.

Δεν έχει αλλάξει τίποτα
από τότε που αγαπηθήκαμε οι δυο μας.
Γιατί εμείς ήμασταν οι μοναδικοί ξένοι,
εμείς και οι μοναδικοί καταραμένοι.

*

 

Βραδύς άξονας

Είμαι το φαρμακερό αίμα της νύκτας
αψιά γεύση
στη γλώσσα
που γλείφει την πληγή μου.
Δεν παύω να είμαι
το τυφλωμένο της βλέμμα,
η επίμονη κωφότητα
ερωτευμένος με τη σιγαλιά
ξένων πραγμάτων.
Και φυσικά είμαι μία θολερή μορφή
σαν πηγμένο αίμα στο πρόσωπο του νυκτός,
διψασμένος, πεινασμένος δαγκώνομαι
πιασμένος γύρω από τον εαυτό μου βυθισμένο
στο σφάλμα.

Η νύχτα συγκρούεται με τα όνειρά μου…
Είμαι ο λυτρωτής εφιάλτης της.

*

 

Nocturne

Ήταν μία ήρεμη νύχτα
όταν ο χρόνος της σταμάτησε σαν ρολόι.
Προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση.
Δύο ουράνια σώματα
επιβιβάστηκαν στο τρένο
προς την αυγή.
Δύο αιχμάλωτοι
στου φεγγαριού τη χάση
δεν κατάφεραν να κόβουν δρόμο
προς τη λησμονημένη λέξη.
Μονοστιγμής,
πήρα τα ευωδιαστά μαλλιά σου
και σφιχταγκαλιάζοντας τα
ήθελα να σ’αγαπώ.
Ξάφνου άρχισα να ζωγραφίζω.
ώστε να μην χωρίσουμε ποτέ.
Εκτός από τα μάτια μου,
εκείνα τα άφησα μακριά
για να σε ειδώ μαζί μου πάντοτε.

*

 

Η γένεσις της σήμερον ημέρας

Έπειτα του λόγου έβρεξε,
μετέπειτα της βροχής το κενό,
ύστερα φύτρωσα εγώ
κάτω από βήματα και χλόη.

Πέραν των πραγμάτων δεν υπάρχουν σύγνεφα.
Υπερπέραν υπάρχει ανθρώπινο λυκόφως.
Εν αρχή ήταν τα λόγια
Εν τέλει η βροχή.

 

*

Ηλιοδρόμος

Εισήλθε άνευ λόγου και αιτίας
Και χτύπησε την πόρτα.
Ποιος να είναι,
Ερωτήθηκαν τα μάτια
και εσύ περίμενες στον υπέρηχο της σιωπής
πίσω από την πόρτα.
Ο ήλιος είναι, είπες υποσυνείδητα
θα του προσφέρω λίγο νερό.
Είμαι έσπευσε να απαντήσει εκείνος.
Με έκαψε η ίδια μου η φλόγα
και οι ίσκιοι μάνθηκαν με εσένα.
Δροσολόγησε, υποκλίθηκε
με το χέρι στην αχτίδα και στην καρδιά του
για να περιπλανιέται όπως πάντα
στις κενότητες
αυτού του κόσμου.

Και από τότε
κάθε πρωί λοξοδρομεί
κατευθυνόμενος προς το πρόσωπό σου.

*

Λαχτάρα

Θα ήθελα να έρθεις για μία ακόμα φορά
όπως ήρθες μία φορά και έναν καιρό
σε χρόνο μακρινό
πριν μία ώρα.

*

Το αμάρτημα

Θα μου πεις όταν θα έχει
γενέθλια ο αέρας
να σου πάρω ένα φόρεμα
με σταλαγματιές βροχής.

Κάτω από τούτο ας τρελαθεί ο Εωσφόρος
Και το αμάρτημα, Γένοιτο
Το θέλημά μας, γεννηθήτω!