ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ ΤΟΥ ΖΗΛΙΑΡΗ ΓΕΡΟΥ

 

Εμφανίζονται  οι Δόνια Λορένθα,  η Κριστίνα, η υπηρέτρια της, και η Ορτιγκόσα, η γειτόνισσα της.

 

Δόνια Λορένθα : Θαύμα είναι τούτο, κυρά Ορτιγκόσα, να έχει αφήσει έτσι την κλειδαριά δίχως  να ‘χει γυρίσει   το κλειδί μέσα της, o ασήκωτος  πόνος μου [1] το άχθος μου  και η απελπισιά μου. Αυτή είναι η πρώτη μου μέρα, από τότε που στεφανώθηκα μαζί του, που μιλάω από κοντά με κάποιον έξω απ’ το σπίτι• που απ’ έξω μου φαίνεται   εμένα από τούτη εδώ τη ζωή μαζί με δαύτον που παντρεύτηκα.

Ορτιγκόσα :  Άντε κυρά μου, δόνια Λορένθα, που μεμψιμοιρείτε τόσο• αφού με παλιό τσουκάλι  άλλο καινούργιο αγοράζει κανείς. [2]

Δόνια Λορένθα :  Με τα κάτι τέτοια γνωμικά και παροιμίες με ξεγελάσανε και μένα• που καταραμένα να ‘ναι τα λεφτά τους εκτός απ’ τους σταυρούς• [3] καταραμένα τα κοσμήματα τους, τα λούσα τους, και καταραμένα  όλα όσα μου δίνει και μου τάζει. Τι μ’ ωφελεί  εμένα ετούτο και τ’ άλλο  αν καταμεσής του πλούτου εγώ φτωχή αισθάνομαι, και μέσα στην τόση   αφθονία  μεγάλη είναι η πείνα μου;

Κριστίνα:  Στ’ αλήθεια , θεία μου και κυρά, σωστά τα λες• δεν θα ‘θελα άλλο τίποτα εγώ από τα να φόραγα ένα κουρέλι μπρος και ακόμη ένα  πίσω,  και να ‘χω για σύζυγο έναν νιο, αντί να ‘μαι κακοπαντρεμένη  μ’ αυτό το σάψαλο  που πήρες για άντρα.

Δόνια Λορένθα:  Εγώ τον πήρα, ανιψιά; Μου τον δώκανε όπως-όπως • κι εγώ, σαν κοριτσάκι που ήμουνα, αφιέρωνα  την  ψυχή μου πιο πολύ στο να ‘μαι υπάκουη παρά να αντιγυρίζω κουβέντα• αλλά αν είχα  εμπειρία από τέτοια πράγματα, θα κομμάτιαζα τη γλώσσα μου με τα ίδια μου τα δόντια παρά θα  ‘λεγα το ναι, που με τρία γράμματα το λες και για  χίλια χρόνια σε πλημμυρίζει δάκρυα • όμως φαντάζομαι πως  άλλη επιλογή από τούτη  δεν υπήρχε,  και γίνηκε  με το στανιό, και πως δεν στάθηκε τρόπος ανθρώπινος για  τ’  αποφύγω.

Κριστίνα : Κύριε Ιησού Χριστέ-ο παλιόγερος! Όλη νύχτα: « Φερ’το καθήκι, παρ’ το καθήκι• σήκω πάνω Κριστινούλα και ζέστανε μου μερικές κομπρέσες που με πεθαίνουν οι λαγόνες μου• δωσ’μου  εκείνο το ζουμί, γιατί μ’ έχει σακατέψει  η πέτρα.»  Με τόσες αλοιφές και τόσα γιατροσόφια μες στο δώμα που ούτε φαρμακοτρίφτης να ‘μουνα• και ‘γω, που μόλις που ξέρω να ντύνομαι, πρέπει να του κάνω την νοσοκόμα. Πφφφφ, γέρικη κλώσα, όσο τυχερός τόσο ζηλιάρης,  ο πιο ζηλιάρης σ’ ολάκερο  τον κόσμο!

Δόνια Λορένθα : Αλήθεια λέει η ανιψιά μου.

Κριστίνα : Θα  ευγνωμονούσα  τον Θεό,  ποτέ μου να μην την έλεγα  για κάτι σαν κι αυτό !

Ορτιγκόσα : Και  τώρα εντάξει , κυρά Δόνια Λορένθα, η χάρη  σας ας κάνει  όσα της ορμήνεψα, και θα δείτε πως η ορμήνια μου θα σας βγει σε καλό. Ο νιος είναι σαν ένα πράσινο φύλλο •  αγαπά σωστά, ξέρει πότε να το βουλώνει,  να είναι ευγνώμων για όποια χάρη του γίνεται • και επειδή η ζήλια και η ντροπαλότητα   του γέρου  δεν αφήνουν περιθώρια  ούτε για ερωτήματα  ούτε για  απαντήσεις, ας πάρουμε την απόφαση με καλή καρδιά  : με το  κόλπο που σκαρφιστήκαμε, εγώ θα μπάσω τον ομορφονιό  στο δώμα σας  και θα τον βγάλω, ακόμη κι αν ο γέρος έχει πιο πολλά μάτια από τον Άργο [4] και βλέπει καλύτερα από έναν ραβδοσκόπο για τον οποίο λένε πως  μπορεί  δει  εφτά σπιθαμές κάτω απ’ τη γη.

Δόνια Λορένθα:  Καθώς είμαι πρωτάρα φοβάμαι,  και δεν θα ‘θελα,  για λίγη απόλαυση, να βάλω σε κίνδυνο την τιμή μου.

Κριστίνα:  Αυτό μοιάζει, κυρά  θεία μου, με το τραγούδι του Γκόμεθ Αρίας:

«Κυρ Γκόμεθ Αρίας

δείχτε μου συμπόνια•

μικρή είμαι και δεν έκανα

τέτοια  όλ’  αυτά  τα χρόνια.» [5]

Δόνια Λορένθα: Κάποιο παμπόνηρο   δαιμόνιο πρέπει να μιλάει μέσα σου, ανιψιά μου, έτσι που  σ’ ακούω να λες τέτοια πράγματα.

Κριστίνα: Εγώ ποιος μιλά δεν ξέρω  • όμως γνωρίζω πως θα έκανα όλα όσα έχει πει  η κυρά Ορτιγκόσα δίχως να λαθέψω ούτε στο παραμικρό.

Δόνια Λορένθα: Και η τιμή, ανιψιά;

Κριστίνα: Και η ευχαρίστηση μας, θεία;

Δόνια Λορένθα: Κι αν μαθευτεί;

Κριστίνα:Κι αν δεν μαθευτεί;

Δόνια Λορένθα: Και σε μένα ποιος εγγυάται  πως δεν θα μαθευτεί;

Ορτιγκόσα : Ποιος;  Η μεγάλη προσοχή, η εξυπνάδα,  η σωστή τακτική •  κι από όλα πιότερο η καλή διάθεση και όλα  όσα έχω σκαρφιστεί.

Κριστίνα: Κοιτάτε, κυρά Ορτιγκόσα, φέρτε μας τον μορφονιό, καθαρό, τσαχπίνη, λιγάκι τολμηρό και, πάνω από όλα, νέο στα χρόνια.

Ορτιγκόσα : Έχει όλα ετούτα  τα καλά αυτός που σας  προτείνω και δύο παραπάνω: είναι πλούσιος και ανοιχτόμυαλος

Δόνια Λορένθα: Δεν θέλω πλούτη, κυρά Ορτιγκόσα• κοσμήματα έχω  περίσσια, σύγχυση μου φέρνουν οι ποικιλίες των χρωμάτων απ’ τα φορέματα μου• από τούτα δεν επιθυμώ τίποτα, καλά να έχει ο Θεός τον Κανιθάρες: με έχει πιο καλοντυμένη κι από έναν φοίνικα και με περισσότερα κοσμήματα απ’  τη  βιτρίνα ενός πλούσιου αργυροχόου . Ας μην  μου κάρφωνε τα παραθύρια, μου σφαλούσε τις πόρτες, μου ξεψάχνιζε  κάθε στιγμή στο σπίτι, πετούσε έξω από δω μέσα  γατιά και σκυλιά μόνο και μόνο επειδή έχουν αντρικό όνομα• ας μην έκανε όλα αυτά και άλλα πολλά που δεν λέγονται,  για να πάρει προφυλάξεις δήθεν , και για αντάλλαγμα εγώ τέτοια λούσα και  χάρες  ούτε που τις θέλω.

Ορτιγκόσα: Ώστε, τόσο ζηλιάρης είναι;

Δόνια Λορένθα: Σας λέω πως προχτές ήρθαν να μας πουλήσουν ένα χαλί μισοτιμής και επειδή είχε πάνω του ζωγραφιστά αγάλματα το ‘κανε πέρα, και πήρε άλλο ακριβότερο που ‘χε  φυτά, αν και δεν το ‘λεγες και τόσο καλό. Εφτά πόρτες υπάρχουν πριν το δώμα μου, ως την εξώπορτα, κι όλες κλειδωμένες με κλειδί• και δεν έχει σταθεί τρόπος να βρω που το ‘χει παραχώσει ετούτο  το κλειδί.

Κριστίνα :  Κυρά θεία, το κλειδί το πασπαρτού  θαρρώ πως το ‘χει καταχωνιασμένο  μες στους φραμπαλάδες της πουκαμίσας του.

Δόνια Λορένθα:  Μην  γελιέσαι, ανιψιά μου• εγώ μαζί του κοιμάμαι και ποτέ μου δεν είδα το παραμικρό που να μου λέει  πως το κουβαλάει πάνω του.

Κριστίνα: Κι  ολονυχτίς περπατεί μες στο σπίτι σαν το φάντασμα•  κι άμα έρθει καμιά μουσική απ’  τον δρόμο, τους παίρνει με τις πέτρες να φύγουν: είναι ένας κακός, ένας  μάγος• είναι ένας παλιόγερος, δεν έχω να πω τίποτα άλλο.

Δόνια Λορένθα:  Κυρά Ορτιγκόσα, φύγετε, μην φτάσει   ο γκρινιάρης και  σας βρει  μαζί μου, και θα πάνε όλα στον βρόντο• κι όσα  πρέπει να κάνετε, θα τα κάνετε μετά• που τόσο έχω μπουχτίσει  που δεν μου μένει άλλο από το βάλω μια θηλιά στον λαιμό μου, για να ξεφύγω απ’  την άθλια ζωή μου.

Ορτιγκόσα : Ίσως με τη ζωή  που θα ξεκινήσετε τώρα , θα σας φύγουν οι άσχημες  διαθέσεις  και θα σας έρθουν άλλες γεμάτες σθένος που θα σας γεμίσουν χαρά.

Κριστίνα:  Ας γίνει έτσι, και κόβω   εγώ  το  δάχτυλο του χεριού  μου: γιατί αγαπώ τόσο τη   θεία και κυρά μου, που πεθαίνω σαν την βλέπω τόσο συλλογισμένη και ψυχοπλακωμένη  κάτω από την εξουσία αυτού του γέρου, του παλιόγερου, του παλιομπαμπόγερου• και δεν χορταίνω να τόνε λέω  έτσι.

Δόνια Λορένθα : Λοιπόν η αλήθεια είναι πως σε αγαπάει πολύ, Κριστίνα.

Κριστίνα: Κι αυτό παύει να τον κάνει γέρο; Πόσο πολύ, γιατί εγώ έχω ακούσει να λένε πως οι γέροι είναι φίλοι με τα κοριτσόπουλα.

Ορτιγκόσα : Αυτή  είναι η αλήθεια Κριστίνα, και σας χαιρετώ  αφού μιας και  φάγαμε ας φύγω , να πάρω την στράτα του γυρισμού. Η χάρη  σας να πράξει επακριβώς  όσα έχουμε πει, και θα δείτε πως ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Κριστίνα :Κυρά Ορτιγκόσα  κάντε μου τη χάρη να μου φέρετε ένα μικρό παπαγαλάκι  να διασκεδάζω λιγάκι κι εγώ.

Ορτιγκόσα : Θα το φέρω  μικρή μου, ζωγραφιστό.

Κριστίνα: Μα δεν το θέλω ζωγραφιστό, αλλά ζωντανό, ολοζώντανο, μικρούλικο όπως τα μαργαριτάρια.

Δόνια Λορένθα: Κι αν σε πάρει χαμπάρι ο θειος σου;

Κριστίνα: Πες του πως είναι ένα ξωτικό, και θα τόνε πιάσει φόβος,  κι εγώ πολύ θα το χαρώ.

Ορτιγκόσα:  Σου λέω  το λοιπόν πως θα σου το φέρω, και άντε γεια σας και χαρά σας

 

Η Ορτιγκόσα φεύγει

 

Κριστίνα :  Ακούστε  θεία: εάν η Ορτιγκόσα φέρει τον μορφονιό  σε σας, και σε μένα το παπαγαλάκι, κι αν ο αφέντης το πάρει  χαμπάρι, τότε δεν μας απομένει άλλο από να τον βουτήξουμε   μαζί και να τον πνίξουμε, και άμα είναι τον ρίχνουμε μέσα  στο πηγάδι ή  τον θάβουμε μες στον στάβλο με τα άλογα.

Δόνια Λορένθα : Είσαι συ μια! Που πιστεύω πως θα τα  έκανες καλύτερα από όσο τα λες.

Κριστίνα :  Λοιπόν ας μην ήταν ζηλιάρης ο γέρος, κι ας μας αφήσει στην ησυχία μας, κι εμείς κακό κανένα δεν πρόκειται να του κάνουμε, και θα ζήσουμε τη ζωή μας σαν αγίες.

 

Μπαίνουν ο γέρο-Κανιθάρες και ένας φίλος  του

 

Κανιθάρες:  Καλέ μου φίλε, φίλε μου καλέ:  Ο εβδομηντάρης που παντρεύεται με μια δεκαπεντάρα, ή έχει χάσει τα λογικά του ή έχει όρεξη να επισκεφτεί τον άλλον κόσμο μιαν ώρα αρχύτερα . Μόλις παντρεύτηκα τη Δόνια Λορένθα, σκεφτόμενος πως θα είναι το δώρο μου και η συντροφιά μου, και ο άνθρωπος  που θα παραστέκεται  στο προσκεφάλι μου, και θα μου σφαλίσει τα μάτια την ώρα της θανής μου,   σαν να ορμήσανε πάνω μου σμήνη από  βάσανα κι ανησυχίες• είχα τη βολή  μου και πήγαινα γυρεύοντας  να ξεβολευτώ, είχα την ησυχία μου και πήγα και παντρεύτηκα.

Φίλος:  Φίλε μου, σφάλμα  ήταν, αλλά όχι και τόσο βαρύ• γιατί όπως λέει και το ρητό στον Απόστολο: «Καλύτερα είναι να ‘ρθει κάποιος σε γάμου κοινωνία παρά να φλέγεται από τη φλόγα του πόθου» [6]

Κανιθάρες : Δεν θα έπρεπε καν υπάρχει μέσα μου καμιά  φλόγα, φίλε μου, που με την παραμικρή σπίθα γίνομαι τέφρα! Συντροφιά  θέλησα, συντροφιά γύρεψα, συντροφιά βρήκα, όμως ο Θεός  το κανόνισε σύμφωνα με τα  δικά Του μέτρα.

Φίλος:  Ζηλεύετε,  φίλε μου;

Κανιθάρες: Τον ήλιο που θωρεί την Λορενθίτα, τον αέρα που την ακουμπά, τα φουστάνια που την τυλίγουν.

Φίλος: Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση;

Κανιθάρες:  Ούτε να το σκέφτομαι, ούτε έχει πως ούτε έχει γιατί ,  ούτε πότε ούτε που: τα παραθύρια, εκτός που τα ‘χω με κλειδί σφαλισμένα,  τα έχω ντύσει με κάγκελα και παντζούρια• οι πόρτες ουδέποτε ανοίγουν• γειτόνισσα δεν έχει διαβεί το κατώφλι μου, ούτε πρόκειται όσο ο Θεός θα μου δίνει ζωή. Κοιτάχτε, καλέ μου φίλε: δεν είναι πως ο κακός δαίμονας σπρώχνει τις γυναίκες σε πανηγύρια και γιορτές ή σε χαροκόπια μες στον κόσμο•  εκείνο που τις χαλά, που τις καταστρέφει, που  κάνει την μεγαλύτερη  ζημιά, είναι τα σπίτια απ’  τις φίλες και τις γειτόνισσες• περισσότερες αμαρτίες κρύβει το σπίτι μιας φιλενάδας από το  πέπλο της νύχτας•  περισσότερα νταβαντούρια ξεκινούν και τελειώνουν στα σπίτια τους από όσα   σε μια μεγάλη μάζωξη.

Φίλος:  Κι εγώ έτσι θαρρώ • όμως αν η Δόνια Λορένθα δεν ξεμυτάει απ’ το σπίτι, κι άλλος κανείς δεν μπαίνει στο δικό σας, γιατί είστε τόσο ανήσυχος φίλε μου;

Κανιθάρες:  Γιατί δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός ακόμη να βγει να γυρέψει ό,τι της λείπει• και θα είναι τόσο φριχτή η στιγμή, τόσο φριχτή  που μόνο που την σκέφτομαι τρέμω, κι από το τρέμουλο μου απελπίζομαι κι από την απελπισιά μου βουλιάζω  στη δυστυχία.

Φίλος:  Και με τον δίκιο σας φοβάστε, γιατί οι γυναίκες θέλουν να απολαύσουν ολάκερους τους καρπούς του γάμου.

Κανιθάρες : Η δική μου, ζαρωμένους   τους απολαμβάνει.

Φίλος : Να, ορίστε, αυτή είναι η ζημιά, κυρ φίλε μου.

Κανιθάρες:  Όχι, όχι, ούτε που το σκέφτομαι• γιατί η Λορενθίτα μου είναι πιο αθώα από ένα περιστέρι, και δεν έχει καν  ιδέα από τέτοιες  βρωμοδουλειές• και τώρα, καλέ μου φίλε,  άμε στο καλό  μου γιατί μπαίνω μες στο σπίτι μου.

Κουμπάρος : Μα εγώ θα ‘θελα να μπω μέσα, να δω την κυρά μου την Δόνια Λορένθα

Κανιθάρες : Θα πρέπει να ξέρετε, φίλε μου, πως οι αρχαίοι Λατίνοι είχαν ένα ρητό που ‘λεγε: Amicus usque ad aras, και θέλει να πει : «Ο φίλος μέχρι της εκκλησιάς το Ιερό [7]»• και το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως ο φίλος πρέπει να κάνει για τον φίλο του όλα πράγματα που δεν πάνε κόντρα στο θέλημα του Θεού• κι εγώ θα πω, usque ad portam: «Μέχρι εδώ,  που ‘ναι η  ξώθυρα  μου.» • πως κανείς δεν πρέπει να περάσει πιο πέρα απ’ τα μάνταλα • κι αμέ στο καλό, κυρ φίλε μου καλέ, και να με συμπαθάτε.

 

Ο  Κανιθάρες μπαίνει μέσα

 

Φίλος:  Δεν έχω ματαδεί στη ζωή άνθρωπο πιο καχύποπτο  ούτε πιο ζηλιάρη και κακότροπο • όμως τούτος δω είναι από κείνους που σέρνουν μαζί τους το σκοινί που θα τους πνίξει, από κείνους που στο τέλος πεθαίνουν απ’ το ίδιο το κακό που φοβούνται.

 

Ο Κουμπάρος φεύγει.

Εμφανίζονται η Δόνια Λορένθα και η Κριστίνα

 

Κριστίνα : Θεία, πολύ αργεί ο θείος, κι ακόμη περισσότερο αργεί η Ορτιγκόσα.

Δόνια Λορένθα:  Καλύτερα να μην  εμφανιζότανε  ποτέ , κι εκείνη το ίδιο• γιατί εκείνος με κάνει να θυμώνω κι εκείνη μου ‘χει κάνει το  μυαλό  άνω κάτω.

Κριστίνα :  Όλα μια δοκιμασία  είναι κυρά θεία• και άμα δεν μας βγει το πράγμα το στέλνουμε από ‘κει που ‘ρθε.

Δόνια Λορένθα : Ααααχ, ανιψιά μου! Για τούτα τα πράγματα ή γνωρίζω ελάχιστα ή ξέρω καλά τη ζημιά που κάνουν έτσι και τα δοκιμάσεις .

Κριστίνα :  Στ’ αλήθεια, κυρά θεία, δεν το λέει η καρδιά σας, αν εγώ είχα τα χρόνια σας δεν θα μπορούσαν να με τρομάξουν οι  άντρες ούτε οπλισμένοι.

Δόνια Λορένθα:  Θα στο πω μιαν ακόμη φορά, και θα στο πω κι άλλες χίλιες από πάνω, πως ο ίδιος ο οξαποδώ μιλάει με το στόμα σου• όμως, αχ! Πως μπήκε ο κύρης σου;

Κριστίνα : Θα πρέπει να άνοιξε με το κλειδί το πασπαρτού.

Δόνια Λορένθα:  Στο διάολο στέλνω εγώ τα κόλπα του όλα και τα κλειδιά του.

 

Μπαίνει ο Κανιθάρες

 

Κανιθάρες: Με ποιον μιλάγατε , Δόνια Λορένθα;

Δόνια Λορένθα :  Με την Κριστινούλα μίλαγα.

Κανιθάρες: Προσέχτε καλά, δόνια Λορένθα…

Δόνια Λορένθα :  Σας  λέω πως μίλαγα  με την Κριστινούλα: με ποιον θα μπορούσα να μιλώ; Μήπως έχω εγώ κάποιον, κατά τύχη, για να μιλώ μαζί του;

Κανιθάρες: Δεν θα  ‘θελα να αρχινούσατε  να μιλάτε  μονάχη σας, θα μου έστριβε το μυαλό.

Δόνια Λορένθα: Δεν κατανοώ τα ακαταλαβίστικα πράματα που μου λέτε, κι ούτε που θέλω κιόλας να καταλάβω τι εννοείται• έτσι,  για να τα πάμε καλά.

Κανιθάρες: Ούτε για αστείο εγώ δεν θα ήθελα να μαλώσω μαζί σας• όμως, ποιος κρούει την πόρτα   με τόση βιάση; Δες  Κριστινούλα  ποιος είναι, κι αν είναι κανένας φτωχός δώστου μια ελεημοσύνη και διώχτονα

Κριστίνα : Ποιος είναι;

Ορτιγκόσα: Η Ορτιγκόσα η γειτόνισσα είναι κυρά μου.

Κανιθάρες : Και Ορτιγκόσα [8] και γειτόνισσα;  Θεέ μου βοήθα με. Ρώτα την, Κριστινούλα, τι θέλει και δώσ’ της το, αρκεί να μην  διαβεί το κατώφλι μου.

Κριστίνα :  Και τι θέλετε κυρά γειτόνισσα;

Κανιθάρες : Τούτη  η λέξη, «γειτόνισσα», με κάνει  άνω κάτω  και μου θολώνει τον νου• να τήνε   λες μοναχά με τ’  όνομα της  Κριστίνα.

Κριστίνα :  Αποκριθείτε: και τι γυρεύετε , κυρά Ορτιγκόσα;

Ορτιγκόσα: Τον αφέντη Κανιθάρες θέλω,  να τόνε παρακαλέσω λίγο, για την τιμή, τη ζωή και την ψυχή μου.

Κανιθάρες: Πείτε, ανιψιά, σε αυτήν την κυρά,  θα γίνουν αυτά κι ακόμη περισσότερα αρκεί μην πατήσει το πόδι της εδώ μέσα.

Δόνια Λορένθα : Κύριε Ιησού Χριστέ! Τι παράξενος όρος! Δεν είμαι εγώ εδώ μπροστά, κάτω απ’ το βλέμμα σας;  Θα με φάνε μήπως με τα μάτια τους; Θα με κλέψουν απ’ τον αέρα;

Κανιθάρες: Ας μπει μέσα μαζί με τους χίλιους της δαιμόνους  μαζί, αφού σεις το θελήσατε…

Κριστίνα: Κοπιάστε , κυρά γειτόνισσα.

Κανιθάρες: Γειτόνισσα: λέξη φριχτή για μένανε!

 

Μπαίνει η Ορτιγκόσα φέρνοντας ένα δερμάτινο χαλί με ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζει στις τέσσερις γωνιές του τον Ροδαμόντε, τον Μαδρικάρντο, τον Ρουτζέρο και Γκραντάσο [9] • ενώ ο Ροδαμόντε αναπαρίσταται τυλιγμένος σε κάπα.

 

Ορτιγκόσα :  Αφέντη της ψυχής μου, σπρωγμένη και παρακινημένη απ’ το καλό όνομα της αφεντιάς σας, τη  μεγάλη σας σπλαχνικότητα και τις πολλές σας ελεημοσύνες, τολμώ  και έρχομαι  να ικετέψω τη  μεγαλειότητα σας  να μου κάνει μια μεγάλη χάρη, ευσπλαχνία και ελεημοσύνη και πράξη αγαθή,  να μου αγοράσει τούτο  το χαλί, γιατί έχω έναν γιο φυλακισμένο για κάποια χτυπήματα που έδωκε σ’  έναν μπαρμπέρη , και η δικαιοσύνη πρόσταξε τον γιατρό να κάνει δήλωση, και δεν έχω με τι να τον πληρώσω, και διατρέχει κίνδυνο να του ρίξουν κι άλλες ποινές, που θα μπορούσανε να είναι πολλές, γιατί ο γιος μου είναι ασύχαστος • και θα ‘θελα να τον βγάλω σήμερα ή αύριο , αν ήταν δυνατόν, από τη φυλακή. Το εργόχειρο είναι καλό, το δέρμα ολοκαίνουργιο, και με όλα αυτά θα σας το δώσω με όσα  η αφεντιά σας και να πληρώσει, γιατί αξίζει πάρα πολλά, αφού έτσι ένα σωρό   πράγματα έχω χάσει εγώ έτσι στη ζωή μου. Πιάστε το κυρά μου από τούτη τη  γωνιά, κι ελάτε να το ξεδιπλώσουμε,  για να δει ο αφέντης Κανιθάρες πως δεν σας εξαπατούν τα λόγια μου• σηκώστε το πιο πάνω  κυρά μου και δείτε τι ωραία κρέμεται, και οι ζωγραφιές στα τετράγωνα του  πως  μοιάζουν ολοζώντανες.

 

Καθώς σηκώνει και δείχνει το χαλί, περνάει  πίσω του ένας όμορφος νέος  και καθώς ο Κανιθάρες βλέπει τις ζωγραφιές, λέει:

 

Κανιθάρες: Α, τι ωραίος Ροδαμόντε! Και τι γυρεύει ο κύριος κουκουλωμένος στο σπίτι μου; Ακόμη κι αν ήξερε πως είμαι πολύ φίλος τέτοιων πραγμάτων εγώ από τέτοιες κάπες  θα τρόμαζα.

Κριστίνα : Κύριε θείε, εγώ από κουκουλωμένους δεν έχω ιδέα• κι αν αυτός έχει μπει μες στο σπίτι, η κυρά Ορτιγκόσα τα φταίει• και μένα   ο διάολος να με πάρει αν έκανα  ή είπα το παραμικρό  για να τον μπάσω μέσα • όχι, στη συνείδηση μου θα βάραινε  ακόμη  ο   οξαποδώ    αν ο κυρ θείος απάνω μου έριχνε το κρίμα  που ετούτος τρύπωσε  εδώ  μέσα.

Κανιθάρες: Πλέον φαίνεται, ανιψιά, πως της  κυράς  Ορτιγκόσα είναι  το φταίξιμο• όμως δεν βλέπω γιατί να συγχύζομαι  , αφού  εκείνη ιδέα δεν έχει  για το πως σκέφτομαι  ούτε πόσο εχθρός είμαι εγώ σε  τέτοιες ζωγραφιές.

Δόνια Λορένθα: Για τις ζωγραφιές το λέει Κριστινούλα, μην  θαρρείς πως πρόκειται για κάτι άλλο.

Κριστίνα : Λοιπόν κι εγώ γι’ αυτά μιλάω. Αχ, Θεέ μου βοήθα με! Έχει η ψυχή μου τόσο θολώσει, σε μένα  που πέταγα  στα ουράνια .

Δόνια Λορένθα:  Κάρβουνο να ‘βλεπα ‘γω να γίνεται αυτό το φλύαρο στόμα! Τελικά όποιος με μωρά παιδιά κοιμάται λερωμένος θα ξυπνήσει [10].

Κριστίνα : Αχ, η δύστυχη, τι μπελάδες  θα μπορούσα να φέρω σε  όλο τούτο τ’ ανακάτεμα!

Κανιθάρες: Κυρά Ορτιγκόσα, εγώ δεν είμαι φίλος των  εικόνων, είτε είναι με κάπες  είτε  δίχως κάπες•  Πάρτε τούτο  το δουβλόνι [11] για να μπορέσετε  να ανακουφίσετε την ανάγκη σας, και φεύγατε  απ’ το σπιτικό μου όσο πιο γρήγορα γίνεται, βάλτε το στα πόδια, και πάρτε μαζί σας και  το δερμάτινο χαλί.

Ορτιγκόσα:  Πιο πολλά χρόνια ακόμη κι απ’ τον Μαθουσάλα, εκείνον  της Ιερουσαλήμ, η αφεντιά σας να ζήσει  στη ζωή της κυράς μου… πως τήνε  λένε δεν ξέρω, κι αυτόν που τώρα ικετεύω, ας   με προστάξει  να την υπηρετώ νύχτα και μέρα, με τη ζωή και την ψυχή μου, που  τη δική εκείνη θα  πρέπει να την έχει  αγνή όπως  ένα πιτσουνάκι.

Κανιθάρες: Κυρά Ορτιγκόσα, συντομεύετε και φύγετε, και δεν είναι ώρα τώρα να μιλούμε για τις ξένες  ψυχές.

Ορτιγκόσα:  Αν η αφεντιά σας χρειαστεί κανένα κατάπλασμα για το στήθος σας , έχω κάποια θαυματουργά• κι αν σας ενοχλούν τα δόντια σας, ξέρω λόγια που παίρνουν τον πόνο σαν να ‘ναι κάτι που τραβιέται με το χέρι.

Κανιθάρες: Συντομεύετε   κυρά Ορτιγκόσα, η δόνια Λορένθα δεν έχει κανέναν πόνο στο στήθος , ούτε και τα δόντια της πονούνε• τα έχει όλα  στη θέση τους, γερά, και σε όλη της τη ζωή δεν έχει βγάλει ούτε ένα.

Ορτιγκόσα: Θα τα  βγάλει η ίδια μόνη της, ευχαριστώντας τον Κύριο των ουρανών, γιατί θα της δώσει πολλά χρόνια ζωής• αφού  τα γηρατειά καταστρέφουν τα δόντια εντελώς.

Κανιθάρες: Θεέ και Κύριε! Δεν θα σταθεί τρόπος να μ’  αφήσει ήσυχο αυτή η γειτόνισσα; Ορτιγκόσα  ή διάολε, γειτόνισσα ή δεν ξέρω ‘γω  τι, άντε στην ευχή του Θεού και αδειάστε μας τη γωνιά!

Ορτιγκόσα:  Δίκαιο το θέλημα σας, και η χάρη σας να μην ενοχλείτε, αφού τα μαζεύω και πάω.

Η Ορτιγκόσα φεύγει

 

Κανιθάρες:  Αχ, γειτόνισσες, γειτόνισσες!   Νοιώθω να ζεματάνε ακόμη τα γλυκά λόγια αυτής της γειτόνισσας, επειδή ακριβώς βγήκανε από το στόμα κάποιας που είναι … γειτόνισσα.

Δόνια Λορένθα:  Σας λέω πως είστε βάρβαρος κι αγριάνθρωπος• Τι τόσο κακό έχει πει αυτή η γειτόνισσα και της έχετε τόσο κακία; Κάθε καλό που κάνετε είναι σαν θανάσιμη αμαρτία: της δίνετε μια ντουζίνα ρεάλια, μαζί με μια ντουζίνα προσβολές! Στόμα λύκου, γλώσσα σκορπιού και ένα κάρο κακοήθειες!

Κανιθάρες: Μπα, μπα, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα•  δεν μου φαίνεται και τόσο πρέπον τέτοια υποστήριξη για  τη γειτόνισσα σας.

Κριστίνα : Κυρία θεία  μπείτε εκεί μέσα να φύγει ο θυμός σας, και αφήστε τον θείο  που φαίνεται τόσο πολύ νευριασμένος.

Δόνια Λορένθα:   Έτσι θα κάνω, ανιψούλα μου• κι ίσως τις επόμενες ώρες να μη με ξαναδείτε καν• κι αλήθεια, θα τον βάλω  εγώ θηλάσει όσο κι αν θέλει να μου ξεφύγει [12].

 

Η Δόνια Λορένθα πάει μέσα.

 

Κριστίνα : Κύριε θείο , δεν είδατε πως μας έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα; Νομίζω πως θα ψάξει μια αμπάρα να σφαλίσει γερά την πόρτα.

 

Η Δόνια Λορένθα, από μέσα.

 

Δόνια Λορένθα:   Κριστινούλα; Κριστινούλα;

Κριστίνα :  Τι θέλετε θεία;

Δόνια Λορένθα:   Αν ήξερες τι μορφονιό [13]  μου έχει δώσει η καλή μου τύχη! Λεβέντη, νέο, μαυρομάλλη, και ευωδιάζει η ανάσα του μυριάδες ανθούς πορτοκαλιάς!

Κριστίνα :  Χριστέ και Κύριε, τι χαζομάρες,  τι παιδιαρίσματα! Μήπως χάσατε τα λογικά σας θεία μου;

Δόνια Λορένθα:   Όχι μια χαρά είναι το μυαλό μου , στη θέση του• και στ’ αλήθεια, αν τον έβλεπες, θα αγαλλίαζε η ψυχή σου!

Κριστίνα :  Χριστέ και Κύριε, τι χαζομάρες,  τι παιδιαρίσματα! Μαλώστε τη θείε, γιατί δεν θα ‘πρεπε να τολμά, ούτε για αστείο,  να λέει τέτοιες ξετσιπωσιές.

Κανιθάρες: Σαχλαμαρίζεις, Λορένθα; Λοιπόν, αλήθεια, δεν έχω καμιά όρεξη να δεχτώ τέτοια αστεία.

Δόνια Λορένθα:    Αλήθεια λέω, τόσο αλήθεια που πιο αλήθεια δεν γίνεται.

Κριστίνα :  Χριστέ και Κύριε, τι χαζομάρες , τι παιδιαρίσματα! Και δεν μου λέτε θεία, μήπως έχετε μέσα και το παπαγαλάκι μου;

Δόνια Λορένθα:  Όχι, ανιψιά•  όμως την άλλη φορά θα έρθει,  αν θέλει η Ορτιγκόσα, η γειτόνισσα.

Κανιθάρες:  Λορένθα, λέγε ό,τι θες, όμως μη βάζεις στο στόμα σου τη λέξη «γειτόνισσα», τρέμω σύγκορμος σαν την ακούω.

Δόνια Λορένθα:  Κι  εγώ το ίδιο από την αγάπη που της έχω.

Κριστίνα :  Χριστέ και Κύριε, τι χαζομάρες ,  τι παιδιαρίσματα!

Δόνια Λορένθα:  Τώρα είδα καλά ποιος είσαι , καταραμένε παλιόγερε• ως εδώ και μη παρέκει ,   που  ζούσα  μαζί σου μες στο ψέμα.

Κριστίνα :  Μαλώστε τη, θείε, μαλώστε τη• έχει χάσει κάθε ίχνος ντροπής.

Δόνια Λορένθα:  Να πλύνω θέλω , ενός μορφονιού  το χνούδι του προσώπου του   με ροδόνερο, γιατί η όψη του είναι σαν αγγέλου ζωγραφιστή.

Κριστίνα :  Χριστέ και Κύριε, τι χαζομάρες , τι παιδιαρίσματα! Τσακίστε  την στο ξύλο, θείε.

Κανιθάρες:  Δεν θα τσακίσω  αυτήν αλλά την πόρτα που μου την κρύβει.

Δόνια Λορένθα:  Δεν βλέπω τον λόγο: να δείτε εδώ, είναι ανοιχτή• κοπιάστε και θα δείτε πως είναι αλήθεια τα όσα λέω.

Κανιθάρες:  Αν και ξέρω πως με περιπαίζεις, ναι θα μπω για να διώξω τον θυμό σου.

 

Καθώς μπαίνει ο Κανιθάρες, του ρίχνει το ροδόνερο στα μάτια• εκείνος πάει να καθαριστεί• τρέχουν να τον βοηθήσουν η Κριστίνα  και η Δόνια Λορένθα, και στο μεταξύ  βγαίνει ο όμορφος νέος  και φεύγει.

 

Κανιθάρες: Για όνομα του Θεού, παραλίγο να με τυφλώσεις Λορένθα! Διαλομένα  είναι τα αστεία που πάνε να βλάψουνε  τα μάτια.

Δόνια Λορένθα:  Δείτε με ποιον με πάντρεψε η τύχη μου, τον πιο  φθονερό άνθρωπο του κόσμου! Δείτε πως πίστεψε στα ψέματα μου, τόσο καχύποπτος που είναι εξαιτίας της ζήλιας του,  έτσι κακή, στραβή κι ανάποδη είναι η τύχη μου! Πληρώστε εσείς μαλλιά της κεφαλής μου τα χρωστούμενα τούτου του γέρου• κλάψτε εσείς, μάτια μου, τα φταιξίματα αυτού του καταραμένου• δείτε τι συμβαίνει με το όνομα και την τιμή μου  αφού από τις υποψίες, βεβαιότητες φτιάχνει, από τις κοροϊδίες, αλήθειες, και από τα χωρατά , κατάρες.  Αχ, και να μου ξεριζωνόταν η ψυχή!

Κριστίνα :  Θεία, μη βγάζεις τέτοιες φωνές γιατί θα μαζευτεί ολάκερη η γειτονιά.

 

Από  έξω.

 

Δικαιοσύνη: Ανοίχτε τούτες τις πόρτες! Ανοίχτε αμέσως• αλλιώς θα τις γκρεμίσουμε

Δόνια Λορένθα:  Άνοιξε Κριστίνα, κι ας μάθει όλος κόσμος για την αθωότητα μου και την μοχθηρία αυτού του παλιόγερου.

Κανιθάρες: Δόξα σοι ο Θεός και πάνω που πίστεψα που αστειευόσουν! Λορένθα, πάψε!

 

Μπαίνει ο δικαστικός κλητήρας, οι μουσικοί, ο χορευτής και η Ορτιγκόσα

 

Κλητήρας:  Τι είναι όλα  αυτά; Τι χαλασμός είν’ τούτος;  Ποιος φωνάζει εδώ πέρα;

Κανιθάρες: Κύριε μου, δεν είναι τίποτα•  ένας τσακωμός μεταξύ συζύγων, από εκείνους  που γρήγορα περνούνε.

Μουσικός:  Για όνομα του Θεού! Βρεθήκαμε  οι σύντροφοι  μου κι εγώ , που είμαστε μουσικοί, εδώ παρά δίπλα, στο γλέντι ενός γάμου, κι ακούσαμε τις φωνές και σπεύσαμε , με μια κάποια έκπληξη, νομίζοντας πως για κάτι άλλο πρόκειται.

Ορτιγκόσα:  Κι εγώ τα ίδιο, μα την αμαρτωλή ψυχή μου.

Κανιθάρες:  Λοιπόν, στ’  αλήθεια, κυρά Ορτιγκόσα, αν δεν ήσασταν εσείς, δεν θα είχε γίνει τίποτα από όσα ήδη έχουν γίνει.

Ορτιγκόσα:  Οι αμαρτίες μου θα φταίνε• αφού  τόσο δυστυχισμένη είμαι, που χωρίς να ξέρω πως  και από που, τραβάνε   πάνω μου των αλλονών τα κρίματα.

Κανιθάρες:  Αξιότιμοι κύριοι πηγαίνετε στο καλό και μην ξαναγυρνάτε, σας ευχαριστώ  για το ειλικρινές σας ενδιαφέρον•  αφού εγώ κι η γυναίκα μου θα τα βρούμε μια χαρά.

Δόνια Λορένθα:  Ναι, θα τα βρούμε, αν ζητήσει πρώτα συγγνώμη από τη γειτόνισσα, σε περίπτωση που κάτι άσχημο σκέφτηκε για κείνη.

Κανιθάρες:  Αν για όλες τις γειτόνισσες  που εγώ έχω σκεφτεί κάτι άσχημο έπρεπε να ζητώ συγγνώμη , δεν θα έπαιρνα ποτέ τέλος•  όμως  εντάξει, με τούτα και με τ’ άλλα  εγώ ζητάω συγγνώμη από την Ορτιγκόσα

Ορτιγκόσα:  Συγχωρεμένος να είσαι από τούδε και στο εξής.

Μουσικός: Λοιπόν , αλήθεια, για να μην βρισκόμαστε εδώ άσκοπα: παίξτε συντρόφια μου, κι ας χορέψει ο χορευτής,  κι όλα μέλι γάλα να γίνουν με το τραγούδι αυτό.

Κανιθάρες:  Κύριοι, δεν θέλω μουσική: ας πούμε πως παίξατε ήδη.

Μουσικός:  Λοιπόν, κι ας  μη θέλετε εσείς:

 

Του Αη- Γιάννη το νεράκι

μας στερεί ψωμί,  κρασάκι,

του Αη- Γιάννη οι καυγάδες

διώχνουνε άλλους μπελάδες,

όλη η χρονιά

όμορφα κυλά.

Δεν θα  βρεις εργάτη χέρια

αν πέσει στη σπορά βροχή

στ’ αμπέλι που παίρνει και καρπεί

να σηκώσουν τα πανέρια.

Του Αη- Γιάννη οι καυγάδες

διώχνουνε άλλους μπελάδες

Αν συμβούν κείνη τη μέρα

όλη η χρονιά

όμορφα κυλά.

 

Χορεύει

Όταν ο λίβας  ζεματάει

τότε ο θυμός ξεσπάει.

Σαν περάσει και σαν πάει

σβήνει στην καρδιά.

Και δεν είναι ψέμα να το λες:

του Αη- Γιάννη οι καυγάδες

διώχνουνε άλλους μπελάδες,

όλη η χρονιά

όμορφα κυλά.

 

Μες στους γάμους οι καυγάδες

πάντα θα ‘ναι σαν κι αυτόν

γοργά περνούν στο  παρελθόν

και  αρχίζουν οι γλυκάδες .

Ήλιος βγαίνει απ’ τα νέφη

χαρωπός μας σιγογνέφει.

Του Αη- Γιάννη οι καυγάδες

διώχνουνε άλλους μπελάδες,

όλη η χρονιά

όμορφα κυλά.

 

 

Κανιθάρες:  Για  δείτε  άρχοντες μου πως μ’ έχει φέρει χίλιες βόλτες, ξανά και ξανά,  μια γειτόνισσα, κι αν έχω ή δεν έχω δίκιο που δεν  αισθάνομαι άνετα  μαζί της.

Δόνια Λορένθα:   Κι ας μην βλέπει με μάτι καλό, ο άντρα μου, τις γειτόνισσες, εγώ κυρές γειτόνισσες σκύβω και τα χέρια σας φιλώ.

Κριστίνα : Κι εγώ παρομοίως• αλλά αν η κυρά γειτόνισσα μου ‘χε φέρει το παπαγαλάκι, εγώ θα την είχα ακόμη πιο ψηλά• κι άντε στην ευχή του Θεού να πάτε, κυρές γειτόνισσες.

 

 

ΤΕΛΟΣ

************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

O Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (1547-1616)   εκτός από τα  πολύ γνωστά  μυθιστορήματα ,   παγκόσμιας εμβέλειας,   έγραψε επίσης ποίηση και θέατρο. Η θεατρική του παραγωγή, που ξεπερνάει σε αξία  την ποιητική αλλά σε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα μυθιστορήματα του, και ιδιαίτερα τον Δον Κιχώτη,  έχει γραφτεί σε διαφορετικές εποχές και μεγάλο  μέρος των έργων  της πρώτης του φάσης δεν έχει διασωθεί.  Κάποιοι  μελετητές  θεωρούν πως κάποια γραφτήκανε την περίοδο που ήτανε φυλακισμένος στην Αλγερία (1575-1580), όπου παραδόξως γλίτωσε την εκτέλεση παρόλο που επιχείρησε, ανεπιτυχώς,  ουκ ολίγες  φορές να αποδράσει. Ωστόσο  η  επικρατούσα άποψη  είναι πως,  ακόμη κι αν δεχτούμε πως είχε στη διάθεση του τα απαραίτητα υλικά (μελάνι, χαρτί, πένες κλπ),  ήταν  μάλλον απίθανη η διάσωση των χειρογράφων σε τόσο αντίξοες συνθήκες φυλάκισης.

Η περίοδος της ώριμης θεατρικής  δημιουργίας  του λαμβάνει χώρα την εποχή που διαπρέπει η μορφή του Λόπε ντε Βέγκα (1562-1635). Mε συνολικά 1200 έργα από τα οποία διασώζονται περίπου 700, o Λόπε ντε Βέγκα, επονομαζόμενος και ως «Τέρας της Φύσης», δραστηριοποιήθηκε συγγραφικά στην καρδιά του ισπανικού χρυσού αιώνα,  και  όσον αφορά το θέατρο επισκίασε τους πάντες με την πλούσια και μεγάλη σε αξία συγγραφική παραγωγή αλλά και με τις τεράστιες καινοτομίες που εισήγαγε και οι οποίες σημαδέψανε το Ισπανικό θέατρο για τους επόμενους αιώνες. Έτσι,   όσο κι αν ο Θερβάντες επιχείρησε αρχικά να τον αμφισβητήσει,  αναγκάστηκε τελικά να τον ακολουθήσει όσον αφορά τις  προαναφερόμενες αλλαγές. Καρπός της μεταστροφής του είναι οι οχτώ κωμωδίες (έργα μεγάλης έκτασης που συνδυάζουν  κωμικά και δραματικά στοιχεία) που δημοσίευσε μαζί με τα οχτώ ιντερμέδια (εμβόλιμα έργα μικρής έκτασης, κυρίως φάρσες, που παίζονται στο διάλλειμα, για να διασκεδάσουν τους θεατές,   μεταξύ πρώτης και δεύτερης πράξης σε μια κωμωδία)  που ουδέποτε τα είδε να παρουσιάζονται  επί σκηνής.

Σε γενικές γραμμές πάντως, παρόλο που η θεατρική παραγωγή  του Θερβάντες είναι καταδικασμένη να βρίσκεται στη σκιά τόσο των δικών μυθιστορημάτων όσο και σε αυτή της θεατρικής δουλειάς άλλων σύγχρονων του, σπουδαίων  συγγραφέων της χώρας του, η αξία της και τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά δεν αμφισβητούνται.

Τα ιντερμέδια (entremeses), παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις κωμωδίες.  Δεν είναι γραμμένα σε έμμετρο στίχο ωστόσο διακρίνονται για τη ζωντάνια τους, τον ευχάριστο ρυθμό τους αλλά και τον  σκωπτικό τους λόγο. Πάνω τους  είναι εμφανής η επιρροή ενός συγγραφέα τον οποίο ο Θερβάντες θαύμαζε πολύ, του Λόπε ντε Ρουέδα (1510-1565). Πίσω από το έντονα κωμικό στοιχείο των συγκεκριμένων έργων, ο Θερβάντες,   ασκεί  την κριτική του, ενίοτε έντονη, στις κοινωνικές αξίες της εποχής. Οι χαρακτήρες των έργων συνήθως αντιπροσωπεύουν άτομα του περιθωρίου ή των λιγότερων ευνοημένων κοινωνικών τάξεων.

Ανάμεσα τους  βρίσκεται το έργο  της παρούσας δημοσίευσης, Ο ζηλιάρης γέρος,  που καταπιάνεται με ένα θέμα όπου αποτελεί σταθερή επωδό  στη θεατρική θεματολογία του Θερβάντες: τις  σχέσεις μέσα στον έγγαμο βίο μεταξύ ενός ηλικιωμένου άντρα (που συνήθως είναι εξαπατημένος) και μιας πολύ νέας γυναίκα. Αν κάτι το διαφοροποιεί ωστόσο από τα υπόλοιπα έργα με παρόμοια θεματική, και το καθιστά κατά κάποιον τρόπο ανομοιογενές ως προς  το σύνολο του έργου του,  είναι ο ιδιαίτερα  γλαφυρός και ενίοτε σκληρός τόνος που χρησιμοποιεί, μάλλον ασυνήθιστος στη θεατρική του γραφή.

 

******************************************************************************************

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

[1] Αναφέρεται στον Κανιθάρες, τον σύζυγο της

[2] Παροιμία που στην προκειμένη περίπτωση εννοεί πως μπορεί κάποια στιγμή να κληρονομήσει τον μεγάλης ηλικίας άντρα της και να παντρευτεί με κάποιον νεότερο της.

[3] Αναφέρεται στους ανάγλυφους σταυρούς που φέρανε τα νομίσματα της εποχής.

[4] Αναφορά στον τερατόμορφο γίγαντα της Ελληνικής μυθολογίας

[5] Λαϊκό άσμα, ιδιαίτερα γνωστό στην εποχή του.

[6] Κρείσσον γαρ έστιν γαμήσαι ή πυρούσθαι (Προς Κορινθίους Ζ’, 9)

[7] Δηλαδή η φιλία να μη βάζει σε κίνδυνο όσα επιτάσσει η θρησκεία

[8] To όνομα της γειτόνισσας Hortigosa παραπέμπει ευθέως στην ισπανική λέξη ortiga, που σημαίνει τσουκνίδα.

[9] Ήρωες του ιπποτικού επικού ποιήματος: «Ο Μαινόμενος Ορλάνδος»

[10] Παρομία της εποχής

[11]  Χρυσό νόμισμα του οποίου η αξία διέφερε σύμφωνα με τις εποχές.

[12] Παροιμία που έχει  την έννοια της ανελέητης εκδίκησης σε ανταπόδοση  κάποιας δυσαρέσκειας που έχει προηγηθεί.

[13] Εδώ επιχειρείται μια εξαπάτηση μέσω της αλήθειας, η οποία δεν γίνεται πιστευτή (από τον Κανιθάρες) αφού ουσιαστικά εκλαμβάνεται ως ένα συμβάν που είναι αδύνατο να συμβεί. Πρόκειται για σχήμα  ευρέως χρησιμοποιούμενο στην εποχή τού Μπαρόκ.