Τα τελευταία χρόνια έχουν φανερωθεί σκανδαλώδεις υποθέσεις λογοκλοπής, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας διάλογος πάνω σ’ αυτό το θέμα και να ακουστούν απόψεις που άλλες καυτηριάζουν το φαινόμενο και άλλες το υποστηρίζουν. Βέβαια, το ζήτημα δεν είναι πρωτοφανές, αφού από την εποχή του Σέξπιρ είχαν ήδη επισημανθεί ανάλογες πρακτικές.

 

Στις μέρες μας, όμως, φαίνεται πως τα πάντα γίνονται απροκάλυπτα, πιο γρήγορα γνωστά και η κριτική που ασκείται σε λογοκλόπους συγγραφείς πιο άμεση. Εκτός από τη Γαλλίδα Μαρί Νταριουσέκ, τη Βρετανίδα Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, συγγραφέα του Χάρι Πότερ, τελευταία προστέθηκε και η νεαρότατη Γερμανίδα Χέλεν Χέγκεμαν, η οποία τον περασμένο Ιανουάριο δημοσίευσε το βιβλίο της «Axoloti Roadskill» το οποίο σύντομα έγινε μπεστ σέλερ. Αποκαλύφθηκε όμως πολύ γρήγορα – όπως διαβάζουμε σε ένα μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού Courrier International, για το θέμα, πως το πόνημά της δεν ήταν παρά μια αντιγραφή κειμένων κάποιου ανώνυμου μπλόγκερ, γνωστού μόνο με το ψευδώνυμο Airen, και έτσι η Χέγκεμαν, που ήταν φαβορί, στη Γιορτή Βιβλίου της Λιψίας.

«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ολοκληρωμένοι ποιητές κλέβουν» έλεγε ο Τ.S. Elliot. Ομως, από πότε; Ηδη από το 1592, ο Αγγλος συγγραφέας Robert Greene, σε ένα λιβελογράφημά του, λίγο πριν πεθάνει, λύνει τους λογαριασμούς του με πολλούς «συναδέλφους» του και ειδικά με κάποιον του οποίου η απρόσμενη επιτυχία τον είχε δυσαρεστήσει. Επρόκειτο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για τον Ουίλιαμ Σέξπιρ. Τον χαρακτηρίζει, λοιπόν, αριβιστή και λογοκλόπο. Αυτή η καταγγελία ενός ανθρώπου που -ειρήσθω εν παρόδω- θεωρείται ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή ο πρώτος συγγραφέας που έζησε κερδίζοντας χρήματα από τα γραπτά του, δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, ο Σέξπιρ πληγώθηκε από τη στάση τού Greene, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τους επιγόνους του να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Ο Milton αντέγραψε τον Masenius· αργότερα, ο Laurence Sterne έκανε το ίδιο με τον Robert Burton, ο Samuel Coleridge με τον Schelling και ο Τ.S. Elliot με όλον τον κόσμο. Ο Tolkien εμπνεύστηκε κατά πολύ από τις ιστορίες των βόρειων χωρών και 140 χρόνια αργότερα, δηλαδή σήμερα, εξακολουθούμε να αναλύουμε το πρόβλημα και να διαπιστώνουμε πως η αντιγραφή ή η λογοκλοπή είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα της λογοτεχνίας. Κανείς συγγραφέας, αν είναι ειλικρινής, δεν θα αρνηθεί πως αν πέσει το μάτι του πάνω σε κάτι καλό από το έργο κάποιου άλλου συναδέλφου του, συνειδητά ή μη, δεν θα διστάσει να το σημειώσει, να το βάλει σε κάποιο αρχείο του γα τις «δύσκολες μέρες». Οταν πιάστηκε ο Βιργίλιος να υποκλέπτει κάποια σημεία από ένα έργο του Quintus Ennius, ο μεγάλος ποιητής είχε δηλώσει πως δεν έκανε τίποτε άλλο από το να «ξεχωρίζει κάποια διαμαντάκια μέσα από τα σκατά του Ennius». Και πράγματι, σήμερα ποιος γνωρίζει τον Ennius;

Οι σύγχρονοι συγγραφείς πρέπει να έχουν τον νου τους. Στη Βρετανία, εκτός από τη Rowling, τόσο ο Ian McEwan όσο και ο Graham Swift και η Ρ.D. James έχουν κατηγορηθεί για λογοκλοπή.

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η νομοθεσία προέβλεψε την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όμως με την εξέλιξη των νέων τεχνολογιών τα πράγματα άλλαξαν. Αίφνης, η μαζική κατανάλωση κι η αναπαραγωγή του πρωτότυπου «περιεχομένου» ανατρέπουν αυτό το νομοθετικό πλαίσιο και μάλιστα κάποιοι Αμερικανοί πανεπιστημιακοί, ελεύθερα πνεύματα, όπως ο James Boyle και ο Lawrence Lessing, επεξεργάστηκαν ριζοσπαστικές θεωρίες πάνω στο τι είναι αποδεκτό ή μη, στο Far West των πνευματικών δικαιωμάτων.

Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Jonathan Lethem σε ένα κείμενό του υπερασπίζεται σθεναρά τη λογοκλοπή, την αντιγραφή και κάθε είδους καλλιτεχνικά δάνεια, τα οποία θεωρεί απαραίτητα για τη διάρκεια και ολοκλήρωση ενός έργου. Να τι γράφει σε άρθρο του στο Harper’s Magazine, της Νέας Υόρκης:

«Η λεηλασία και η λογοκλοπή εδώ και πολύ καιρό αποτελούν μέρος της λογοτεχνίας. Οταν ήμουν 13 χρόνων είχα αγοράσει μια ανθολογία κειμένων της beat generation. Αμέσως ανακάλυψα με μεγάλο ενδιαφέρον κάποιον Ουίλιαμ Μπάροουζ, συγγραφέα κάποιου “Γυμνού Γεύματος”. Ο Μπάροουζ ήταν ο πιο ριζοσπαστικός συγγραφέας εκείνης της εποχής. Τίποτε από όλα όσα είχα διαβάσει έως τότε δεν μου είχε προκαλέσει το αίσθημα των απέραντων δυνατοτήτων της γραφής. Αργότερα, προσπαθώντας να καταλάβω την επίδραση που είχε επάνω μου, ανακάλυψα πως ο Μπάροουζ είχε ενσωματώσει στο έργο του κομμάτια από κείμενα άλλων συγγραφέων, κάτι που οι καθηγητές μου θα είχαν σίγουρα χαρακτηρίσει λογοκλοπή. Γνώριζα πλέον πως η μέθοδος του “cut-up”, όπως την ονόμαζε ο Μπάροουζ, ήταν ουσιαστική γι’ αυτό που είχε κατά νου και για το οποίο ήταν κυριολεκτικά πεισμένος πως είχε να κάνει με μαγεία. Ο Μπάροουζ μετρούσε τον κόσμο οπλισμένος με ένα ψαλίδι και έναν κουβά κόλλα, κι όμως δεν είχε καμία σχέση με λογοκλόπο.

Οι μουσικοί των μπλουζ και της τζαζ “κολυμπούν” εδώ και καιρό σε ένα είδος ελεύθερης κουλτούρας, στην οποία προϋπάρχοντα μελωδικά κομμάτια έχουν ξαναδουλευτεί με ελεύθερο τρόπο. Η τεχνολογία διεύρυνε περαιτέρω το πεδίο των πιθανών εναλλακτικών. Οι μουσικοί έχουν πια την εξουσία να αναπαράγουν ήχους δημιουργώντας πολλές μουσικές εκδοχές, αντί απλώς να τους υπαινίσσονται.

Το κολάζ ήχων, εικόνων και κειμένων, που επί αιώνες υπήρξε μια αμφισβητούμενη τάση, κέρδισε μια εξαιρετικά κεντρική θέση σε μια σειρά κινημάτων του 20ού αιώνα: φουτουρισμού, κυβισμού, ντανταϊσμού, σιτουασιονισμού, ποπ αρτ, και του κινήματος της αντιγραφής. Εκ των πραγμάτων, το κολάζ, κοινός παρονομαστής αυτής της λίστας, θα μπορούσε να ήταν η κατ’εξοχήν καλλιτεχνική μορφή του 20ού αιώνα.

Καθώς συσσωρεύονται παραδείγματα, καθίσταται σαφές πως η αντιγραφή, η απομίμηση, η παράθεση αποσπασμάτων είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια κατάσταση εκ των ων ουκ άνευ, της δημιουργικής πράξης που υπερβαίνει όλες τις μορφές και όλα τα είδη.

Η εταιρεία Walt Disney οικειοποιήθηκε έναν τεράστιο κατάλογο με έργα άλλων καλλιτεχνών: Χιονάτη, Φαντασία, Σταχτοπούτα, Πίτερ Παν, Η Ωραία Κοιμωμένη και πολλά άλλα, τα οποία φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Αυτή την περίεργη συμπεριφορά, δηλαδή να «κλειδώνεται» ένα κοινό πολιτισμικό αρχείο προς όφελος ενός ιδιοκτήτη ή μιας εταιρείας, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε “ιμπεριαλιστική λογοκλοπή”, όπως συμβαίνει και με την ελεύθερη χρήση των έργων τέχνης και των τεχνοτροπιών του τρίτου κόσμου ή των “πρωτόγονων” από πιο προνομιούχους καλλιτέχνες. Παράδειγμα, οι “Δεσποινίδες της Αβινιόν” του Πικάσο ή κάποιο άλμπουμ του Πολ Σάιμον ή του Ντέιβιντ Μπερν: ακόμη και χωρίς να παραβιάζονται οι νόμοι περί συγγραφικών δικαιωμάτων, αυτοί οι δημιουργοί αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό όταν έγινε αντιληπτό ότι είχαν αντιγράψει άλλους καλλιτέχνες.

Πριν από μερικά χρόνια, είχε προγραμματιστεί σε μια αίθουσα ενός πολιτιστικού κέντρου ένα αφιέρωμα των ταινιών του Dariush Mehrjui, ενός πολύ μεγάλου Ιρανού σκηνοθέτη που στις ταινίες του προσεγγίζει θέματα που αφορούν τις στενές σχέσεις στον κύκλο των εύπορων διανοουμένων. Είναι περιττό να επισημάνω πόσο σπάνια μας δίνεται μια τέτοια ευκαιρία. Καθώς πήγαινα να δω μια ταινία του, μια προσαρμογή του έργου του Σάλιντζερ «Franny and Zooey», μαθαίνω πως η προβολή είχε αναβληθεί λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είχε λάβει η πλευρά του συγγραφέα. Ασφαλώς τα συγγραφικά δικαιώματα του έργου ανήκαν στον Σάλινγκερ, αλλά για ποιο λόγο να ενοχληθεί ο συγγραφέας επειδή ένας ελάχιστα γνωστός Ιρανός σκηνοθέτης τιμά το έργο του;

`

Α΄  Δημοσίευση: