
`
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
“Ο ασφαλέστερος τρόπος να εξουδετερώσεις το ωραίο είναι να το σφιχταγκαλιάσεις, μέχρι να το σκάσεις. Να τυλίξεις, κατόπιν, το ταριχευμένο πτώμα σε φαντασμαγορικό μύθο, ώστε να το θεωρούν όλοι τόσο αδιάφορα οικείο, που να μην έχουν πια διάθεση μέθεξης. Πάνε πια χρόνια, που ο μύθος, το παραμύθι, σήμαινε παράδοση, ανθρώπινη ανάσα και ψυχαγωγία, ομορφιά και ανάταση, συμβολισμό και προετοιμασία ψυχής για πικρές στιγμές, αλλά μεγάλες αλήθειες. Ακολουθώντας τα μέτρα πληθωρικής εποχής κατάντησε: Λαμπερό, μαγεμένο ψέμα για πρόσκαιρη παραπλάνηση από την ζοφερή πραγματικότητα, διαρκή παραίτηση από κάθε ελπίδα και αγώνα.
Αν το λαϊκό αστικό τραγούδι δραπετεύει από το σιδερόφρακτο κελί του κανόνα, δεν σημαίνει ότι δεν τον επιβεβαιώνει η εξαίρεση. Είναι θέμα διαχρονικής απεικόνισης της ζωής, απαράμιλλης ποιότητας, ταύτισης με τον λαό. Είναι που αφήνει διώκτες και κατά συνθήκη ερευνητές στο μαυσωλείο, το οποίο δεκαετίες του κτίζουν. Σεργιανά αδιάλειπτα στον ελληνικό κόσμο. Αλίμονο αν, όποιος πλημμυρίζει κέφι ή βαλαντώνει από καημό, αναζητεί την… προσήκουσα θεωριούλα για να τον τραγουδά!
Το λαϊκό αστικό τραγούδι, το επονομαζόμενο λαθεμένα ρεμπέτικο, είναι η διαρκής ποιοτική μετεξέλιξη της δημοτικής μελωδικής προίκας στην κοινωνική πορεία από την αγροτική κοινότητα στην πόλη, στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Αλέθει συνεχώς καινούρια στοιχεία, που συναντά στο διάβα της, εκφράζει τις νέες συνθήκες, τις ανάγκες και τους καημούς. Γεννοβολά πρωτότυπο έργο, καθώς την κατεργάζονται χαρισματικοί δημιουργοί. Δεκάδες επώνυμοι συνθέτες, στιχουργοί και εκτελεστές! Εκατοντάδες τρίλεπτα αριστουργήματα. Ποιος ξέρει, πόσες χιλιάδες ανώνυμοι παιχνιδιάτορες. Εκατομμύρια ακροατές. Είναι η ομορφότερη απαντοχή και έκφραση του λαού μας κατά τον 20ό αιώνα. Ο αυθεντικότερος καθρέφτης της άκρως προβληματικής μας κοινωνίας.
Περιθώριο ονομάζουν η άρχουσα τάξη και ορισμένοι διανοούμενοι τους λαϊκούς πληθυσμούς. Έτσι τους θέλουν μια ζωή στην Ελλάδα. Αφού οι αστοί με τα τσιράκια τους κρατούν στα χέρια τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους άλλους ιδεολογικούς μηχανισμούς, είναι αδύνατο να περνά διαφορετική άποψη, πλην της εκ της εξουσίας εκπορευόμενης. Όταν μάλιστα την σιγοντάρει φάλτσα η αριστερή ηγεσία. Μόνο που τα δύσκολα εκείνα χρόνια το μαζικό «περιθώριο» δημιουργεί αθάνατο πολιτισμό, που βάφει ανεξίτηλα την συνείδηση της κοινωνίας.
Το καημένο, το κυνηγημένο, ξεχασμένο… ρεμπέτικο! Ευτυχώς το εξευγενίζουν, το σώζουν από την αφάνεια μεταγενέστεροι συνθέτες! Πολλές φορές ξαναζεσταμένη η άνοστη «σούπα» διαρκώς σερβίρεται για να στερεί από τους νεότερους το μεδούλι του λαϊκού πολιτισμού. Οι μάγειροι συγχέουν σκόπιμα την απαξίωση του τραγουδιού από την εξουσία, τις απαγορεύσεις, που προωθεί ο κατασταλτικός μηχανισμός, όχι μόνο ως προς το «ρεμπέτικο», αλλά και προς κάθε τι λαϊκό, με την δημοτικότητα, την οποία έχει αυτό το μουσικό είδος στον λαό. Η ξενόδουλη άρχουσα τάξη παραμένει αντιλαϊκή και στην κουλτούρα.
Ορισμένοι διανοητές, τότε και τώρα, μετρούν το τραγούδι με το υποδεκάμετρο της, κατά το δοκούν, ελληνικότητας. Δήθεν, για να επιβεβαιώνουν την καθαρότητα του «ελληνικού ρεμπέτικου» από κάθε ανατολίτικο στοιχείο! Υπερασπίζονται, τάχα, την ανωτερότητά μας από τους… απολίτιστους Τούρκους! Όταν η βαλκανική προίκα υφαίνεται συλλογικά σε αμέτρητους αργαλειούς, από άπειρους τεχνίτες, κανείς δεν εκδηλώνει το αίσθημα της ιδιοκτησίας και το ψώνιο της μοναδικότητας. Ξεδιψούν στο κοινόχρηστο ποτάμι, που ποτίζει όλα τα μποστάνια. Μετά. οι εξουσίες εκδίδουν πλαστά πιστοποιητικά γνησιότητας, αζήτητα, ψευδεπίγραφα δελτία ταυτότητας.
Ως πότε, άραγε, πρέπει να βασανιζόμαστε από φρικτές ενοχές, επειδή ο Ελληνισμός… συναγελάζεται με «βαρβάρους»; Να νοιώθουμε κόμπλεξ, γιατί ο φταίχτης τόσων υπέροχων «κακών», ο Διόνυσος, έρχεται από την Ανατολή και ο Ορφέας από την Θράκη; Και αν ακόμα, ανοήτως θεωρούμε τους γείτονες –και τους Τούρκους- μεταφορείς πολιτιστικών προϊόντων, πρέπει να τους αντικρίζουμε, με τα φιλικά αισθήματα του συνοδοιπόρου, αφού δανείζονται, μοιράζονται με τους προγόνους μας, συνεταιρικά δουλεύουν την πανέμορφη παράδοση. Πρωτεύον δεν είναι τα δάνεια, που παίρνει το λαϊκό αστικό τραγούδι –κάθε καλλιτεχνικό είδος- αλλά πώς τα… επενδύει.
Το βαφτίζουν αταίριαστα ρεμπέτικο. Στο όνομα χάνεσαι; Άστοχες, ευπρόσβλητες συμβάσεις επικοινωνίας οι λέξεις. Δεν θα είχε σημασία, όπως και να λεγόταν. Το πρώτο ή το έσχατο είναι είδος, που η ονομασία συνιστά φυλακή, ακύρωση ευρύτατου περιεχομένου; Το κίβδηλο, όμως, όνομα γίνεται αφετηρία και πρόσχημα ανιστόρητων απόψεων.
Μέχρι να μάθουμε να πετάμε το λεξικό και το μικροσκόπιο και να αρμενίζουμε με το καλοτάξιδο σκαρί του λαϊκού τραγουδιού. Όπως εύστοχα σημειώνει σε αθηναϊκή εφημερίδα, Οκτώβριος 1911, ανώνυμος κανταδόρος: «Η μουσική είναι άχτι, το βγάζεις που το λες και ανάβεις φωτιά σε εκείνον που το ακούει». Είναι, ίσως, η στιγμή, που ο μύθος ξαναποκτά και στις συγχυσμένες μέρες μας την παλιά, παντοτινά επίκαιρη, ζωοποιό σημασία. Την τεχνουργό του δύναμη!”
`
***********************************************************************
`
Οι απαρχές του τραγουδιού από τους αρχαιοελληνικούς τρόπους στα αραβοπερσικά μακάμια, στους βυζαντινούς ήχους και στα μυστήρια «ρεμπέτικα» καραντουζένια. Οι μουσικές διεργασίες στην εκκλησιαστική και κοσμική μουσική του Βυζαντίου. Οι Ρωμιοί συνθέτες της Πόλης και οι ασίκηδες της Ανατολής.
Οι αναζητήσεις στο νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο. Οι πρώτες βεγγέρες. Κλέφτικα και άλλα δημοτικά άσματα εναντίον βαυαρικών εμβατηρίων. Τα πρώτα λαϊκά μουσικά αστικά πειράματα και η ανίατη ξενομανία της άρχουσας τάξης. Η μουσική στο Κωμειδύλλιο και στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση. Οι έντιμες πλην ατελέσφορες προσπάθειες των συνθετών της Επτανησιακής και της Αθηναϊκής Καντάδας. Τα τραγούδια του Καραγκιόζη.
Η περιφρονημένη από την εξουσία δημοτική παράδοση που όσο την πολεμά η άρχουσα τάξη τόσο καρπίζει πρωτότυπο έργο και διαρκώς μετουσιώνεται στο λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων. Για πρώτη φορά αναλύεται σε βάθος ο μηχανισμός μετάβασης από το δημοτικό στο «ρεμπέτικο» τραγούδι.
Οι φυλακές, ο στρατώνας, οι συντεχνίες και η συμβολή τους στην λαϊκή μούσα. Τι τραγουδάνε οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστες, που παίρνουν το δρόμο για τα αμερικάνικα σκλαβοπάζαρα;
Ο «βραχνάς» της ανατολικής μουσικής στην Αθήνα με βάση τα θεάματα των εφημερίδων μετά το 1855 και οι επιμειξίες της με τα ελλαδίτικα την ίδια εποχή τραγούδια. Η ανάδυση του Πειραιά σαν το κέντρο της λαϊκής πολιτιστικής ζωής.
«Σμυρναίικα» και «Πειραιώτικα» «ρεμπέτικα». Η «Τετράς η Ξακουστή, του Πειραιώς». Η λογοκρισία. Ο μύθος του χασικλίδικου ρεμπέτικου. Το κοσμικό …περιθώριο του λεγόμενου ελαφρού τραγουδιού.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το τραγούδι. Το ολέθριο παραμύθι της «Τραγουδίστριας της Νίκης» και τα αληθινά τραγούδια με τα οποία πολεμά και αντιστέκεται ο λαός. Το «ρεμπέτικο» η μοναδική απαντοχή στο άθλιο μετεμφυλιακό κλίμα υπερβαίνει την φασιστική λογοκρισία.
Ο …διάλογος των προκατειλημμένων κωφών για το «ρεμπέτικο» από το 1947 μέχρι σήμερα.
Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι του Γιώργου Σταθόπουλου.
`
Ο Σώτος Αλεξίου φιλοτέχνησε σχέδια χαρακτηριστικά της ατμόσφαιρας της εποχής και ο Νίκος Μπλαζάκης φιγούρες Καραγκιόζη.
`









