`

Η ΑΙΘΟΥΣΑ «ΖΩΗ»

Στο κεντρικό μουσείο
της πόλης μας
νοιώσαμε
στα ρουθούνια μας
την οσμή του θανάτου.

Περπατήσαμε
στις ψυχρές αίθουσες
κι ανταμώσαμε
ποικιλόμορφες παραστάσεις
και περίτεχνα συμπλέγματα
που μας κοιτούσαν ανέκφραστα
περιμένοντας στωικά
για να μας αποκαλύψουν
την ιστορία τους.

Εδω κι εκεί
κάποια θρυμματισμένα αγγεία
έμοιαζαν
με σπαράγματα μνήμης
καθώς άγγιζαν την ψυχή μας
με παλιές αφηγήσεις.

Στάθηκα σʼ έναν μηχανισμό
σημείο αναφοράς
για την αποκατάσταση
του ανέφικτου
στα μάτια του χρόνου
κι ύστερα
αγκαλιάστηκα
με αμφίβια τέρατα
σύμβολα επιβολής
καθώς αμφισβήτησαν
τα εχέγγυα της δύναμης
του καλού
ενάντια στο κακό.

Έτσι
περιδιαβαίνοντας
τις ψυχρές αίθουσες
με τις νεκρώσιμες αναθυμιάσεις
σκεφτήκαμε
πως θα ʼταν όμορφο
να επεκτείνουμε το μουσείο μας
ντύνοντας το
μʼ ελπιδοφόρα ενδύματα
και να του δίναμε
λίγο από το χρώμα της ζωής.

Χτίσαμε τότε
μια νέα αίθουσα
και την στολίσαμε
με εκθέματα ζωντανά
καθημερινά
παρακαταθήκη πολύτιμη
τον καστανά
στη γωνία του δρόμου
τον πλανόδιο λαχειοπώλη
τον εργάτη
που περίμενε αξημέρωτα
το λεωφορείο της γραμμής
την όμορφη γκαρσόνα
με τους κυματιστούς γοφούς
που σέρβιρε καφέδες
σε αργόσχολους πελάτες
στην καφετέρια
της γειτονιάς του ονείρου.

Δεν έμεινε
χρόνος αρκετός
για να βαφτίσουμε επίσημα
την καινούρια αίθουσα.

Αυτό ήταν.

Δίχως πολλή σκέψη
την ονομάσαμε «ΖΩΗ».


`
*

ΤΑΒΕΡΝΑ «Η ΕΥΤΕΛΕΙΑ»

Ταβέρνα «Η Ευτέλεια».

Εκεί
στην ανηφοριά
στο τέρμα
του στενού δρόμου
που διέσχιζε
την φτωχική μας γειτονιά
διαιρώντας την
σε ίσα μέρη
σα να ʼθελε
μέσα από την ήρεμη
παρουσία του
νʼ αποδείξει
την αδέκαστη κρίση
των πραγμάτων
στον αβέβαιο κόσμο
που μάθαμε να ζούμε.

Ταβέρνα «Η Ευτέλεια».

Έσπρωξα την παλιά
ξύλινη πόρτα
που άνοιξε
μʼ ένα ελαφρύ τρίξιμο
κατέβηκα
δυο τρία σκαλιά
και βρέθηκα
σε μια αίθουσα λιτή
που ελάχιστα ξεπερνούσε
σε μέγεθος
ένα μέτριο δωμάτιο
υποδοχής.

Στην απέναντι πλευρά
μπροστά από έναν τοίχο
διακοσμημένο πρόχειρα
με παλιές αφίσες
μερικά δρύινα βαρέλια
δυσανάλογα ευμεγέθη
έδειχναν έτοιμα
να προσφέρουν
το κρασί της λησμονιάς
στους λιγοστούς θαμώνες
που περίμεναν ανυπόμονα
να γεμίσουν τα ποτήρια τους
με ποικιλόχρωμες ψευδαισθήσεις
αναπολώντας
την χαμένη Εδέμ
των ονείρων τους
– κόκκινο βαθύ
σαν το αίμα
της καρδιάς
του απελπισμένου
ροζ
σαν το ψέλισμα
της έκπληξης
στα χείλη
του ηττημένου
κεχριμπαρένιο
σαν τη χλωμάδα
στο πρόσωπο
του ανεκπλήρωτου έρωτα
λευκό
σαν τα φαντάσματα
που πολιορκούν
την ψυχή
του αδικημένου.

Πιο πέρα
πίσω από τον ετοιμόρροπο
πάγκο του
ένας βλοσυρός ταβερνιάρης
σημείωνε
σʼ ενα μισοσκισμένο μπλοκάκι
το μερίδιο του καθενός
στην απώλεια.

Ταβέρνα «Η Ευτέλεια».

Υπήρχε κάποτε
στη θέση
αυτού του πολυόροφου κτίσματος
με την φωτεινή επιγραφή
που αναβοσβήνει αδιάλειπτα
μέρα και νύχτα
σαν αφύπνιση της μνήμης
για ό,τι χάθηκε
δίχως νʼ αφήσει ίχνος
πίσω του.

`
******************************************************
`
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου έκανε και μεταπτυχιακές σπουδές, στα Τηλεπικοινωνιακά Συστήματα. Εργάζεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Έγραψε τους πρώτους του στίχους σε ηλικία 12 ετών. Έκτοτε μέχρι τα 18 του χρόνια έγραφε ανελλιπώς, δουλεύοντας κυρίως πάνω στα παραδοσιακά μέτρα. Από τα πρώιμα αυτά πονήματα δεν απόμεινε τίποτα. Ακολούθησε περίοδος σιωπής αρκετών ετών, η οποία όμως τερματίστηκε, με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός. Στη δεύτερη αυτή παραγωγική φάση υιοθέτησε πιο ελεύθερες φόρμες στον στίχο του, επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο την νοηματική του απελευθέρωση. Ουδέποτε όμως εγκατέλειψε εντελώς τα συμβατικά εκφραστικά μέσα με τα οποία ξεκίνησε.