ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ

Υπάρχουν άνθρωποι που στήνουν χορό από το χάραμα
Που οι ψυχές τους δε λένε να κοιμηθούν
Στριφογυρνούν και στροβιλίζονται
Μεθούν με την ιδέα της ζωής
Και αν κάποιοι από αυτούς έχουν συναντήσει και προσπεράσει το θάνατο
Του βγάζουν αναιδώς τη γλώσσα

Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους ακουμπήσεις, καίνε
Αν σου μιλήσουν, οι λέξεις τους γίνονται μουσική
Τους έχω δει να παίρνουν το φόβο αγκαλιά, να τον φιλούν στο στόμα
Ρουφώντας του όλη τη ζωή, αδειάζοντας την ύπαρξη του

Δεν έχω άλλη επιλογή από το να μη φοβάμαι
Έμαθα να ζω μαζί του, με αγάπησε, τον αγάπησα
Αλλά δεν τον ξεπέρασα όπως τους νεανικούς έρωτες

Κάποιες φορές ανταμώνουμε
Έρχεται ακάλεστος, ξαφνικά, πιστεύοντας ότι θα με ταρακουνήσει
Άλλοτε πάλι, του στήνω καρτέρι και τον προκαλώ

Όταν θυμώνω πολύ, τον βλέπω να μαζεύεται και να ζαρώνει
Όταν πλησιάζω το πρόσωπο μου στο δικό του και νιώθει την ανάσα μου, κάνει πίσω
Μερικές φορές κονταροχτυπηθήκαμε και αισθάνθηκα την ηδονή του πόνου
Όταν πια ματώναμε και εξαντλούμασταν από την αντάρα, φιλιώναμε
Ανοίγαμε ένα μπουκάλι κρασί, τσουγκρίζαμε τα ποτήρια και πίναμε αμίλητοι
Αδυσώπητοι εχθροί
Αμετανόητοι προβοκάτορες της υπαρξιακής μας ατασθαλίας
Ναρκισσιστές μέχρι τέλους

ΑΡΧΗ

Μόνος, δίχως παρατρεχάμενους
Λιτός, χωρίς την αυτοκρατορική περιβολή
Ξεκίνησα τη πορεία
Δεν έχω αζιμούθιο, χάρτες, πυξίδα
Ούτε χρησμούς και εσωτερικές φωνές
Η ενσυναίσθηση με έχει εγκαταλείψει από καιρό
Δεν έχω προορισμό
-και ας χλευάζει το πλήθος όσους δεν έχουν στόχους, βλέψεις και οράματα-
Μόνο τα μάτια μου στα δικά σου μάτια
Το δικό σου φως απέναντι στο δικό μου σκοτάδι
Αυτά έχω για το ταξίδι

Κάνοντας το πρώτο βήμα
Κοίταξα χαμηλά, κάτω από το χώμα, μέσα από τις υγρές ρίζες των δένδρων
Μου φαίνεται πως μύρισα λίγο από το ένδοξο παρελθόν μου
Έκανα το δεύτερο βήμα και μετά το τρίτο
Δεν γύρισα πίσω να κοιτάξω
Εξάλλου όλα βρίσκονται μπροστά
Κάποιοι πλησίασαν για να ακουμπήσουν τις παλάμες τους στον ώμο μου
Τους άφησα να γνέψουν, να υφάνουν το χαμόγελο τους, να με αποχαιρετήσουν

Το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο βήμα
Απομακρύνομαι
Θέλω να τραγουδήσω αλλά δεν θυμάμαι κανενός τραγουδιού τους στίχους

Πορεύομαι.
Να΄μαι λοιπόν ΕΓΩ
Μ΄έναν θεό να με κοιτάει με φθόνο από ψηλά
Του επιτρέπω να υπάρχει
Δεν του μιλάω, δεν τον αγριεύω
Να μη τρομάξει και πέσει καταγής

Προχωρώ, βέβαιος για την άγνοια μου
Ικανοποιημένος που δεν γνωρίζω τα γιατί και τα πως
Θα έχω ιστορίες να διηγηθώ
Ηχεί η φωνή σου στʼ αυτιά μου
-Μη ξαπλώνεις, δεν θα πεθάνεις. Πέθανε όρθιος όπως ταιριάζει στους λίγους,
σε αυτούς που είχαν αξιώματα και γνώρισαν δόξες
-Αλλά που τα έχασαν όλα,
Το ξεχνάς ή καμώνεσαι που δεν το γνωρίζεις;

Τραβώ μπροστά. Τα θέλγητρα σου με προσκαλούν
Μια εγκαταλειμμένη σελήνη βρίσκεται στο δρόμο μου
Δεν λογαριάζω αποστάσεις
Τα σύνορα είναι κοντά και ολόγυρα μου, δεν με πνίγουν
Κλείνω τα μάτια, υψώνω τα χέρια – αλλά μη νομίζετε ότι προσεύχομαι –
ΠΡΟΕΛΑΥΝΩ

ΠΡΟΔΩΜΕΝΟ ΚΟΙΝΟ

Όλα είναι προς πώληση. Στο Διάβολο και στον Χριστούλη
Οι μαργαρίτες ζορίσθηκαν πολύ στη δεκαετία του εξήντα
Κακοποιήθηκαν από τους χίπης
Μαράζωσαν και κατέληξαν να φύονται σε νεκροταφεία ανθρώπων
Εγκαταλειμμένες αλλά ελεύθερες

Εξαγοράσαμε τη ζωή
-αφού δεν μας άνηκε-
Με αντάλλαγμα το θάνατο
Και πρέπει να πεθάνουμε ένδοξα, στεφανωμένοι με ορχιδέες και καμέλιες
Πρέπει νʼ αφήσουμε την τελευταία μας ανάσα με απαράμιλλο στιλ
Με αξιοπρέπεια
Χωρίς καμία ένδειξη πόνου και κατάπτωσης
Όχι σε κάποιο κατουρημένο στρώμα δημόσιου νοσοκομείου
Έχοντας τα μάτια καρφωμένα στο μουχλιασμένο άπειρο των τοίχων
Με τα χέρια τρυπημένα από τους ορούς
Αλλά φορώντας τα καλά μας
Πίνοντας το τελευταίο single malt
Σε bar πολυτελούς ξενοδοχείου
Θα μιλάμε για οικολογία και για τη σωτηρία του πλανήτη
Ζωή με leasing
Δεν ρωτηθήκαμε για να την αποκτήσουμε
Μας την έδωσαν μαζί με έντοκα γραμμάτια δημοσίου και προνομιούχες μετοχές

Φωτογραφίζουμε τα πρόσωπα μας, φρεσκάρουμε τα είδωλα μας
Για να περάσουμε στην αθανασία
Ζήσαμε ανέμελα και χαρούμενα
Γλύφοντας τα ξασπρισμένα κόκκαλα των προγόνων μας

Αδιάφοροι και ακατάληπτοι μέχρι την τελευταία στιγμή
Εξυμνούμε τις τιμές του ουρικού μας οξέος, αποχαιρετούμε τα τελευταία αιμοπετάλια
Και υποκλινόμαστε σε αυτούς που μένουν και μας κοιτούν με απορία και φθόνο

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ

Ένα σκίρτημα και μετά ένα κράτημα
Μέρα νύχτα
Πώς να προλάβει η ψυχή να κρατηθεί όρθια πάνω στη κλωστή που την ενώνει με το σώμα;
Πώς να συλλογισθεί ο νους, νʼ αφουγκραστεί το αυτί , νʼ αποτολμήσει το μάτι να δει μπροστά;

Απόπειρα δειλού αυτάρεσκου χαμόγελου μετά από μια μικρή αυτοκαταστροφή
Εγκατάλειψη κάθε λογικής που έχει αφεθεί στην έκρυθμη αφήγηση της νόθας σκέψης
Απρόσκλητη εμφάνιση του τρόμου που προελαύνει

Να φύγω, η πρώτη σκέψη
Πάντα με θυμάμαι να φεύγω, ούτε γύριζα να κοιτάξω πίσω
Αυτό έμαθα να κάνω και το έκανα καλά
Με βήματα σταθερά και υπολογισμένα
Χωρίς καμία συστολή αποχωρούσα
Ανενδοίαστα και απροκάλυπτα γύριζα την πλάτη στους λαθραίους ενοχλητικούς
Χωρίς να κοντοστέκομαι, χωρίς νʼ αναρωτιέμαι αν πρέπει
– ποια δύναμη ορίζει αυτό το «πρέπει»;-
Χωρίς να μετανιώνω για τίποτα, απομακρυνόμουν

Να μείνω, σκέψη δεύτερη
Για να είμαι μονάχα παρατηρητής όσων θα συμβούν
Κρυμμένος σε κάποια ανήλιαγη γωνιά, πίσω από κάποια χαραμάδα
Σχεδόν αόρατος από τους πολλούς θα υπομένω την αναμονή
Θα μετράω τον χρόνο μαζί με τις ιδρωμένες μου αναπνοές
Θα κλείνω τα μάτια λίγο πριν την εμφάνιση του κάθε μικρού θανάτου
Θα πάψω ν΄ακούω τα βήματα των νεκροπομπών που πλησιάζουν
Θʼ αφορίσω το αίσθημα του ψύχους που επιβάλλει ο φόβος της απώλειας
Άπραγος, αμέτοχος και άτολμος
Εκτεθειμένος σε μένα και στο αλάνθαστο ένστικτο που μου έχω καταλογίσει
Εξ ανάγκης άφωνος, βιώνω μια παραληρηματική σιωπή

Φοβάσαι ό,τι δεν μπορείς να κατανοήσεις και να ελέγξεις
Παραδίδεσαι αβίαστα στην τυραννία της ελλειμματικής συγκέντρωσης
Συνθλίβεσαι ανάμεσα στη δυνατότητα αντίδρασης και στην επιλογή της αναποφασιστικότητας

Να πολεμήσω, η τρίτη σκέψη
Έχω ξεχάσει πώς κρατούν τα όπλα, πώς βάζουν τις σφαίρες στους γεμιστήρες και πώς οπλίζουν
Ξέμαθα νʼ ακονίζω και να λαδώνω λεπίδες μαχαιριών
Δεν θυμάμαι πώς αφοπλίζουν τον αντίπαλο
και πώς το μπράτσο γυρίζει για να σφίξει τον λαιμό του
Δεν ακούω τον πόνο του, δεν βλέπω το άσπρο των ματιών του πριν το τέλος
Δεν αναγνωρίζω πλέον ούτε θυμό ούτε μίσος
Αφυπηρέτησα και αφοπλίστηκα

ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΩ, απόφαση οριστική και αμετάκλητη
Βγαίνοντας έξω από τη σκιά του σώματος μου
Μαθαίνοντας να αντικρίζω το σκοτάδι
Μένοντας ακίνητος θα καλοδέχομαι το κάθε ράπισμα
Ακούγοντας τις ριπές μετά την κάθε εκπυρσοκρότηση
Προχωρώντας, στη συνέχεια, μπροστά
Ευθυτενής και αγέρωχος
Γνωρίζοντας πως δεν θα πρέπει να υπάρξει επιστροφή
Αρχίζω πια νʼ ακούω τη φωνή μου,
Να νιώθω τη ζεστασιά του αίματος στις φλέβες
μαζί με το σφυροκόπημα των σφυγμών στους κροτάφους

Επιστρέφει σιγά σιγά το αρχέγονο ένστικτο της επικράτησης
κουβαλώντας μαζί του το μόχθο της αιώνιας πάλης
απαλείφοντας το στοιχείο της θλίψης και της κατακερματισμένης ελπίδας
καλωσορίζοντας την θυσία ως μια αποκλίνουσα συγκατάβαση
με αντίτιμο την ενοχή για τον πρότερο έντιμο βίο

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Αφού δεν βρέθηκε κανένας αδαής να υπερασπιστεί
το εν υπνώσει κουφάρι μου
αλλά πολλοί οι πρόθυμοι να με δικάσουν
αναλαμβάνω εγώ την υπεράσπιση μου και ας είναι η νύχτα αξημέρωτη
τα νεύρα τεντωμένα
και οι αυτόκλητοι ψευδομάρτυρες πεινασμένοι σαν όρνια
έτοιμοι να γευθούν τʼ απομεινάρια των ελπίδων
που ποτέ δεν επεδίωξα να χαϊδέψω

Χάρη δεν ζητώ
Χειροκροτητής της όποιας γλυκιάς ανταρσίας
Ανατροπέας της εικονικής πραγματικότητας
που στοιχειώνει την εμπειρία της ζωής
κατατρώγοντας συνειδήσεις

Θηρευτής τρομαγμένων ψυχών που αιωρούνται στον αέρα
και κρύβονται από το τελευταίο φως της ημέρας
λίγο πριν μαραζώσουν και αφανιστούν

Μάρτυρας του ίδιου μου του εαυτού
Με είδα να χειροδικώ στις σκιές που με στοίχειωναν για χρόνια

Επαρμένος και αλαζόνας
πίστευα πως μπορώ να ταρακουνήσω το μικρό σας σύμπαν
να ξυπνήσω τις νόθες σκέψεις από τα νεκρωμένα κεφάλια σας
να σας οδηγήσω προς την έξοδο κινδύνου
για να εφεύρετε το φως

Κώστας Δερμούσης

Γεννήθηκε το 1964 στην Αθήνα. Σπούδασε Διαφήμιση & Επικοινωνία σε Ελλάδα και Αγγλία .
Εργάστηκε σε εταιρίες έρευνας αγοράς και διαφήμισης ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε στα περιοδικά Σύγχρονη Διαφήμιση, MarketingReportκαι MarketingAgeστο οποίο ήταν και αρχισυντάκτης. Τα τελευταία είκοσι χρόνια δραστηριοποιείται στο χώρο της εκπαίδευσης και ανάπτυξης στελεχών επιχειρήσεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η πρώτη επαφή του με την ποίηση γίνεται στην ηλικία των δεκαεπτά χρόνων, διαβάζοντας την Έρημη Χώρα του T.S.Eliot, σε μετάφραση Γ. Σεφέρη, κατόπιν προτροπής του καθηγητή των Νέων Ελληνικών. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, παρουσιάζει τη μελέτη «Ο συμβολισμός στην ποίηση του Eliot» στο πλαίσιο μιας λογοτεχνικής ημερίδας των μαθητών λυκείου.
Εκείνη την περίοδο, ξεκίνησαν και οι πρώτες συγγραφικές απόπειρες ποιημάτων που τον οδήγησαν σε συμμετοχή και βράβευσητου στο Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης του Δήμου Βύρωνα.
Από τότε μέχρι και σήμερα γράφει ανελλιπώς, χωρίς να έχει εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή.