Μία πεσμένη πινακίδα
Στον Θεοδόση Νικολαΐδη
Ακολούθησα με πλήρη αφοσίωση την σκιά των βημάτων και των σκέψεων του,
χωρίς να εξετάσω την προοπτική μιας εκ νέου συνθήκης
ιστορικού πάντα περιεχόμενου και δικής τους καθώς φάνηκε επιλογής.
Κι άξαφνα, εν μέσω της πολυσύχναστης οδού Νικηφόρου Θεοτόκη 123,
ελάττωσε το βηματισμό του
κι έσκυψε να σηκώσει μία πεσμένη πινακίδα μεσούσης της νυκτός,
σαν τα όνειρα που κάποιοι ανίδεοι άνδρες λεηλάτησαν το ξημέρωμα
και πέταξαν σε λάκκους λεόντων γεμάτους λασπόνερα
που είχαν βρωμίσει αδέσποτα αγριογούρουνα.
Έβοσκαν αμέριμνα στην πλαγιά με τους καταπράσινους λειμώνες
όπου πια δεν τους διεκδικούσαν
ούτε καταπατητές γαιών μα ούτε μαστροποί ποιητές,
με κατάξανθους βοσκούς της Κάτω Σαξωνίας,
που έβρισκαν τον απαραίτητο χρόνο να συναγωνίζονται
στην τοξοβολία και στο πένταθλο και που είχαν ορίσει σαν βραβείο
τον εύμορφο άνδρα της Κέρκυρας,
με το άσπρο πουκάμισο του νʼ ανεμίζει ανοιχτά
στην Αδριατική θάλασσα,
πρόκληση στʼ αδηφάγα βλέμματα τους, λάγνα κι ηδονικά,
όπως όριζαν οι πλατωνικοί νόμοι.
Και που προς το παρόν τον άφηναν παντελώς αδιάφορο να ορίσει,
όπως ό ίδιος σχεδίαζε επί χάρτου,
τον αντίκτυπο των μετεμφυλιακών συρράξεων.
Κι έτσι τόν ακολούθησα, δίχως δισταγμό,ʼ
μέχρι και την ακροτελεύτια σελίδα αυτού του δύσπιστου
κατά τʼ άλλα κόσμου,
κρυμμένος, όχι στις φυλλωσιές μιας ορχιδέας,
αλλά στο πένθος της νυχτιάς και στην σκόνη του τίποτα,
χωρίς συνοδοιπόρους φίλους κι εραστές να κρατηθώ στην ζωή,
βαστούσα πάντα όμως ζωντανή στη μνήμη μου
την αύρα του ιδρώτα του προσώπου του,
προέκταση ίσως των αμφιβολιών μου ή των τυχόν αδήλωτων φόβων μου,
καθώς εκείνος επεξεργαζόταν εκ νέου τις συνέπειες των τριγμών
της Συνθήκης του Κάμπο Φόρμιο,
όπως επίσης και των κραυγών θανάτου της ερεβώδης νύχτας
του Αγίου Βαρθολομαίου.
Παντού θάνατος και προδοσία.
Παντού καταστροφή κι απόγνωση.
Παντού ερήμωση και μοναξιά, είπε,
κι έκλεισε μʼ έναν έκδηλο εκνευρισμό, καθώς σηκώθηκε υψιπετής
και φόρεσε το κατάμαυρο παλτό του,
την σκουριασμένη πόρτα του άδειου από φοιτητές αμφιθέατρου
και προχώρησε μόνος ολότελα μόνος προς το επέκεινα
«αυτού του κόσμου, του μικρού, του μέγα» όπως γράφει ο Ελύτης.
Ροή του χρόνου
Θυμόταν κανείς γέροντες, δασκάλους που τον άφησαν ορφανό
Γιώργος Σεφέρης
Στη Ρένα Μπαζούκα
Εισήλθε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες στην άδεια από ζωή αίθουσα
του σχολείου,
δίχως να κρατά την ξύλινη ράβδο και το δερματόδετο σημειωματάριο της.
Κι ανοίγοντας ύστερα το βιβλίο στην σελίδα 451,
ανακάλεσε στην μνήμη της, χωρίς να χρονοτριβεί ιδιαιτέρως
εικόνες βυζαντινές κι αγάλματα αρχαϊκά,
γεγονότα και στιγμές,
αλλοιωμένα δυστυχώς απʼ τη δυσβάσταχτη
ροή του χρόνου.
Στο πρωινό ωστόσο προσκλητήριο ουδείς απʼ τους χαμένους στα πέρατα
του κόσμου
μαθητές της ανταποκρίθηκε.
Δάκρυα θλίψης σκέπασαν τις ρωγμές του μαρμάρινου προσώπου της,
σαν σηκώθηκε ολόρθη και στην προσπάθεια της
νʼαποφύγει συναντήσεις
με ραβδοσκόπους και καιροσκόπους ακαθόριστης ταυτότητας,
κατάφερε να γράψει με την μουχλιασμένη κιμωλία μερικούς
δυσνόητους στίχους στον μαυροπίνακα
του Έζρα Πάουντ.
Και προχωρώντας κατόπιν προς την έξοδο των αγρών
και των υψιπέδων,
ακούσθηκαν κάτι θορυβώδεις τριγμοί κλείνοντας βιαστικά
την σάπια πόρτα,
καθώς απομακρυνόταν απʼ τα χαλάσματα του παρελθόντος.
Τήν είδαν κάποιοι περαστικοί, ίσως και μαθητές της
με τα πένθιμα βλέμματά τους
να χάνεται πίσω απʼ τις γκρίζες σκαλωσιές αυτού του κόσμου,
όπου ούρλιαζαν αδέσποτοι σκύλοι και γυναίκες
που τις εγκατέλειψαν
εν μία νυκτί στα λιμάνια άρρενες ναύτες απʼ τη Μασσαλία,
καθʼ όλη την ώρα που οι δείκτες του ρολογιού
του μεσαιωνικού καμπαναριού
της Σιένας,
βαρύθυμοι απʼ την σκουριά και την υγρασία των χρόνων,
είχαν σκαλώσει ακριβώς στις δώδεκα και δέκα.
Η σκιά
Στην Σοφία Φιλιππίδου
Θάμαι πάντα η σκιά στην ζωή σου ακόμη κι αν εσύ επιδεικτικά
και με ύφος αλαζονείας αγνοείς τα πρωινά χαμόγελα
και τη βυζαντινή μελαγχολία μου,
κάτω απʼ την ξύλινη μαρκίζα όπου κρύβομαι
μην τυχόν κα σε ξυπνήσω
και ταράξω τʼ αλαφροΐσκιωτα ονείρατά σου,
καθώς τʼ αηδόνια των παράδρομων της Κέρκυρας
και του Μετσόβου
αλλά κι εκείνα των Μετέωρων
αρχίσουν να σφυρίζουν δαιμονισμένα,
μέρα μεσημέρι, ερωτοτροπούντα
με τους στρατιώτες των αντιπάλων στρατοπέδων,
με τα βρώμικα απʼ την πολυκαιρία άρβυλά τους
και τʼ αχτένιστα στα καμώματα του ανέμου μαλλιά τους
που συνοδεύονταν απʼ τους ήχους περιπλανώμενου
θιάσου και εμβατήρια προς τα δικά σου Κύθηρα,
όπου είχες ακουμπήσει πριν το λιόγερμα σε μια ξερολιθιά
αντίκρυ απʼ το ξωκλήσι
και τους σπασμένους κίονες ναού ελληνιστικής περιόδου
λίγα στάχυα, λίγα σταφύλια και στάμνες
δίχως στάλα νερό.
Με την ιδέα μόνη σου σύμμαχο να συμφιλιώσεις
τους κατατρεγμένους εραστές
του κόσμου,
όπου έβρισκαν καταφύγιο, σαν ικέτες,
ανάμεσα απʼ τα μουσκεμένα δάχτυλά σου
και στις λιθόστρωτες οδούς,
με κάρα φορτωμένα με όνειρα δικά σου.
Κραυγές μες στην ουτοπία.
Ορδές βαρβάρων που επικαλούνταν τον έρωτα.
Αρχή και τέλος της μετεμφυλιακής μας ύπαρξης
και της αστοχίας των λέξεων.
Ύστατος αποχαιρετισμός στο τίποτα.
Επίκληση στην ανυπαρξία και την ανασφάλεια των ημερών μας.










