Ψύχους Πνοές
Πέντ’ έξι Λωτοί
στα κλαδιά ξεχασμένοι
Σπουργίτια ταΐζουν.
Κρύο _ Λεπίδα
και οι Χιονάνθρωποι βλέπουν
τις σκιές τους στ’ Άστρα.
Ελάτων Δάση
σπάργανα της Ομίχλης
το Πρωί φορέσαν.
Ο Λόγος
Η Λιβελούλα
στο Λωτό καθισμένη
διάφανη λάμπει.
Στη Λίμνη, μέσα, των Σμαράγδινων Υδάτων
με τοίχους γκριζοπράσινους στέγες της ασημένιες
μοναχική στραφτάλιζε η Παγόδα,
Αιθέρα ενώνοντας με το Νερό.
Κι ο Μοναχός ( μορφή σεπτή με κάτασπρα μαλλιά )
κάτω από το Λωτό τις Νύχτες
όλο στοργή καλλιγραφούσε Χαϊκού
που τις Αυγές ( μες στα κλαδιά της Κερασιάς )
ψιθυριστή, με σεβασμό, μι’ ανάγνωση ποθούν.
_”Την Ομορφιά σας νιώθω κύμα της γαλήνης δροσερό,
μα θλίψη κάποτε με κατατρέχει σαν
συλλογιστώ πως Θάνατο πλησιάζω κι όμως, ο ελλιπής,
το λόγο ( μήπως τον προσπέρασα; )
ακόμη δεν γνωρίζω που ήρθα στη Ζωή.”
… Θύελλα χειμωνιάτικη τη Φύση σάρωνε• πουλιά
στο χώμα γκρέμιζε τα ψάρια σπαρταρού_
σαν ξεβρασμένα στην αυλή• _ κι ο Μοναχός, ταχύτατος,
άνοιξε Θύρα του Ναού τη Στέρνα διάπλατα
βοηθώντας τις ζωούλες να σωθούν.
Όταν γαλήνεψε ο καιρός το άλλο πρωί
το κάθε πλάσμα βόηθησε σπίτι του να επιστρέψει
και είπε μετά: _”Αιωνόβιος πλέον το Λόγο γνώρισα
και, πλήρης, φεύγω σύντομα στο Σύμπαν των Πνευμάτων.”











Αλεξία, πολύ ωραία τα ποιήματά σου.
Ευχαριστώ, αγαπητέ μου Κωνσταντίνε.
Poly wraia!
Σας ευχαριστώ!
Όμορφα, ιδιαίτερα τα χαϊκού.
Ευχαριστώ πολύ, κύριε Γκιργκένη!