`
Απλή αριθμητική
`
Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπεφτε μαλακά
Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα
Μιχάλης Γκανάς
`
Είπα μια νύχτα να δω αλλιώς τα πράγματα.
Με τα μάτια μου.
Ήταν όλα στη θέση τους.
Τίποτα δεν είχε πεθάνει.
– Πώς να πεθάνουν όσα έζησες τραγουδώντας;
Τα λάθη, μια απλή αριθμητική.
Εσύ μου τα μπερδεύεις καμιά φορά.
1+1=1, μου μαθαίνεις.
Αλλάζεις τα αποτελέσματα σαν τις μεγάλες λεπτομέρειες που αλλάζουν τη ζωή.
Και είσαι επίμονη!
Το κάνεις κάθε φορά που σπάνε μέσα μου τα Γυάλινα Γιάννενα.
`
*
Η καμπάνα
Ακούμπησα στην καμπύλη μιας καμπάνας
Με την αγωνία της καλοσύνης
Που βασανίζει.
Με όρους κινηματογραφικούς
Σε ένα θέαμα ξεπερασμένο.
Την χτύπησα.
«Στις εποχές που πέρασαν», είπα,
Αναζητώντας δρομολόγια φτηνά
Και νησιά ξεκούραστα,
Με ερωτευμένα κορίτσια
Χωρίς υπομονή.
Την χτύπησα πάλι.
Με την πλάτη, πιο δυνατά!
Όταν τρέμει το σώμα, ξεχνά.
`
*
Του φόβου ο φόβος
Του φόβου σου φόβος θέλω να ʽμαι.
Τις ώρες που χαμογελάς
(Σαν πρόχειρος τίτλος τα καταφέρνω).
Κι όταν μικραίνει η μέρα στο πρόσωπό σου
Του φόβου σου φόβος θέλω να ʽμαι.
Πάνω στο στήθος, μέσα στα μαλλιά.
Όπου καταργούνται οι συντεταγμένες.
Εκεί θα ματώνω.
Εκεί θα υπηρετώ.
Του φόβου ο φόβος θέλω να ʽμαι.
`
*
Πασαρέλα στις βάρκες
«Μεγάλωσα σε νησί», απαντώ στις απορίες.
Το μόνο ευχάριστο ανάμεσα στους αποχαιρετισμούς ήταν η θάλασσα.
Κοιτάζω μπροστά και βλέπω αυτό που υπάρχει πίσω από τα μάτια.
Mπλεγμένο δίχτυ, ξεραμένο, περιμένει τη δροσιά και το σύνθημα.
«Τα χρόνια μας είναι τα λεφτά μας καπετάν Αργύρη!»
Ύστερα, πασαρέλα στις βάρκες.
Σημασία δεν μου δίνουν.
Αδιαφορούν δεμένες και περιμένουν.
– Μην είσαι ρομαντικός. Πότε θα μάθεις πως δεν έχουν ψυχή τα πράγματα;
– Όταν μάθεις ότι έχουν ψυχή οι άνθρωποι.
`
*
Η κούφια ώρα
Μια μάνα έχασε το γιο της
Και ούτε κλαίει, ούτε μιλά
Ο Κωσταντής κι ο Παναγιώτης
Κόψαν τα γέλια τα πολλά.
Όλου του κόσμου τ’ άγριο ψέμα
Κάθισε δίπλα της, κι αυτή
Του βάλε στο ποτήρι αίμα
Είχε στη μοίρα της γραφτεί.
Μέσα στης ερημιάς τον θρήνο
Στάθηκε κάτι να τους πει
Το ‘να της χέρι μαύρο κρίνο
Τ’ άλλο μια ψεύτικη αστραπή
– «Πηγαίνετε, θα μείνω μόνη
Θα ψάξω. Κάπου θα τον βρω.
Τώρα που το κορμί παγώνει
Να του φιλήσω το πλευρό».
Για λίγο κράτησε η σιωπή της
Κι είχε τα μάτια της κλειστά
Μόνο οι νεκρικοί σκοποί της
Αντιλαλούν ψιθυριστά.
Και μια στιγμή, μια κούφια ώρα
Κατέβηκε απ’ τον ουρανό.
Πήγε στου Χάροντα τη χώρα
Και λέει μʼ ανάστημα τρανό:
«Πες μου!» -του λέει- με φωνή
Σαν ουρλιαχτό, σαν κύμα:
«Τον πόνο μου ποιος τον πονεί
Ποιος θέλει τέτοιο κρίμα;
Πες μου ποιος αποφάσισε
Μαύρο καρπό να σπέρνει
Ζωή να δίνω του παιδιού
Κι εκείνος να την παίρνει.
Κι αν έχω κάτι να σου πω
Πριν πάρω δρόμο πίσω
Είναι πως και στην κόλαση
Το ίδιο θʼ αγαπήσω».











Πραγματικά εξαιρετικά ποιήματα!!!! Απλά, γειωμένα εκφραστικά, συγκινητικά. μπράβο! μπράβο!
Πόσο υπέροχα ποιήματα από έναν νέο όπως είδα ποιητή και καλλιτέχνη. Έχουν το συναίσθημα που λείπει από τους επαγγελματίες ποιητές που μόνο το υπερεγώ τους τους ενδιαφέρει.
Τι όμορφα ποιήματα!!!!!! Μπράβο στον άνθρωπο που πήγε το χέρι του και τα γραψε! Αληθινά
“ Τα χρόνια μας είναι τα λεφτά μας καπετάν Παναγη«
Ναι Μιχάλη μου έτσι είναι !! Τα χρόνια μας όλη η περιουσία μας !!!!!!!!!!!!!!!!!