Ο ομφαλός της γης
Σαν τί θαρρείς πως είναι ο κόσμος –
μια πατησιά γης.
Κάποιοι
τον απαρνιούνται,
χωρίς να έχουν κατεβεί από το δώμα τους,
άλλοι τρέχουνε πάλι όλη τη ζωή τους ασταμάτητα
χωρίς ποτέ να τον βρουν.
Γιατί κείνος ο τόπος έχει σημασία –
κατά πως φαίνεται –
κείνος ο δυσεύρετος τόπος
που θ΄ακουμπήσω το κεφάλι μου στον αφαλό σου
και θ΄αποκοιμηθώ.
**
Εσύ που αξιώθηκες την πτώση
Η κρίση της ηλικίας μαστίζει τα κόκαλά μου.
Κάτι πρέπει να γράψω
για το πώς έχασα το μπούσουλα –
έτσι δεν είναι; –
για το πώς βρέθηκα
εκτός των καθωσπρέπει ποιητών, πεζογράφων
και αδελφών αυτών.
Λοιπόν,
έχει μεγάλη πλάκα η ζωή!
Λες και την παίρνεις Σταδίου & Βουκουρεστίου γωνία
στον πεζόδρομο,
νύχτα με τα λαμπόγυαλα σπασμένα
και το βουρκόνερο γεμάτο μαυρισμένα φύλλα στο λάκκο.
Φοβάσαι έξω απ΄το Παλλάς τα σκοτάδια,
θέλεις να επιστρέψεις στην κοιλιά της μάνας σου,
ν΄ακούσεις την καρδιά της,
να ανεβείς τις ηλεκτρικές σκάλες στα Public
και από εκεί να πέσεις
ή να εξαερωθείς
ή να πετάξεις.
Καλύτερα «να πέσεις» νέτα σκέτα –
τι διάολο, όλη σου τη ζωή
τις λεκτικές απομιμήσεις
δεν μαχόσουν;
**
Πeνελόπe
Τόσο λίγοι ήταν οι εραστές μου,
τόσο μικροί
που με συμπόνια τους σκέφτομαι:
τα τρομερά παρόλα αυτά σώματα τους
τα τεράστια,
τους δακρυσμένους φαλλούς.
Ταλαίπωροι…
Μια νίκη παριστούσαν πελώρια
όσο κρατούσε ο οίστρος
το άναμμα του κορμιού
όσο τους έκαιγε
η σπίθα τα μέλη.
Και ύστερα, ούτε λέξη.
Ο ένας, πάλι ξέπεφτε φούρναρης κάποιας γειτονιάς,
ο άλλος μικροπωλητής του πάγκου΄
έτρεχαν να κρυφτούν,
να μαζέψουν τα παιδιά,
μες στο βαθύ πηγάδι της σιωπής τους
να καθίσουν.
Ούτ΄ένα στίχο δε μου΄γραψαν,
ούτ΄ένα ψέμα δεν μου είπαν
λαμπρό – ανορθόγραφοι όλοι:
δυο το λάδι, δυο το ξύδι.
Ταξιδεύουν ακόμα στη μνήμη μου
όπως τους ήθελα εγώ,
χωρίς αυτοί να είναι.
**
Καμένη γη
Όλη μας η κοινή ζωή υπήρξε μια εμμονή
κλεισμένη σε αυτοκίνητο.
Την ταξιδεύαμε
αναζητώντας ήλιο,
περισσότερο ήλιο,
όλο και περισσότερη αγκαλιά.
Η θεία με τον ομοφυλόφιλο γιο
που φτιάχνει βραχιολάκια
για τις γυναίκες άλλων,
η θεία εκείνη που με αγαπά
και μου χαρίζει κάθε χρόνο κι ένα κοφτό τραπεζομάντηλο
να παντρευτώ.
Ύστερα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής
με σένα στο τιμόνι.
Διασχίζαμε δασώδεις εκτάσεις,
περνούσαμε ψηλά από γκρεμνά,
«αυτά κάνει η συντροφιά», έλεγες, «γίνεσαι άφοβος»,
πατάς με δύναμη γκάζι
λες και δεν πρόκειται ποτέ
να καρφωθείς
με το κρανίο ανοιγμένο στο απέναντι έλατο.
Έτσι διασχίσαμε όλο το νησί
απ΄άκρη σ΄άκρη,
χωρίς να πιούμε νερό
και στο τέλος χωρίσαμε
χωρίς να μου δώσεις φιλί:
«Εδώ είναι το σπίτι σου», είπες, «φτάσαμε».
«Α, ναι», έκανα απορημένη και κατέβηκα.
Από τότε το σπίτι στα προάστια μικραίνει
συνεχώς. Απομακρύνεται.
Χρόνια τώρα μικραίνει,
ώσπου θα μείνει μια θαμπή κουκίδα
και ο δρόμος σου «κάποιος δρόμος»
στη μνήμη μου.
Είχαμε όμως θέα από το μπαλκόνι:
το μαύρο μαλλιαρό σκυλί στην ταράτσα του απέναντι,
που όταν έβγαινες καλοκαιριάτικα γυμνός
να κάνεις τσιγάρο
γρύλιζε,
γιατί οσφραινότανε
καμένη γη.
**
Η Εύα Μακρή γεννήθηκε το 1987 στο Ρέθυμνο Κρήτης, όπου επίσης πέρασε τα εφηβικά της χρόνια. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Αθήνα και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ζει στην Αθήνα.











poesia de la experiencia interesante..
ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΠΑΛΙΟΥΣ ΙΣΧΥΕΙ Ο ΣΤΙΧΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ
ΠΟΙΗΤΗΣ
ΑΠΟ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΚΡΕΜΕΤΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥ
Α:ΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΕΣ ΣΩΣΤΑ ΑΓΑΠΗΤΕ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣκ.ΜΑΚΡΗ ,ΩΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ,ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ.ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΡΕΣΚΟΝΤΑΙ Η ΔΙΑΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΜΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΟΙ.ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ,ΚΑΛΟΙ,ΜΕΤΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.
ΟΙ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ,ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ,ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ,ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΩ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕ ΚΡΕΜΑΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΜΙΑΣ ΑΚΑΤΑΛΗΛΗΣ ΛΕΞΗΣ Η ΦΡΑΣΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ,ΗΤΑΝ ΑΛΕΡΓΙΚΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΜΕΡΕΣ…Η ΜΑΚΡΗ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΕΙ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ.ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΧΟ ΠΕΡΑΣΕ.ΙΣΩΣ ΤΟ ΦΙΛΤΡΑΡΕΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ..ΤΟ ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΙ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΠ ΑΥΤΟ ΧΩΡΑΕΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΩΣΤΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΥΛΑ ΞΕΔΙΠΛΩΜΕΝΗ ΣΕ ΣΤΙΧΟΥΣ.ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΤΗΣ ΜΑΚΡΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ. Η ΠΕΖΟΛΟΓΙΑ ΩΣΤΟΣΟ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΡΗΜΑΞΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΟΠΩΣ Ο ΡΙΤΣΟΣ…ΒΑΖΩ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΚΟΝΤΟ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ:TO ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟ.ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΑΝ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ.ΠΕΡΝΕΙ ΧΕΡΙ Η ΠΟΔΙ..!ΚΑΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΛΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΔΥΟ ΤΟ ΛΑΔΙ ΔΥΟ ΤΟ ΞΥΔΙ.ΛΕΩ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΩ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΘΕΣΣΑΛΟΥΣ ΑΦΟΥ ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΠΙΑ…ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΙΧΟΣ.ΧΕΣΤΗΚΕ Η ΦΟΡΑΔΑ ΜΟΥ ΣΤ ΑΛΩΝΙ!ΤΗΝ ΕΙΔΕΧΑΡΑΜΑΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟ Τ ΑΙΔΟΝΙ.ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΚΑΙ ΓΙΝΑΜΕ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΗΛΑΙΔΟΝΗ!ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΜΕ ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΠΟΝΙΑ.ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΒΑΡΕΥΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ KAI ΤΗ ΛΑΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ Η ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ( “ΜΕΤΑPHORS WHY LIVE BY” ΤΩΝ JONSON KAI LAKKOF.UNIVERSITY OF SICAGO PRESS..)
Τώρα αδελφωθήκαμε Καρτάκη! Μπορεί να είχα πάει στο σπίτι του Ρίτσου εκατό φορές αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θ’ αλλάξω γνώμη για τις ρητορείες του, για τον “μπαροκισμό” κάποιων ποιημάτων του, για την αφόρητη ώρες ώρες πεζολογία του κλπ. Ή για τις εύκολες μεταφορές του. Δεν κατάλαβες το πνεύμα μου. Προσπαθώ να προφυλάξω κάποιους νέους και ίσως αρκετά υποσχόμενους ποιητές από την εύκολη ρητορεία, από τις ρετρό φράσεις, από τις λαϊκές ή λαϊκίζουσες μεταφορικές εκφράσεις που αλλού χωράνε και αλλού δε χωράνε κλπ. Τι να κάνω; Διδάσκω σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία 15 χρόνια στο ΕΑΠ και ως διδάκτωρ της ιστορίας της λογοτεχνίας και ποιητής , και δοκιμιογράφος, αν θέλεις, είμαι υποχρεωμένος να πω στους φοιτητές μου και σε κάποιους φερέλπιδες νέους ποιητές κάποια πράγματα με μια δόση χιούμορ κάποιες στιγμές και ειρωνείας, αλλά πρωτίστως και αγάπης. Υπάρχει μια ιστορία του Χόρχε Μπουκάι με μια τρύπα έξω από το σπίτι κάποιου που βγαίνει και πέφτει συνέχεια μέσα, αν και προσπαθεί να την αποφύγει απεγνωσμένα. Δε σκέφτηκε αλήθεια να περάσει από τ’ απέναντι πεζοδρόμιο; Αυτό το απέναντι πεζοδρόμιο ψάχνω μες το ποίημα κι εσύ δε με κατάλαβες. Ο Ρίτσος δεν το είχε ανάγκη γιατί ήταν ο ίδιος μια απέραντη λεωφόρος που οδηγούσε στην αθανασία. Κάποτε κάποιος του είπε με υπερβολή και κακία συνάμα, βρε Γιάννη μου, σταμάτα πια, ακόμα και το σκατό σου το έκανες ποίημα. Αυτό μου το έχει αφηγηθεί ο ίδιος. Γιατί η ιστορία μου η προσωπική με το Ρίτσο δεν είχε να κάνει μόνο με την ποίηση, αλλά και με την κομμουνιστική οικογενειακή μου παράδοση. Χαίρε!