Ψίθυροι
Λευκό Κοχύλι
στο προσκεφάλι σ’ έχω
Φλοίσβους ν’ ακούω.
Νύχτα Βελούδων
Όνειρά μας χαϊδεύεις
ραίνεις με Αστέρια.
Βουερά Κουνούπια
κεντρί τους μας καρφώνουν
κι Όνειρα πίνουν.
_ Ψυχή Φευγάτη _
χάθηκες Πεφταστέρι
πέρα• _ στο Σκότος.
Ένα Κοχύλι
κάτω απ’ το μαξιλάρι
με ταξιδεύει…
Αιώνιοι Εραστές
Φιλήμων και Βαυκίς σεμνά ζητήσαν
_”Όταν για να πεθάνουμ’ έλθει η ώρα…”
_”Μαζί να πάμε σε Θανάτου χώρα!”
( Μαζί όπως, ως τα γηρατειά τους, ζήσαν. )
Κι ό,τι δεήθηκαν, κι άλλο, κερδίσαν
( απίστευτα είναι των θεών τα δώρα
δέντρου σπανιότατου μοιάζουν οπώρα )
οι δυο που Δία κι Ερμή φιλοξενήσαν.
Αγάπης σύμβολο μες στη Φρυγία
( θνητοί να βλέπουν ζεύγους τη λατρεία )
δέντρα υψωθήκαν οι δυο στον αιθέρα.
Βαυκίς _ φιλύρα τα κλαδιά λυγάει
( σιγοθροΐζοντας με τον αέρα )
κι άνδρα της _ δρυ, δροσιά, πυκνοφιλάει.
Ανεξήγητο
Στην Αναστασία
Παράξενα πράγματα συμβαίνουν στον ύπνο μας•
πατώντας σ’ ανύπαρκτο σκαλί τρανταζόμαστε
να πέφτουμε νιώθουμε ξυπνάμε σκιρτώντας
κι εξήγηση ψάχνοντας _ “Γιατί;” αναρωτιόμαστε.
_”Το Πνεύμα μας ήτανε” πιστεύουν οι ειδήμονες•
“φευγάτο τριγύριζε ( και πως να το φέρουμε! )
μα… ξάφνου επιστρέφοντας το Σώμα φορώντας
φιλά σαν μιαν ένδειξη _ λιγάκι να ξέρουμε.”
Αλλόκοτη εξήγηση• ( κι ο Κόσμος αλλόκοτος• )
ο Νους αν χαιρότανε φυγής το παιγνίδι του
( δικαίως στοχάζομαι να μάθω ποθώντας )
_ “Που πήγε η Ανάμνηση, προς τι το Ταξίδι του;”
Σε Ώρα Παράξενη
( και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας )
Ανδρέας Κάλβος
Απομεσήμερο, της είπαν, μην πηγαίνει
γιοφύρι να περάσει του χωριού.
_ “Ώρα παράξενη που η Λάμια, λένε, βγαίνει
να δει την όψη της στη λάμψη του νερού.”
_ “Πείτε μου κι άλλα• για στοιχειά με ουρά και γένι…”
_ “Γελάς;” _ “Μύθοι του αμόρφωτου καιρού.
Γιοφύρι το περνώ ( κι ό,τι κι αν θέλει ας γένει )
καταμεσήμερο_ γροθιά Καλοκαιριού”.
Βλέπει Γιγάντισσα λευκή μιαν άσπρη δίνη…
και ( όμοια με πέτρα ) στο χωριό της ροβολάει
μιλιά της χάνοντας το λογικό. _
Ένα πια ξέρει• πράγμα που έμαθε με οδύνη:
“Όποιος τους Μύθους αγνοεί ή περιγελάει,
ύβρη διαπράττει• και του βγαίνει σε κακό.”
* Σε χωριά της Κέρκυρας, σε διηγήσεις γυναικών που κοντεύουν να κλείσουν
αιώνα ζωής, ακόμη επιζεί ο μύθος της λευκοφόρετης γιγάντιας γυναίκας που
περιμένει σε γιοφύρια ή ρέματα διαβάτες να περάσουν ή γυναίκες να πάνε να
πλύνουν για να τους πάρει τα λογικά ή τη φωνή.










