Διάττων αστήρ
Πυρακτωμένο το σώμα μου τα μόριά σου ιονίζει,
ταχύτητα ανιχνεύσιμη με γυμνό μάτι,
εμφανίστηκα ξαφνικά στο σκοτεινό ουρανό σου,
φωτεινό σημάδι σε κάθετη τροχιά καθορισμένος ο προορισμός.
Μεγάλο το ταξίδι από την απεραντοσύνη του κόσμου έρχομαι.
Σε συναντήσεις με άλλα αστέρια κομμάτια τους επιτήδεια έκλεψα,
σέρνοντας στην ουρά μου απατηλό φως εμπειριών πάνω σου έλαμψα.
Όπως εμφανίζομαι έτσι και φεύγω ξαφνικά… μόνος…
Γελάστηκες; μήπως κομήτης ήμουν τελικά καταστροφικός;
Η σύγκρουση που ακολουθεί κοσμογονική.
Προστατευμένη στη μέγιστη δυνατή πυκνότητα της ύλης σου,
στην ελάχιστη εντροπία του σύμπαντός σου,
το «πρωταρχικό άτομό» σου εξερράγη.
Γέννησες γαλαξίες και άστρα στο big bang σου.
Θάλασσα των αλών
Ξεπέφτοντας στο χαμηλότερο σημείο στην επιφάνεια της γης, σε συνάντησα.
Στην Ασφαλτίτιδα λίμνη να χαρίζεις την αρμύρα των δακρύων σου λες και την είχε ανάγκη.
Υδάτινος όγκος, αφιλόξενος, δύσοσμος, βαριά τα κύματά της.
Παντελής έλλειψη ζωής, τι δυνατά κι αν κλάψεις άλλος κανείς δεν θα σʼ ακούσει.
Κράτα την φούχτα μου σφιχτά αδύνατο να βυθιστούμε, τίποτε να μην σε αναταράσσει.
Τη Νεκρά Θάλασσα διασχίζοντας αλώβητοι θα βγούμε, θεραπευτικό το ταξίδι.
Ιαματικό λουτρό στις ψυχές μας κάναμε ξεπλένοντας την λάσπη στην εξομολόγηση.
Τα σώματά μας ελαφρύτερα στα ευεργετικά νερά της επιπλέουν.
Μην θλίβεσαι άλλο, τα απόκρυφα μυστικά των παπύρων της κατέχουμε,
ο χάρτης για τη Γη της Επαγγελίας ξεδιπλώνεται εμπρός μας.
Αχέρων
Βασίλειο δεν με λένε, ένα είναι το γένος μου, η δύναμή μου λιγοστή, κατόρθωμα κανένα.
Ακρίτας όντας της ζωής, κάποτε σε συνάντησα στα μαρμαρένια δάπεδα ενός νοσοκομείου.
Γονείς και αδέρφια ψάλλαν προσευχές, ελπίζοντας πως δύναμη χαρίζουν.
Άλλοι με πράσινες ποδιές, άγγελοι είναι θαρρώντας, ρομφαίες μου παρουσίαζαν τις σύριγγες.
Δειλός από την φύση μου, αντίσταση δεν πρόβαλα, κοντάρι δεν κρατούσα.
Το άτι μου ξεπέζεψα πριν μέρες, κάτω στο πάρκινγκ το άφησα μαζί μʼ όλων των άλλων.
Στη βάρκα σʼ ακολούθησα αβίαστα· μια κρουαζιέρα πάντοτε ήτανε τʼ όνειρό μου.
Συνεπιβάτες έψαξα τριγύρω μου, κανένας·
πού είναι η πολυτέλεια που έβλεπα σε φύλλα ταξιδίων,
λαχταριστοί μπουφέδες, πισίνες, θέατρα, event και χοροεσπερίδες.
Η θέα μονότονη, μουντή· φωνάξτε τον υπεύθυνο, άλλα μου είχε τάξει.
Περνά τότε ο Ferryman τα ναύλα να ζητήσει· μα πού να βρω τον οβολό, λιτό το ένδυμά μου
και ξαναβρίσκομαι με μιας σε τρίκλινο πολυτελές γεμάτος σωληνάκια.
Γύρω μου όλοι έκπληκτοι· ρωτούν πώς ήταν το ταξίδι,
τι μέρη εξωτικά αντίκρισα, πού είναι οι φωτογραφίες.
Αποσβολωμένος, το ένδυμά μου μένω να κοιτώ μέσα στην παραζάλη.
Ποιος ήταν άραγε αυτός ο μετρ; ποια υψηλή ραπτική τον ώθησε τσέπες να μην του βάλει;
Αέρινη η κατασκευή κυρίως από πίσω. Βρε μπας και ήταν το πανί λειψό και σώθηκα από τύχη;
Άηχα
Πρώτα Χριστούγεννα στολίζοντας το δέντρο της ζωής μας.
Αγαπημένα σου χρώματα τα παστέλ,
καφέ, εκρού, λευκό και χρυσαφί να σπάει η μονοτονία.
Εύθραυστες μπάλες οι εμπειρίες σου μονόπλευρα φωτίζονται,
λανθασμένος ο τρόπος νʼ αναλύεις τη ζωή,
τον εαυτό σου,
τους ανθρώπους.
Κοιτώντας τα λαμπιόνια αναβοσβήνουν οι αναμνήσεις των τελευταίων μηνών,
ανάλατη η καθημερινότητα δίχως δάκρυα.
Σαν πλαστικά κλωνιά του ελάτου οι νευρώνες μου,
λιώνουν βραχυκυκλώνοντας στην απουσία σου.
Δεν μεταδίδεται άλλο η φωνή,
άδικα ανοιγοκλείνω το ηχείο μου ουρλιάζοντας.
Θαλασσόξυλο
Ωκεανούς εμπειριών διέσχισα για χάρη σου,
πλέοντας σʼ ακρωτήρια, θαλάσσια αρπακτικά συνάντησα στο διάβα μου,
αισθάνθηκα την πείνα τους ακόρεστη,
την όψη τους μιμούμενος εξόκειλα.
Πλεγμένος με τάβλες και σανίδια αγκαλιά,
στην αμμουδιά καρτερικά προσμένω να με βρεις,
τον ήχο μου διάφανο νʼ ακούσεις,
της ακροθαλασσιάς το κύμα σαν με λούζει.
Ελαφρύ, απαλό απομεινάρι που ο ήλιος έκαψε,
απαλλαγμένο από εγωισμούς, καθάριο,
αποστειρωμένο απʼ το ιώδιο και την αρμύρα,
στα χέρια σου κατέληξα για να με πλάσεις δέντρο.
Αποτίναξε τους λιγοστούς κολλημένους κόκκους,
βάλε με ψηλά, θα βλαστήσω σαν θαύμα της δεύτερης Ανάστασης,
στους χειμώνες σου θα σʼ αγαπώ πιστά,
στα καλοκαίρια μας θα ξαποσταίνω.
Ζωή μετά θάνατον
Πεθαίνουν τα πάντα η τελευταία ανάσα το σώμα όταν αφήσει,
η ψυχή απʼ το φθαρτό σαρκίο μας σαν ελευθερωθεί;
Αιθέριοι όντας σβήνουν οι αισθήσεις,
η αφή, η όραση, η γεύση, η ακοή;
Χάνονται ανεπιστρεπτί οι αναμνήσεις,
ξεθωριάζουν τα πρόσωπα τα θολωμένα μάτια μας σαν κλείσουν;
Εξαϋλώνεται η αγάπη,
μαζί με το κορμί στο χώμα που σαπίζει;
Επαναλαμβανόμενα διασχίζοντας τα σύνορα του σκότους,
στο φως δραπετεύοντας σαν λαθρομετανάστης,
ολόλευκα τα πάντα γύρω μου θυμάμαι επιστρέφοντας.
Στα μάγουλα σαν λάβα να χύνεται η αρμύρα,
ανήμπορος να κινηθώ, κρύος σʼ ένα φορείο,
ούτε φόβος, ούτε πόνος,
η μόνη σκέψη μου εσύ, νεογέννητή μου ελπίδα.
Στο νου μου φέρνοντας την λάμψη των ματιών σου,
ρουφηξιά απʼ την αγάπη σου η δύναμη που βρήκα,
στη φυλακή μου επέστρεψα,
τα ισόβια δεσμά αποδεχόμενος μέχρι να σʼ αναστήσω.
Μην με ρωτάς, η αλήθεια μου μισή,
τη μάχη εδώ θα δώσω, εντός και εκτός σαρκίου,
κόλαση και παράδεισος εδώ.
Ταυτότητα (Χ2-Χ=0)
Απολλώνιο πρόβλημα οι εφαπτόμενοι κύκλοι των λαθών μας,
παράλληλες ευθείες με ίδιο μήκος οι ζωές μας.
Η σταθερότητα της αγάπης μου ωστόσο, ελλιποβαρής εμπρός στο παρελθόν σου,
μεταβλητές τιμές σε αόριστη εξίσωση οι αλήθειες σου.
Πολλαπλοί οι άγνωστοι, Χ και Ψ αλλάζουν καθημερινά
όπως σκορπά ο άνεμος τα λόγια σου.
Απόσταγμα εμπειριών επεξεργασμένων με ελπίδα η αυτογνωσία,
τη ρίζα ψάχνοντας να βρω χάθηκα σε ασυναρτησίες αστάθμητων παραγόντων.
Με αριθμητήριο αδύνατο να υπολογιστούν
οι τιμές της πολύπλοκης απεικόνισης του Έρωτα,
η αντιστοίχιση των συνόλων εντός μας αν δεν κατασταλάξει.
Στη ντετερμινιστική εξάρτηση της ποσότητάς μου απʼ τη δική σου,
αποτέλεσμα θα παράγεται επανειλημμένα λανθασμένο συνθλίβοντας την καρδιά μου.
Προμήνυμα
Ανέτειλε, φωτίστηκε το σπαθί.
Καλή σου μέρα πόλη, κατακάθισε η ομίχλη.
Κοσμοβουή, γεμίσανε οι δρόμοι, βαδίζω στα σοκάκια που περπάτησες,
στα πλακόστρωτα δρομάκια που έπαιξες παιδί,
στο σιντριβάνι της πλατείας εκεί που έφηβος αντρώθηκες στο πρώτο ραντεβού.
Κομμάτι της ζωής σου πια εγώ περιπλανιέμαι στον τόπο που σε γέννησε,
ανασαίνω τις μυρουδιές που σε ανάθρεψαν, καφές-στραγάλια-πτιφούρ,
αέρας γεμάτος με φωνές της λαϊκής
προσευχές του ιμάμη
του αγήματος η σάλπιγγα.
Στο μπλε καλάθι κρεμασμένη η σφυρίχτρα.
Οι χωμάτινοι δρόμοι στρωμένοι τώρα με μπετόν, έργο της «ΑΛΛΑΓΗΣ»,
ζώνουν την μονοκατοικία που μεγάλωσες.
Κρεβατίνα η τριανταφυλλιά τα καλοκαίρια σου νʼ αρωματίζει το μπαλκόνι
δροσίζοντας η νύχτα.
Μαρμάρωνες στο άκουσμα της σπαραχτικής κραυγής της Γκιώνας,
αγνοώντας εγώ πως ήμουν προμηνύοντας το μέλλον.
Η εξίσωση της Άνοιξης
Γονιμοποίηση – Άνοιξη = 0 =˃ Γονιμοποίηση = Άνοιξη
Γονιμοποίηση δίχως την έλευση της Άνοιξης άκαρπη αποβαίνει,
η ευλογημένη κυοφορία της Άνοιξης κατόρθωμα.
Άνοιξη – Πάσχα = 0 =˃ Άνοιξη = Πάσχα
Μια Άνοιξη δίχως Πάσχα δεν μοσχοβολά,
Άνοιξη σημαίνει Πάσχα.
Πάσχα – Ανάσταση = 0 =˃ Πάσχα = Ανάσταση
Πάσχα δίχως Ανάσταση μυγδαλιά χωρίς ανθούς,
Πάσχα είναι η Ανάσταση.
Ανάσταση – Θάνατος = 0 =˃ Ανάσταση = Θάνατος
Ανάσταση εξαρτώμενη αιωνίως απʼ το τέλος,
δίχως το Θάνατο του παλαιού το νέο δεν νοείται.
Θάνατος – Παράδεισος = 0 =˃ Θάνατος = Παράδεισος
Θάνατος δίχως ύπαρξη Παραδείσου μηδενισμός των πάντων,
συνδυασμός Θανάτου και πίστης η Αιώνια Ζωή.
Γονιμοποίηση = Άνοιξη = Πάσχα = Ανάσταση = Θάνατος = Παράδεισος = Αιώνια Ζωή
Η Γονιμοποίηση της σχέσης μας σαν Άνοιξη
το Πάσχα στο κατώφλι μου ακούμπησε
την πίστη της Ανάστασης μου χάρισε
το Θάνατο του σκότους μου επέφερε
οδηγώντας στον Παράδεισο της Αιώνιας Ζωής.
Βερόνικα 612
Πεταλούδες που ξεχύνονται τα βλέφαρα,
το ρόδο σαν ανθίζει των χειλιών σου.
Καλύτερη στιγμή η ματιά σου όταν φωτίζεται,
ζωογόνος ο ήχος απʼ το γέλιο σου.
Αρμύρα όταν γεμίζει το λακάκι σου,
σε μια σταλαγματιά ο κόσμος φυλακίζεται.
Αγγίζοντας τη μάζα μου θερμαίνεται,
ακτίνες ηλιακές τα δάχτυλά σου.
Του Κρόνου δορυφόροι, προστάτες μου τα χέρια σου,
πολύχρωμοι δακτύλιοι κομήτες θρυμματίζουν.
Αστέρι υπήρξα άφωτο στην τροχιά του ήλιου,
ίχνος θραύσματος που δύσκολα εντοπίζεται.
Ουράνιο σώμα άνθρακα ντυμένο με ηφαίστεια,
κοπάδι χελιδόνια ο έρωτας, την άνοιξη χρωμάτισε.
Του πλανήτη μου ρόδο μοναδικό στη γυάλα σʼ έκλεισα,
τον εαυτό μου αγάπησα αγαπώντας σε.
Υπεύθυνη θα είσαι για ό,τι εξημέρωσες.
Αναμνήσεις
Ξύπνημα οργανικό, νύστα,
βλέφαρα μισόκλειστα, τα φώτα σβηστά.
Γύρισα, ξάπλωσα …τίποτα…,
κρύο πάπλωμα, άβολο στρώμα, σκληρό μαξιλάρι.
Η απουσία εφιάλτης, με μάτια ανοιχτά,
η μυρωδιά σου διάχυτη.
Νωχελικά τεντώνοντας αγκώνες, γόνατα,
οι θύμησες τον Μορφέα εξοργίζουν.
Το ρεύμα στο μυαλό επανέρχεται,
ασπρόμαυρο φιλμάκι σε επανάληψη.
Βωβή ταινία, στιγμές αλλοιωμένες,
χαρές, πίκρες, ηδονή, δάκρυα.
Αναμνήσεις ξεσκονίζοντας, σεντόνια διπλωμένα,
όσα στη λήθη έκρυψα μου επιστρέφονται.
Ξαναβάφοντας τα άχρωμα καρέ ο έρωτας,
περνούν ταχύτερα ολοένα απʼ τη μηχανή προβολής.
Τρεμοσβήνουν εμπρός στους οφθαλμούς καθώς ίπτανται,
διακτινίζονται στο παρελθόν, το μέλλον προδιαγράφουν.
Ψαυ̃σις
Τη νέγρα νύχτα λάτρεψα
στα μάτια που χρωμάτισε.
Το δέρμα σκούρο χώμα
στο στόμα ευωδιάζει
μετά το πρωτοβρόχι.
Στο βυσσινί πηγάδι πέταλα ρόδου
τη γεύση της φλόγας συγκρατούν
το κάψιμο δροσίζουν.
Στων ηφαιστείων τις κορφές
η πείνα μου χορταίνει
με ρόγες τσαμποστάφυλο.
Πλεγμένες γύρω απʼ τον κορμό
στον παροξυσμό του οργασμού
συσπώνται ανατριχιάζοντας οι ρίζες.
Κρυστάλλινη η αρμύρα του ιδρώτα
τη γλώσσα πλαταγίζοντας
τη δίψα της λαγνείας καταστέλλει.
Τα στάχυα θερίζοντας
το δρέπανο απιθώνω
ανάμεσα στα λαγόνια απόκαμα.
Στα στήθη ξαποσταίνοντας
η ανάσα ξεθυμαίνει
σʼ αλλόκοτη χαράδρα.
Στο πρόσωπο φτερουγίζοντας
αναπαμός αγέρινος
το άγγιγμα των μαλλιών.
Προτού σʼ ερωτευτώ
ξέχασα τι είναι το φιλί.
Παράπλευρη ομορφιά
Τίποτε ορθό επίγεια δεν έκαμα
απέτυχα και ν’ αποθάνω.
Χρόνος, Αγάπη, Θάνατος κάνεις δεν μ’ αποδέχτηκε
επιστράφηκα στον αποστολέα.
Στο σαρκίο μου εγκλωβισμένος στριφογυρνώ
στις πύρινες γλώσσες της απέλπιδος μοναξιάς αδιαμαρτύρητα.
Γλυκύτερη Ερινύα μου την πόρτα ανυπόμονα σου ανοίγω
τα δεύτερα Σαββατοκύριακα παράπλευρη ομορφιά μέσʼ από τύψεις ξεπηδά.
Δύο γαλαξίες η ζωή σου πια
και γώ σκουριάρικο κλειδί σε διαστημόπλοιο άδειο από κηροζίνη.
Όσα τραγούδια κι αν σου πω
δεν μοιάζει να ημερεύει η πίκρα του αποχωρισμού.
Στα μάτια αυτά μόνο δυο δεύτερα θα ζω
με χέρια τεντωμένα καθώς απογειωνόμαστε στο όνειρο.











πολύ ωραία !!!! πολύ καλή δουλειά 👍👍
Καταπληκτική δουλειά!Καμαρωνω για σένα…Είς ανώτερα…
Υπέροχα! Μπράβο σάς.