Βήμα στη Ζωή
Όπως παίρνει υπόσταση η ακτή, κι έπειτα διαγράφεται
απʼ τις ρυθμικές κινήσεις της παλίρροιας,
στέκομαι ακίνητη – κι ατενίζω.
Επαίρομαι μʼ αλαζονεία:
«Καμιά παραξενιά του ανέμου
δεν μπορεί να εξαρθρώσει την ύπαρξή μου
διότι έκλεισα τα αυτιά μου στο νοσηρό του ουρλιαχτό».
Όμως, ο Χρόνος, σαδιστής –
ως αληθής συνεργός του εγκλήματος –
εμπαίζει το ευθυτενές μου ανάστημα,
περιμένοντας καρτερικά να καταρρεύσει το σώμα μου
να εξασθενίσει η θέλησή μου.
Παλεύω να Τον βγάλω ψεύτη,
κι αισθάνομαι το Είναι μου να πάλλεται
απʼ τα σφυροκοπήματα μιας υποθετικής ερώτησης
που αφήνω πεισματικά ανολοκλήρωτη:
«Κι αν…»
Να θυμάσαι: «Επίφοβες πορείες
είναι εν τέλει εκείνες, που η αφετηρία τους
στιγματίζεται από τέτοιες απορίες».
Στοχασμοί τόσο δελεαστικοί που παγιδεύουν το θύμα τους
σε ατέρμονους συσχετισμούς στιλπνών δυνατοτήτων.
Άπαξ και θαμπωθείς απʼ τη σαγήνη υποσχέσεων απρόσκοπτων,
πώς να διακρίνεις τον επικίνδυνο βάλτο
που παρατείνει την αναβλητικότητα
και μετατρέπει την αποφασιστική δράση σε χίμαιρα.
«Μα όχι!»
Αυτό το τερατόμορφο ψηφιδωτό ακέφαλων ενδεχομένων
αρνούμαι κατηγορηματικά να το ενστερνιστώ.
Κοιτώντας επίμονα την άνοδο και πτώση της παλίρροιας,
ατρόμητα ανοίγω τʼ αυτιά μου στις ιαχές του Ανέμου –
αφού πια δεν μʼ απειλούν.
Αντιλαμβάνομαι πως παρασύρουν το μυαλό μου σʼ επισφαλείς συλλογισμούς
κι αποφασίζω να διασαλεύσω αυτή την άκαμπτη, μνημειώδη στάση –
τον υποχθόνιο Εκτελεστή της Ύπαρξης μου –
κάνοντας ένα βήμα μπρος στη Ζωή.
(Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή)
Του Χρόνου η Ωχρότητα
Η νωχελική κίνηση των κυμάτων
προκαλεί μια αντηχούσα σιωπή
που αντί να καθυποτάσσει,
αφυπνίζει ταραχώδεις θύμισες.
Απίστευτο φαντάζει
το πως ένα τόσο γαλήνιο σκηνικό,
ενόσω μαγεύει την θωριά,
αφήνει με κρυψίνοια το νεκρικό αποτύπωμα του
στην καρδιά του μοναχικού περιπατητή.
Και όμως..
Το προσωπείο της άηχής αυτής ζωής
αναγκάζει υποσυνείδητα τον θεατή
να ανασκαλέψει βαθιά
στης κλεψύδρας τους ωχρούς κόκκους
ελπίζοντας να βρει την χρυσοΰφαντη εποχή
όταν σʼ αυτή την ηλιοχαΐδευμένη προκυμαία
δυο νεαροί εραστές περπατούσαν στην
εύθυμη τυμπανοκρουσία της ενωμένης καρδιάς τους.
Φτάνοντας, ο άμοιρος, στον γυάλινο πάτο της
συνειδητοποιεί πως η κλεψύδρα έχει πλέον αντιστραφεί
και η εποχή της αθωότητας παρέλθει.
Δυστυχώς…
Στην αβυσσαλέα έρημο του χρόνου
οι γλυκές αυτές αναμνήσεις έχουν προ πολλού μαρτυρήσει.
Δίχως μια ζωντανή πραγματικότητα να τις αιμοδοτεί,
τα αποσυντεθειμένα ίχνη τους κείτονται
κάτω από μια απύθμενη σωρό από άμμο.
Ε. Π.
1/4/17
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Ειρήνη Παπακυριακού ζει στη Λευκωσία. Είναι λέκτορας ακαδημαϊκής γραφής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και παράλληλα διεξάγει διδακτορική έρευνα στο συγγραφικό έργο του Ιρλανδού νομπελίστα Samuel Beckett. Της έχει απονεμηθεί τίτλος Master στην «Αγγλική Λογοτεχνία και Συγκριτικές Πολιτισμικές Σπουδές» από το Πανεπιστήμιο Κύπρου. ʽΈχει ολοκληρώσει τις προπτυχιακές της σπουδές στην «Αγγλική Γλώσσα και Λογοτεχνία» με τον τιμητικό τίτλο «summa cum laude» στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Γράφει ακαδημαϊκά άρθρα όπως επίσης ποιήματα, διηγήματα, και θεατρικά έργα. Πρόσφατα έχει συμμετάσχει στο πρώτο διεθνές διαγωνισμό δραματοποιημένης ποίησης, «Poetry Slam», στη Κύπρο.
(Την ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών <30 επιμελείται η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου)











ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Μανόλης Ανανγνωστάκης
Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.
Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
– ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.
users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm#ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ_ΜΕΡΕΣ_ΤΟΥ_1969
Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.