Πέρασμα

Αυτή τη νύχτα θα ʼβλεπες, αν κοίταζες ψηλά
τους αγγέλους να βάφουνε τʼ άστρα μπογιά πορφυρή∙
μα κι εδώ κάτω, ανάμεσα στα λιόδεντρα, σε φτάνει το μύρο
στα ρουθούνια- κι όμως νευρικά ξεφυσάς, το ρολόι κοιτάς, το τσιγάρο
τελειώνει∙ είναι τούτα, λες, πράματα άπιαστα, λεπτά: δίχως βάρος
στέκουν στον αέρα, τώρα ξυπνάν όλοι και το λένε, μα συ το ʼνιωθες
και πρωτύτερα
πόσο το ποθούσες σαν χτύπαγες την τσάπα, το καμάκι, το σκήπτρο
να κράταγες στο χέρι σου το κόκκινο: κι έτσι όλα τʼ άφησες∙
τώρα -λέει- κάλλιο να μην είχες γεννηθεί, μα δεν ήταν τούτο δα λάθος
δικό σου: μαζί κι εσύ μάτωσες, κι ένιωσες και προδομένος,
πως άδικα χάνεις την ώρα – όμως ήδη, μαστιγιές, τα λεπτά ματώνουν
τʼ αυτί σου: μια ώρα αρχύτερα, λες, και μήτε για κέρδος: είναι τούτο
γελοίο σχεδόν, όχι όμως κι οι πόθοι που σε καίνε ακόμα, μαρτύριο
ανθρώπινο
τόσο ανθρώπινο – μόνο που εμείς, οι άνθρωποι, με τα χέρια πλυμένα
πληγή χαράξαμε, σαν πάτησες τον ξερότοπο, βαθιά
μες στο χώμα κι έγινε ρυάκι∙ κι έσκυβες να πιεις, κι ικέτευες
μα το μαζεύαμε ʼμεις απʼ την άλλη, ώσπου να λιώσεις στη δίψα –
κι ύστερα γέμισε το χάσμα χορτάρι να βόσκουν τʼ αρνάκια, λαίμαργα
να γευτούμε απόψε το αίμα τους, θυσία σε τραπέζι γιορτινό
με καρέκλες δεκατρείς∙ η δικιά σου η γρουσούζικη είναι τώρα
αδειανή
και μονάχα ο σκύλος πρόλαβε τη γραμμή να περάσει
ψάχνοντας τόπο, κείνα τα κόκαλα να θάψει
που μάζεψε κάτω απʼ το ιερό μας τραπέζι∙ και πάει
κι αυτός, σαν και σένα, με το πρόσωπο στο χώμα, πιστός,
αμίλητος – για μια στιγμή το κεφάλι σηκώνει και βλέπει
μʼ άφατη θλίψη το ρούχο να δένεις σφιχτά στο γυμνό
κλαδί.

Eπιστροφή

Ας μη σε συναντούσα, περιπλανώμενε,
όταν ξαναγύριζες στον κόσμο μας
γεμάτος άδεια όνειρα

Καθώς διαλυόταν η γκρίζα ομίχλη
σαν υπνοβάτης περπάταγες πάνω στη λεπτή πάχνη,
με τις πυτζάμες διέσχιζες παγερές πεδιάδες·
σε ποια ξένη πόλη αναζητούσες,
ζεστό ακόμα, το παλιό σου κρεβάτι;

Ας μη με συναντούσες πάλι στο δρόμο σου,
ας μη με γύρευες με τα μεγάλα σκούρα μάτια σου:
εγώ, ο παλιός σου φίλος, σε είχα κιόλας αριθμήσει,
ζωντανό, ανάμεσα στους πεθαμένους.