-Άτιτλο-

Οι ποιητές που αγάπησαν πιο πολύ τις λέξεις
απʼ ότι αγάπησαν τον ίδιο τον άνθρωπο
δεν ήταν ποιητές
Αυτοί που με τους στίχους
έθρεφαν τον ναρκισσισμό τους
Αυτοί που λάτρευαν τον ήχο της φωνής τους
και την ηχώ της χειροκροτούσαν
δεν ήταν ποιητές
Ήταν έμποροι λέξεων,
μαστροποί κούφιων συναισθημάτων

Οι ποιητές που αγάπησα, με κάθε ποίημα τους, πέθαιναν λιγάκι
Ξερίζωναν τον εαυτό τους, μπας και ριζώσουνε οι λέξεις
Μαδούσαν τον εαυτό τους, μπας και ανθίσουνε κάποτε οι λέξεις τους

-Φωνή Παθητική-

Αγαπάω, αγαπάς, αγαπάει, αγαπούμε , αγαπάτε, αγαπούν
Φωνάζουνε με έπαρση τα ρήματα απʼ το παρόν
Μα ύστερα αλλάζουν χρόνους, αλλάζουν πρόσωπα,
αλλάζουνε οι περιστάσεις
και γίνεται το σʼαγαπώ τους παρελθοντικό
Ή φλυαρούν απʼ το μέλλον με αβέβαια «ίσως» και αμφίθυμα «θα»

Μα πόση όμως δύναμη αποκτά η φωνή σα χαμηλώνει
και γίνεται παθητική
Σα λες εκείνη τη μετοχή, την ντροπαλή και σιωπηλή
«Αγαπημένε»
«Αγαπημένε μου…»
Ή ακόμη και στου αορίστου χρόνου
το υποταγμένο μα και βέβαιο «Αγαπήθηκα»
Κάποτε αγαπήθηκα πολύ

– JeSuis-

Οι εποχές που ζούμε είναι τουλάχιστον θολερές
Δεν ξεχωρίζει το σήμερα απʼ το χθες
Κι όμως, γίνανε σχεδόν όλες οι συνήθειές μας ψηφιακές
Το μέλλον εισέβαλε και εγκαταστάθηκε κάτω απʼτο πετσί μας
Αναίμακτες επαναστάσεις, συνήθως διαδικτυακές
έφεραν τα πάνω κάτω στις οθόνες μας
Φανταστικούς τρομοκράτες
εκτός μας, μα και εντός μας
λιθοβολήσαμε μέχρι θανάτου με πλήκτρα
Τα #JeSuis μας οδήγησαν στη λαιμητόμο
ένα σωρό Μαρίες Αντουανέτες

Εντούτοις κάθε πρωί όταν ξυπνούσαμε
παρέμενε τούτο το άτυχο νησί
και η ζωή μας
απʼάκρη σ΄ακρη
ένα ατέλειωτο προτεκτοράτο

-Θήτα-

Φοβάμαι όλες τις λέξεις από Θήτα
Θανάτους, θύμησες ζωών που φθίνουν
Θαμμένες αναμνήσεις
Θηλιές που κρέμασα αθόρυβα, αυτοβούλως στο λαιμό μου
Θυσίες πού έκανα και όλα τα «θα» που εύκολα τα είπα

Φοβάμαι όλες τις λέξεις από Θήτα
Τα θλιβερά μαντάτα που συνήθως κρύβουν
κι ύστερα πως ξεπροβάλλουν απʼ το θέατρο θολές φιγούρες
δυο-τρεις θρασύδειλοι θηριοδαμαστές
μα κι ήμερα θηρία ταπεινωμένα

Ανάθεμα στους θρόνους σας, επίκαιροι θριαμβευτές
Ανάθεμα σε ότι δεν είναι η αλήθεια

Θηλάζω απʼ το θυμό μια ολάκερη θάλασσα δύναμη
κι όλα τα θεία μεμιάς γίνονται ανθρώπινα, χειροπιαστά
Κι όλα τα θεία γίνονται θεμιτά

-Η Ορθή Γωνία-

Απέτυχε η ενδεδειγμένη θεραπεία
τόσο φαρμακευτικής μα και ψυχιατρικής φύσεως
Διάγνωσις: Ο ασθενής πάσχει από αδυναμία
να δει την «ορθή γωνία» των πραγμάτων

Κύρια συμπτωματολογία του
τακτικά να ανακατεύεται
η παραίσθησις κι η ονειρική εντύπωσις με την πραγματικότης

Κατʼ ακολουθίαν
δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία
Πού πουλάνε ενδογενή οπιούχα ευφορίας ;

-Μονήρης-

Φοβού τις ολιγομίλητες ύαινες
τα σεμνότυφα όρνεα
Φοβού τους περίτεχνους λόγους των αρχηγών της αγέλης
Μα πιο πολύ να φοβάσαι την ενστικτώδη ανάγκη μιας αγέλης
να συνυπάρχει κατασπαράζοντας μονήρη θύματα
Μα πιο πολύ να φοβάσαι
τον ίδιο σου τον εαυτόν
σαν ένα βράδυ άνοιξης
αρχίσεις και θυμίζεις
ότι σιχαίνεσαι