ΣΙΩΠΗ
Η νυχτερινή σιωπή του τραίνου,
ολόφωτη ταξιδεύει,
στον παγωμένο χρόνο των αγαλμάτων.
Άγγιξε το πέπλο της σιγής των
αθάνατων σωμάτων.
Νεκρά φύλλα,
χαμένες μέρες,
σκόρπιες νότες στις τσέπες σου,
αναπήδησαν από τα γυμνά σου ρούχα,
όταν το μυαλό
κοιμήθηκε στο όνειρο,
εκεί,
δίπλα από τη στέρνα με το Φίδι
και το Φιλί.
Γέρικες ώρες που σεργιανούν στο πρόσωπο,
που χάνεται
στο κορμί που ξεραίνεται και καίγεται,
σκόνη,
σκόνη παντού,
Φλογισμένη.
Δεν υπάρχει τίποτα,
Μόνον ο Μέγας Θάνατος.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑ
Να μπω στο σώμα σου,
εμβαπτιζόμενος για την έσχατη φορά
σε ψιθύρους αγγέλων και υδάτων,
μελιτός,
σαν μια ανάσα,
πνοή λουλουδιών που χάνονται στο δείλι,
φως που υποχωρεί νωχελικά στην τελευταία σκιά,
σταγόνες νερού που κρύβονται στις μικρές λακκούβες.
Να μπω στο σώμα σου,
θρόισμα σκέψης,
φόρεμα lapis lazuli μεταξένιο,
που πέφτει στο πάτωμα,
ανατέλλοντας τη θεϊκή σου γύμνια,
θάλλουσα και σφύζουσα στο σκοτεινό δώμα,
ψιθύρισμα των κυμάτων στη πλατιά θάλασσα
και των ανέμων στα κλαριά,
όπως οι μέλισσες ευλαβικά φεύγουν τους υπέρους των ανθέων,
όπως τα χείλη των μυημένων συναπαντώνται.
Να μπω στο σώμα σου,
κερασφόρος πολέμαρχος,
να διαφεντέψω τον έρωτα στον αγέννητο χρόνο,
να γευθώ τους ηδείς χυμούς του σώματος,
να ριζώσω στο κάστρο σου,
ίδιο σμάρι μελισσών.
Θα πλέξω τη φωνή μου στα λόγια σου,
την ανάσα μου θα κρύψω στη δική σου
κι ύστερα θα σκορπίσω μέσα σου,
μνήμη παντοτινή.
Το αποτύπωμα του φεγγαριού στο νερό να κυνηγήσω
με δίχτυ μαγικό,
πλεγμένο από διάφανες υφάντρες,
χρυσό …
να σου προσφέρω,
το αποτύπωμα μου πάνω σου,
μυστικό χάδι στο σώμα ερωτικό,
ροδόσταμο σε μαβιές αποχρώσεις
και να ταξιδεύεις στους ατμούς της λανθάνουσας μνήμης.
Να κοιμηθώ μέσα σου,
απροσπέλαστος από τη βουή του κόσμου και των κυμάτων
και να με νανουρίζουν οι χτύποι της καρδιάς.
Να αφήσω τα όνειρα μου
να απλωθούν πανί λευκό
που θα ταξιδέψει στις νότιες θάλασσες
και θα σε κυριεύσουν.
Το αγαπημένο σώμα,
σταμνί που θα φυλάξει το νερό δροσερό,
περιβόλι που θα ανθίσουν οι πορτοκαλιές για να σε ζαλίσουν,
μονοπάτι μυστικό,
άβατο ιερό
για έναν πιστό και μόνο,
εμένα.
Δούρειος Ίππος ο έρωτας, κορίτσι μου,
τα δύο πρόσωπα του Ιανού,
όντας αμφότερα φρικώδη,
ζωή και θάνατος,
εκφύεται από τις ρίζες του ο μελλοντικός μας χρόνος,
υπομονετικός και ανηλεής,
ελπιδοφόρος και άπιστος,
αινιγματικός καθρέφτης που προσπαθούμε
να διακρίνουμε το ένα πρόσωπο το άλλο,
ανέστιοι κι απέλπιδες,
…
ποιος έχει στα χέρια του τα ζάρια και ρίχνει ;
.
.
.
ΓΕΝΕΣΙΣ
Σε περιμένω,
…
Σε περιμένω,
να σε γνωρίσω ξανά,
τα μεγάλα σου μάτια
να με παρασύρουν στο άχρονο Ταξείδι,
φύλλο κιτρινισμένο φθινοπωρινό.
Είσαι,
η θαλερή ελπίδα, που κλείνει το παρελθόν και οδεύει το μέλλον.
Σε περιμένω,
να χαράξεις το κρύσταλλο της μέρας,
όπως στη σιγαλιά
ακούγεται έξαφνα,
το τραγούδι του τσαλαπετεινού,
η ήρεμη ανάσα των γαλάζιων βουνών,
ένα κλαδί που σπάζει από το βάρος του χιονιού,
το χλιμίντρισμα των αλόγων στο πράσινο λιβάδι,
και
η βαθειά εκπνοή των σκοτεινών δασών.
Σε περιμένω ψυχή μου,
πάλλευκη και μειδιούσα,
να φιλήσω τα χέρια σου, τα πόδια σου,
και να με πάρεις επιβάτη
στη βάρκα του σώματος σου
που κεντημένο με το άρωμα της αθωότητας
θα μας σεργιανίσει στη γη των αγγέλων.
Σε περιμένω
και παρακαλώ τη Μεγάλη Μητέρα,
Σε περιμένω
και ο χρόνος μου εξαντλείται
στο πρόσωπο σου.
Ο Κόσμος γεννιέται σήμερα,
στιλπνός κι ολόλαμπρος,
νήπιος και αθώος,
γεμάτος υποσχέσεις και όνειρα,
γάργαρο και λάλον ύδωρ,
Δοξαστικός,
ο χρόνος αρχίζει πάλι
από την αρχή,
αενάως
οι γυναίκες στη νεροτριβή,
ξεκινούν νέο κύκλο στο παγωμένο νερό.
ΟΝΕΙΡΟ
Σφράγισα το Όνειρο με ένα φιλί,
και το έκρυψα βαθιά μέσα μου,
για να ανθίσει,
για να ευωδιάζει τις νύχτες
που το έρημο σώμα
Προσμένει την Ανάσταση.
Αιχμαλώτισες κι έκλεισες το φιλί μου,
σαν στρείδι,
κόβοντας με τα λευκά σου δόντια
μια ρόγα από το σταφύλι του έρωτα
κι έμεινα πάλι μόνος
σπειροειδώς απολυόμενος,
εκπίπτων,
της ουράνιας ευωχίας,
ομνύων στη μοίρα των αστερισμών.
Το νερό κελαρύζει όπως τρέχει,
ανέμελο και λεύτερο
στο χρόνο που ξοδεύουμε ασυλλόγιστα,
προσμένοντας μιαν άλικη θάλασσα,
ένα ηλιοβασίλεμα,
ένα κόκκο ονείρου,
όπως
τα σώματα συνταράζονται
από την έλλειψη.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Άκου,
το κενό που μεγαλώνει μέσα στο σπίτι
με τα ξύλινα πατώματα,
διαρρηγνύοντας το χώρο.
Αφουγκράσου,
τα γυμνά πατήματα του φεγγαρόφωτος
που τρομαγμένο, εισβάλει στο δωμάτιο
από τα κλειστά παράθυρα,
αναζητώντας το σώμα σου.
Δες πως καθρεφτίζεται ο χαμένος χρόνος
στο αξύριστο είδωλο,
αλλοιώνοντας τη γεωμετρία του σώματος.
Στα μεγάλα δώματα του μυαλού,
με καλείς Ιοκάστη,
πάνοπλη,
αγέρωχη,
αυστηρή,
ενδεδυμένη τη γυναικεία φύση σου,
απεκδυόμενη
κάθε οίκτο,
κάθε έλεος.
Αναζητώ τις λέξεις που σκόρπισες,
λευκά βότσαλα στα κύματα,
να με λυτρώσουν,
όμως αέναα ξεφεύγουν από τα χέρια μου και τις χάνω.
Ξόδεψα το πολύτιμο ομιλούν ύδωρ,
ούτε γουλιά δεν απόμεινε,
σε αυτή την έρημο,
μόνο σιωπηλές κραυγές
και αναμνήσεις άστρων.
Ανθίζει η καρδιά,
στην άνοιξη της μεγάλης μητέρας,
μα εδώ ο χρόνος σώθηκε,
δεν υπάρχει ανάσταση.
Να κουβαλάς πάντα,.
Κόρη της θάλασσας, ένα κομμάτι αρμύρα,
όπως άλλοι κουβαλούν χώμα ιερό, προγονικό,
μην λησμονείς,
είμαστε πλάσματα του νερού,
φασματικοί στη βροχή,
λάμπα νέον που τρεμοπαίζει,
με το βουητό της θάλασσας μεγαλώσαμε.
Φύκια και κοχύλια θα πλέξω,
για να στολίσω τις σπηλιές,
που τα μεσημέρια ξαποσταίνεις.
Στη σιωπή λάμνοντας,
η ψυχή θα ξαναβαπτιστεί.
Το πρόσωπο σου πολύτιμο
και η φωνή σου προσευχή.
Σε κουβαλώ ζωσμένη πάνω μου,
είσαι μαχαίρι δίκοπο,
πληγώνεις και πληγώνομαι.
Κολυμπώ στο σώμα της μνήμης σου,
δεν μπορώ να ξεφύγω.
Θάλασσα βαθειά και υπόγεια,
η ζωή στις μυλόπετρες,
έλα να περπατήσουμε εκεί που δεν υπάρχει χρόνος,
στην αόρατη γραμμή ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα,
με τα πόδια γυμνά
κι ένα στεφάνι στα μαλλιά.
Αγκάλιασε με
και το κορμί θα γίνει καράβι
για να σε ταξειδέψω,
στη γη του πυρός,
στο άλφα του κενταύρου,
στη χώρα του ποτέ,
για να κουρσέψω τη ζωή σε μια ζαριά,
για να αγναντέψω το άπειρο του έναστρου ουρανού
και να το προκαλέσω,
για να ενωθούμε.
Αυτό το σώμα,
ρούχο φορεμένο και πολυκαιρισμένο,
μια νύχτα σκοτεινή
θα ανοίξει τα φτερά του και πλαταγίζοντας,
θα υψωθεί,
τα ουράνια κοπάδια τρομάζοντας,
τη σκιά του θανάτου θα σκορπίσει,
και διαβατάρικο πουλί
θα αρμενίσει για τη γη της επαγγελίας.
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τάσος Νικολόπουλος. Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1959. Σπούδασα οικονομικά στη Βιομηχανική Πειραιά.
Ζώ και εργάζομαι στην Αθήνα. Η ποιητική μου δουλειά που παρουσιάζεται είναι όλη μου η ιστορία, αφού
γράφω από τα μαθητικά μου χρόνια. Δεν έχω εκδώσει τίποτα και εκτός από μια προσπάθεια πριν λίγα χρόνια δεν έχω δοκιμάσει να εκδώσω τίποτα.











πολύ ωραία ποιήματα, συγχαρητήρια