Νυχτερινό για δύο

Ήμουν γυμνός και μετρούσα πληγές.
Αυτές που έβλεπα
τις έκλεινα επιμελώς
με μια χαρά που εξαντλούσε μες στο όνειρο
τη μορφή μου.
Άφηναν σημάδια,
μα εμένα
η ταραχή που δεν φάνηκε στο πρόσωπό μου,
αυτή ήταν που με θύμωνε.
Ήμουν απλά παρατηρητής του σώματός μου
κι αν θες πίστεψέ το.
Δεν ξέρω αν ήταν τέχνασμα της ποίησης
ή κάποιο άλλο κόλπο ονειρικό,
μα εκείνη η αδιάφορη γαλήνη του βλέμματός μου
ένιωθα να ʼναι υπόσχεση υπερασπίσεως
στα χρόνια που θα ζούσαμε μαζί.

Όσα δεν είπαμε

Ξεπλένω το φλιτζανάκι του καφέ
και καθαρίζω επίμονα
το κόκκινο κραγιόν, καθώς την θυμάμαι.
Αλήθεια, δεν της είπα ποτέ πως είναι όμορφη.
Στη μνήμη χαραγμένη
προστάτιδα ανυπεράσπιστων χρόνων.
Μια μυρωδιά από τσιγάρο
με πρωινό μακιγιάζ.
Έντονο μοβ στο σπίτι και στα πράγματα
και το πάτωμα πάντα να γυαλίζει,
να αντανακλά τα χρόνια της
που περνούσαν ερήμην της
προσδοκώντας.
Μια αφέλεια αναγκαία επιβίωσης
να μην την απελπίζει
που πλήγωνε τον χρόνο,
άφηνε βέβαια εκ των υστέρων τα σημάδια της.
Μια γεύση από φιλί λίγο πριν τον ύπνο
να ησυχάζει τους εφιάλτες της μέρας
και άρωμα μέντας τα κρύα βράδια του χειμώνα.
Γέλιο μέχρι δακρύων
και δάκρυα σκορπισμένα σε ψεύτικα χαμόγελα,
σαν τις σκέψεις μου
σκόρπιες κι αυτές.
Άλλωστε παιδί της είμαι,
η μάνα μου είναι.

Το ιερό τραύμα

Η πρώτη μου ταυτότητα
είναι το τραύμα
κι ας γίναν τα χρόνια εκείνα
ομίχλη στη ζωή
κι ας ρίξαμε απάνω τους κασμίρια
και λίθους πολύτιμους.
Η πρώτη μου ταυτότητα είναι το τραύμα
ιερό και απόλυτο.
Το φροντίζω να μη φθείρεται
το νανουρίζω μην μας καταλάβουν
μα πιο συχνά του τραγουδώ
κι ας με περιφρονεί.
Εγώ σχεδόν τʼ αγάπησα.
Η πρώτη μου ταυτότητα είναι το τραύμα
και δεν το λησμονώ.
Το τραύμα, το Άγιο Δισκοπότηρο
της ζωής
και το αίμα του
τροφή για την ανάμνηση
και του αμνού και της χίμαιρας
που μεγαλώνουν μέσα μου.
Η Αφροδίτη έξω καρτερεί,
μα δεν σιμώνει
στους κόρφους της κρατά
αιώνια φυλακτά
και των τραυμάτων φίλτρα
μα δεν μου γνέφει.

Αποχαιρετιστήριο, μήνα Αύγουστο

(Στη Ναδίνα Δημητρίου)

Τα βράδια περπατώ ξυπόλητος
στις στέγες των ανθρώπων
κι αναζητώ στις καμινάδες τους
σημάδια των ψυχών τους.
Ανταποκρίνονται όσοι αγάπησα,
κι ύστερα πλάθουν εικόνες αστρικές.
Απόψε πρόσθεσα και τη δική σου
στην καθιερωμένη διαδρομή,
μια στάση άκρως απαραίτητη.
Αλήθεια πώς σʼ αναγνώρισε ο πατέρας σου
μικρή μου Νάντια;
Ναδίνα ή Εκάβη;
Και εκείνο το σπλαχνικό
μικρό αγόρι σου
έσκυψε μια στιγμή στα μάγουλά σου;
Φίλησε τα δάκρυα της νιότης σου
και της πικρής σου μνήμης;
Κι έπειτα, τον χρόνο της λήθης
τον συνάντησες ποτέ,
τον έκανες και εκείνο στίχους;
Εμείς ανάμεσά του ανταμώσαμε,
δεν ξέρω αν το θυμάσαι.
Σε κάποιο μεσουράνημα
ίσως ξαναβρεθούμε…

Χάρτινη κούκλα

Τώρα που ακόμα κι οι κούκλες από πορσελάνη
κλαίνε
αναμετριέμαι μ’ όσα απέμειναν
μες στη φθορά του σαλονιού.
«Ολιγοχρονεί», παρατήρησε ο γιατρός
κι ένιωσα ακόμα και την παύση της τελείας
ακέραιη
λες κι οι τελείες μπαίνουν εύκολα
σε τούτη τη ζωή.
Το ρήμα, πρώτη φορά το άκουγα
στα δώδεκα μου
μα να το συλλαβίζω έμαθα
μετρώντας τις ανάσες σου.
Αγνοώντας την υποσχόμενη παύση
προσθέσαμε στο ρήμα αποσιωπητικά
και βρήκαμε ανάπαυση
στα χρόνια των γιασεμιών,
μα δεν γλυτώσαμε.
Ήρθε πάλι ο καιρός
και η τελεία εφιάλτης,
κι εγώ σαν να μην έχω άλλο
χάρτινη κούκλα σʼ έκανα
και σου ʼβαλα λεβάντες
εκεί που πας δεν έχει δάκρυα
κι έπειτα σκέφτηκα, δύσκολοι καιροί
για πορσελάνες.

Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Σπούδασε Επιστήμες της Αγωγής και Διδακτική της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων: «Για μια στιγμή και μια αιωνιότητα»(2011), « Όλα αυτά που θα ʼθελα να ξέρεις» (2013), «Τα Άνθη του φωτός» ( 2014), « Οι μέρες του Αυγούστου» (2016) και «Ιστορίες με Δαντέλα»(2016)

(Την ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών <30 επιμελείται η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου)