Ο ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ
Μια ή ίσως δυο
απογοητεύσεις
ακόμη
ο κοκκινολαίμης ξέχασε
τον τελευταίο
χειμώνα
Τα στεφάνια
στην πλατεία
πεθαμένα
το άγαλμα δίπλα
το τυφλό
γεννάει
φαντάσματα
κʼ ελπίδες
τα παιδιά
δε στήνουν
παγίδες πουλιών
πια
τα παιδιά
μεγάλωσαν
δεν υπάρχουν
παιδιά
Μια ή ίσως δυο
απογοητεύσεις
ακόμη
λέω
κʼ ίσως μάθω
τον έρωτα
το σφαγμένο
Πουλί
να ξαναγυρίσει
ΠΥΡΕΤΟΣ
Γλώσσες φωτιάς
έζωσαν
το σπίτι
Άγριες μάγισσες
με φρικιαστικά χαμόγελα
Το ρολόι του θανάτου
< <Μητέρα>>, είπα,
< <μην φας το μήλο, σύντομα θα πεθάνουμε>>
Ουρλιαχτά
εφιαλτικά πρόσωπα
χλωμά
Η κατάρα του ξυλοκόπου
Το δάσος
μια ύποπτη ηρεμία
κίτρινη
και ανεξήγητη
Ψηλά
το φεγγάρι
άλλαζε όψη
έβγαιναν μαύρα δόντια∙
< <θα μας κατασπαράξει>>
έκανα,
< <θα μας κατασπαράξει>>
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΩΔΙΑΣ
Στρατιώτες
ακρωτηριασμένοι
χωρίς χέρια
πόδια
μάτια
το παλιό λιμάνι
η πόλη φάντασμα
πληγές
γκράφιτι
στα μισογκρεμισμένα κτίρια
έξω από ένα μπορντέλο
το φως
τρεμοπαίζει
μια ηλικιωμένη πόρνη
Στους δρόμους
η τρέλα
τα αβυσσαλέα
ουρλιαχτά
κανείς
δεν είναι
πια
εδώ
Ένας γέρος
κάηκε
το σπίτι του
φιγούρες
τρομαγμένες
χέρια
και σιλουέτες
ισχνές
ένας ποιητής
καταγράφει
την καθημερινότητα
ένας ναύτης
κατεβαίνει
μια αόρατη
σκάλα
και
χαιρετάει
-ποιόν χαιρετάει;
Οι σημαίες
τα δόκανα
μισοκαμένα
και
τριγύρω
ακούγεται
Η Συμφωνία Της Φρικωδίας
ΦΟΝΟΣ
Μια μορφή
στα μαύρα
χτυπούσε
πεισματικά
την πόρτα
κρατούσε
μια
ομπρέλα
κίτρινη
που
στριφογυρνούσε
Κάποια στιγμή
η πόρτα άνοιξε
και
βγήκε
ένα ρολόι
που
χοροπηδούσε
σαν τρελό
ύστερα
έκλεισε
και
βγήκε
ένα βιολί
που
έπαιζε
ανατριχιαστικές μελωδίες
Μετά
βγήκε
ο υπηρέτης
ο ύποπτος
κηπουρός
με το χαμόγελο
λούνα παρκ
Η μορφή
μπήκε μέσα
τριγύρω
βαλσαμωμένα ζώα
στους τοίχους
που
κοιτούσαν
επίμονα
και
πάνω
στο δωμάτιο
ο αφέντης
κρεμασμένος
από την γραβάτα
-Εδώ είναι-, είπε ο υπηρέτης
Τότε
η μορφή
του δάγκωσε
την ψυχή
κʼ έφυγε
μʼ ένα
πορτοκαλί αυτοκίνητο
στον ουρανό
ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Τα κορίτσια
που κρύβονται
τα μάτια
που καρφώνουν
άσπρο παράσιτο
τα μάτια
που σκοτώνουν
Ένα περιστέρι
ολόλευκο
καλώδια ηλεκτροφόρα
γύρω γύρω
πνίγεται
κόβεται
αθόρυβα
το αίμα
κυλάει
του αλέκτορα
το ελικόπτερο
ο αέρας
που σφυρίζει άπειρο
Η κραυγή
μια σαρδόνια πριονοκορδέλα
το ποταμόπλοιο
των νεκρών
οργίζεται
ραγίζει
το ξαφνικό φεγγάρι
Το μπουκάλι
που τίκτεται
μέσα στην αλχημεία
τα σπασμένα τζάμια
οι ήχοι
τα φαντάσματα
τα κορίτσια
που κρύβονται
ένα στιλέτο
στη μνήμη
του πορτοκαλιού
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΣΣΑ
Λέγεται
ότι πνίγηκε
στα νερά της Ανατολίας
ο φολκλορικός αυτός ήρωας
εν ώρα καθήκοντος
λέγεται
εις το όνομα του
Ιησού Χριστού
και της Αγίας Αυτοκρατορίας
Τώρα όμως
αυτός ομύθος
βρίσκεται
καθισμένος στο χρυσό
θρόνο του
σε βαθιά λαγούμια
σε όρη
μακριά από κοινούς θνητούς
και ευεργέτες της εκκλησίας
παρέα με το άξεστο πορφυρό γένι του
το νεκρικό σπαθί του
πίνοντας αψέντι
ο αλχημιστής ιππότης
Και κάθε τόσο
όταν ο Μορφέας
δεν τον αγκαλιάζει
κι όταν βέβαια είναι νηφάλιος
στέλνει παιδιά
(λέγεται)
να δουν
αν η αθανασία του
περιμένει ακόμη
αν τα πουλιά
του σκοταδιού
πάψαν να μολύνουν
τον τάφο του
Τότε
αφού έρθει
η ώρα της πολυπόθητης
Αναγγελίας
ουπερπραγματικός αυτός
Προφήτης
σαν άλλος Μεσσίας
ή Ερμής Τρισμέγιστος
θα αναληφθεί στον ουρανό
με λάβαρο
PAX ET JUSTICIA
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Τζώρτζης Πάνος γεννήθηκε το 1990 στην Καρδίτσα. Σπουδάζει Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με την ποίηση ασχολείται τα δύο τελευταία χρόνια. Ποιήματά του, έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια.











Το να θελήσει ένας νέος άνθρωπος να ασχοληθεί με την ποίηση-την δημιουργία, είναι πραγματικά κάτι πολύ ωραίο, μια και στην δημιουργία, κρύβεται η αληθινή προσέγγιση του ανθρώπου με το θεϊκό-την αθανασία (αν η ποίηση δεν είναι ένας μικρός εξορκισμός του θανάτου, δεν είναι τίποτα).
Κάθε νέος -όμως- που αποφασίζει να μπλέξει στα αδηφάγα γρανάζια των λέξεων και της λεκτικής εικονοκλασίας, θα πρέπει να είναι έτοιμος για να τραφεί και με το συναίσθημα της απογοήτευσης. Οφείλει να είναι έτοιμος για την προσωπική του ανάβαση στον δικό του Γολγοθά (κι αυτό, δεν είναι απολυτα κακό γιατί είναι ένα μάθημα ζωής και γυμνάσιο αντοχής). Κι όπως είπε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης:
Κι αφού, σα τα μικρά παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, με ρίμες και με λέξεις
κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,
χαμένος, όλος, μεσʽ στις αναμνήσεις,
μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις
κι έρθʽ η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,
μα παίρνοντας μαζί το θυσαυρό σου,
το Γολγοθά σου ανέβα και σταυρώσου!