Σε περίπτωση κινδύνου

Σε αναγνώρισα.
Ήσουνα χθες
στην ανάποδη
βάρκα των χειλιών μου.
Κουπιά δεν κράταγες.
Φιλούσες όμως το κατάστρωμα
με ύφος μελαγχολικό
και με την απουσία σου
να σαλπάρει
στα εκατέρωθεν

Δεν το κατάλαβα
όμως γιατί δε μπήκες;
Ή δεν ήταν ανοιχτά
ή που δεν προσπάθησες.
Γι’ αυτό αφήνω πάντα
λίγο κόκκινο στο κάτω χείλος
έτσι για να ξέρεις από
πού να φύγεις
σε περίπτωση κινδύνου.

Υπόσχεση

Υποσχέσου
με τα σωσίβια χείλη
της άπειρης γαλήνης
πως δεν θα μπεις
στη μικρή βαρκούλα
για την άλλη όχθη

αλλά θα περιμένεις
για το πλοίο
που θα σε πάρει
στο αιώνιο
πέλαγος!

Εφόρμηση

Πίνεις ασταμάτητα
το ένα μετά το άλλο

και σου ανήκουν δε λέω
– και τα τσιγάρα και
η μελαγχολία –

αλλά το λοιπόν

εγώ που σε είδα
να σαλπάρεις με τον καπνό
του καραβιού σου
μπορώ να μπω
στο τελευταίο τσιγάρο

στο πακέτο σου;

Το ψοφάλογο

Μέσα στην οκνηρία κυλούν οι μέρες. Πλήττω, κι όταν πια βαρεθώ να πλήττω, δεν θυμάμαι άλλο παρά να πλήττω. Υψωμένη η αυγή. Πέρασαν τόσες ώρες από την ώρα που έπρεπε να κοιμηθώ. Το θαμπό μπλάβο τ’ ουρανού υποκύπτει στον καμβά του εξπρεσσιονιστή ήλιου. “Σαν να μήν ήρθαμε πότε σ’ αυτή τη γή, σα να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία”, είπε ο ποιητής. Γι’ αυτό ίσως πλήττω, ίσως η πλήξη μου δεν είναι άλλο παρά κατάλοιπο της ανυπαρξίας. Τόσες και τόσες φορές διερωτήθηκα για κείνη την κλειστή πόρτα – πού οδηγεί – στην πίσω αυλή; Γιατί τόσο φως δραπετεύει. Ένα λευκό ρόδο μ’ εμποδίζει να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα, όμως μυρίζω άμμο και καμένο σώμα απογεύματος. Λες, νά ‘ναι πειρασμός ματιών που δεν αισθάνονται έκπληξη ή χειρότερα μια φρυγανιά από τίποτα; Άτιμο, παλιοτίποτα! Σαν ψοφάλογο με κατάντησες. Κουτσαίνω μια μελαγχολία στη μνήμη. Άχρονο, άχρονο το τελευταίο πέρασμα των αιώνων. Δεν αισθανόμαστε πλέον την πράσινη φυγή των κυττάρων μας. Μόνο ήλιος και έλεος από κούραση. Μας κούρασε η θλίψη της πλήξης. Είναι οργή να μην αισθάνεσαι. Τα φύλλα στα δέντρα μεγαλώνουν στο ρυθμό της μοναξίας μας. Είμαστε τόσο μόνοι. Πιο μόνοι κι από το πρωινό φεγγοβόλημα ενός στιγμιαίου φιλιού. Τσουπ και χάθηκε. Χαθήκαμε, κι ακόμα καλά καλά δεν υπήρξαμε. Είμαστε τόσο λίγοι. Πιο λίγοι κι απο ζάχαρη στην αποξύρανση της σκέψης. Δε σκέφτομαι, πλέον όχι δε σκέφτομαι. Βοήθεια!

Ανισότητα Bernoulli

Της εξορμήσεώς μου τούτης
τα μπρατσάκια φόρεσα
και βάλθηκα να πλέω
μες στη στασιμότητα
των εννοιών εκείνων
που με κολάκευαν

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Κατσούρης είναι μόλις 21 ετών, σπουδάζει στη Γαλλία

*Ανθολογεί η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου